ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

2. Πολεμικά γεγονότα. Ο Μουσταφά πασάς

    1. Οι Σεληνιώτες Τούρκοι στις 17/8 επιτέθηκαν στον Παν. Κριάρη, αλλά μετά από πολύωρη μάχη αποκρούστηκαν και εξαναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στην Κάνδανο.

    2. Από τα τέλη Ιουλ. μεγάλο μέρος των αιγυπτιακών δυνάμεων στρατοπέδευσαν στις Βρύσες του Αποκόρωνα. Στις 24/8 επιτέθηκαν εναντίον τους οι Σφακιανοί υπό τους Μωράκη, Δασκαλογιάννη και Καβρό. Ενώθηκαν μαζί τους και Αποκορωνιώτες υπό τον Κ. Βολουδάκη. Οι Αιγύπτιοι περικυκλώθηκαν. Έσπευσε από τα Χανιά ο Σαχίν πασάς, αλλά δεν κατάφερε να σπάσει τον κλοιό. Και άλλη ανάλογη τουρκοκρητική προσπάθεια κατέληξε σε πανωλεθρία τους στο χωριό Βάμο. Ο κλοιός γύρω από τους Αιγύπτιους έσφιγγε. Προσπάθεια του αρχηγού τους Ισμαήλ στις 29-31/8 να διαπραγματευθεί με τους πολιορκητές απέτυχε. Μετά από αυτό αποχώρησε στις Καλύβες, αφήνοντας πίσω του πολλά εφόδια και οπλισμό. Ήταν αυτό και προσωπική αποτυχία των σχεδίων του αντιβασιλιά της Αιγύπτου Σαχίν πασά. Αντίθετα, η κρητική επιτυχία κατέστησε ενεργότερη τη συμμετοχή της Ελλάδας.

     3. Οι καταχτητές υποχρεώθηκαν να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους που το Σεπτ. έφθασαν τις 42-45.000 άντρες συν τους 8-10.000 Τουρκοκρητικούς ατάκτους.

      4. Και οι δύο πλευρές ετοιμάζονταν για σκληρή αναμέτρηση. Οι Τούρκοι, εκτός από τις στρατιωτικές ενισχύσεις, αντικατέστησαν και το γενικό διοικητή με το Μουσταφά πασά.

    Οι Κρήτες, δηλ. η Γενική Συνέλευση, προχώρησαν στο διορισμό στρατιωτικής ηγεσίας. Γενικό αρχηγό των στρατιωτικών επιχειρήσεων διόρισε τον παλαίμαχο στρατηγό Δημ. Καλλέργη, Κρήτα. Αυτός, όμως, αρνήθηκε. Το ίδιο και ο Χαρ. Ζυμβρακάκης. Κατόπιν η Γεν. Συνέλευση προχώρησε στο διορισμό στρατιωτικών αρχηγών στα τμήματα του νησιού: α) τον Πάνο Κορωναίο (συνταγματάρχη του ελληνικού πυροβολικού) στις 4 επαρχίες Ρεθύμνου, β) το Μιχ. Κόρακα (παλαίμαχο οπλαρχηγό) των 11 επαρχιών Ηρακλείου, και γ) τον Ιω. Ζυμβρακάκη των 5 επαρχιών Χανίων. Επιπλέον τοπικούς αρχηγούς: στην επαρχία Κυδωνίας το Χατζ. Γιάνναρη, στην επαρχία Αποκορώνου τον Κ. Βολουδάκη, στην επαρχία Σελίνου τους Κ. Κριάρη και Γ. Κορκίδη, στην επαρχία Κισσάμου τους Αν. Σκαλίδη και Καμπουράκη, ενώ στα Σφακιά (όπου όλοι θέλανε να ‘ναι αρχηγοί) διορίστηκαν τελικά στο ανατολικό τμήμα ο Π. Μωράκης και στο δυτικό ο Γ. Τσελεπής.

     5. Το έργο της καταστολής της εξέγερσης ανέλαβε από 1/9 ο Μουσταφά πασάς, γνωστός στους Κρήτες. Αμέσως εξέδωσε διάγγελμα κατά των επαναστατών θέτοντας 5νθήμερη προθεσμία υποταγής πριν αναλάβει δράση. Η Γεν. Συνέλευση απάντησε στις 7/9 με αντιπροκήρυξη.

     Ταυτόχρονα επαναστάτες υπό τους Χατζημιχάλη και Αναγν. Μάντακα επιτέθηκαν στον οχυρό πύργο της Μαλάξας, στην περιοχή των Χανίων. Εναντίον τους (που στο μεταξύ έλαβαν ενισχύσεις) ο Μουσταφά έστειλε στις 10/9 10.000 στρατό. Προ του όγκου του εχθρού οι επαναστάτες αποσύρθηκαν στα ορεινά. Ο Μουσταφά άφησε τη Μάλαξα κι έσπευσε να διασώσει τους δεινά δοκιμαζόμενους Τούρκους του Σελίνου στην Κάνδανο. Οι επαναστάτες (5.000 περίπου) τους άφησαν να περάσουν για να τους χτυπήσουν στην επιστροφή. Πράγματι στις 21/9 έστησαν πολλαπλά καρτέρια στον επιστρέφοντα στα Χανιά οθωμανικό στρατό και του προκάλεσαν σημαντικές ζημιές.

    6. Στις 27/9 ο Μουσταφά, επικεφαλής περί τους 20.000 άντρες, αναχώρησε από τα Χανιά για το νότιο τμήμα της Κυδωνίας, όπου έδρευε η Γεν. Συνέλευση. Την επομένη ένα τουρκικό τμήμα επιτέθηκε στους Λάκκους και ανάγκασε τους 350 επαναστάτες ν’ αποσυρθούν στα ορεινότερα. Το χωριό του Χατζημιχάλη καταστράφηκε. Το ίδιο και τα χωριό Θέρισο και Μεσκλά.

      Περί τους 2.000 επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στις Αλιάκες, πάνω από το Θέρισο. Στις 30/9 ο Μουσταφά επιτέθηκε εναντίον τους, αλλ’ αποκρούστηκε και υποχώρησε προς τη Δρακώνα. Άλλο τουρκικό τμήμα 150 αντρών κυκλώθηκε κι αποδεκατίστηκε.

     Ο Μπουσταφά τις επόμενες μέρες εγκατέλειψε τη Μαλάξα και κατευθύνθηκε προς τον Αποκόρωνα, Σαμωνά και Στύλο. Στις 5/10 περί τους 6.000 Τούρκους επιτέθηκαν στις θέσεις γύρω από το Στύλο και αρχικά μεν αποκρούστηκαν, στη συνέχεια, όμως, οι επαναστάτες αποσύρθηκαν στο Στύλο.

      Ο Μουσταφά ξέσπασε την οργή του στους αμάχους και στους εμπρησμούς των χωριών (περί τα 90 κατέστρεψε).

     7. Η θυσία του Αρκαδίου: Στις 8/10 τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν το χωριό Βάμο του Αποκόρωνα. Οι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στο χωριό Βαφέ, νοτιότερα, για να ανακόψουν την πορεία του εχθρού. Εκεί έφθασε και ο Ιω. Ζυμβρακάκης, γενικός αρχηγός του δυτικού τμήματος, με αρκετούς εθελοντές. Σε σύσκεψη που ακολούθησε ανέκυψε διαφωνία ανάμεσα στους τοπικούς οπλαρχηγούς και στο Ζυμβρακάκη. Οι μεν υποστήριζαν ότι είναι ακατάλληλο το μέρος για μια αναμέτρηση με τους πολυάριθμους Τούρκους, ενώ ο Ζυμβ. ήθελε να δοθεί μάχη κανονική κατά παράταξη.

    Οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο Βαφέ στις 12/10. Αρχικά αποκρούστηκαν. Στη συνέχεια, όμως, έφθασαν ενισχύσεις κι επανέλαβαν την επίθεσή τους. Μετά 2ωρη μάχη οι εθελοντές άρχισαν να υποχωρούν άτακτα, παρασύροντας και τους άλλους. Οι νικητές πανηγύριζαν αλλ’ οι απώλειες των Κρητών δεν ήταν μεγάλες, και μάλιστα σε σύγκριση με τις τουρκικές.

     Μολονότι η ήττα στο Βαφέ δεν ήταν καθοριστική για τον αγώνα στα Σφακιά, εντούτοις προκάλεσε απογοήτευση κι επηρέασε το ηθικό των επαναστατών. Πολλοί θεώρησαν υπαίτιο της ήττας το Ζυμβ. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Μουσταφά επανήλθε προτείνοντας γενική αμνηστία. Αξίωσε: οι μεν εθελοντές να επιστρέψουν στην Ελλάδα, οι δε Σφακιανοί να δηλώσουν υποταγή και να παραδώσουν τα όπλα. Η θέση των Σφακιανών ήταν δύσκολη. Κινδύνευαν οι άμαχοι. Για να κερδίσουν χρόνο, στις 21/10 31 πρόκριτοι δήλωσαν υποταγή, ζητώντας παράλληλα από το Ζυμβ. και τους επαναστάτες να φύγουν από τα Σφακιά. Η, έστω εικονική, υποταγή των Σφακιανών προκάλεσε παγωμάρα και στην Κρήτη και στην Ελλάδα. Οι ελπίδες που αναθερμάνθηκαν με την άφιξη του Π. Κορωναίου στα τέλη Σεπτ. εξατμίστηκαν μετά τη δεινή ήττα του στις 20/10 στο Βρύσινα, στα νότια του Ρεθύμνου.

     8. Αφού ξεμπέρδεψε με τον Αποκόρωνα, ο Μουσταφά έστειλε το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού του στο Ρέθυμνο. Λίγες μέρες νωρίτερα έστειλε επιστολή από την Επισκοπή στον ηγούμενο της μονής Αρκαδίου Γαβριήλ (Μαρινάκη), ζητώντας του να υποταχθεί, αλλιώς θα πυρπολούσε το μοναστήρι, όπου βρήκε καταφύγιο πληθώρα γυναικοπαίδων. Ο Γαβριήλ όμως ούτε τις απειλές του Μουσταφά φοβήθηκε ούτε στην υπόδειξη του Π. Κορωναίου να εγκαταλείψει το μοναστήρι συναίνεσε. Ήλπιζε ότι θα έρχονταν ενισχύσεις, αλλά διαψεύστηκε. Εκτός από τα γυναικόπαιδα, την 1/11 μέσα στο μοναστήρι βρίσκονταν οι μοναχοί, μερικά μέλη της επαναστατικής επιτροπής και περί τους 250 πολεμιστές υπό τον Πελοποννήσιο ανθυπολοχαγό Ιω. Δημακόπουλο.

    Κατόπιν αυτού, ο Μουσταφά στις 7 προς 8/11/1866 αναχώρησε από το Ρέθυμνο με 15.000 στρατό (Τούρκοι, Αιγύπτιοι, Αλβανοί, ντόπιοι). Την επίθεση (που άρχισε αμέσως) διηύθυναν ο γιος του Μουσταφά, Σαλή, και ο Σουλεϊμάν μπέης. Οι έγκλειστοι, εμπνεόμενοι από τη γενναιότητα και την αποφασιστικότητα του Γαβριήλ και του φρούραρχου Δημακόπουλου, απέκρουαν τις πανωτές λυσσαλέες επιθέσεις των Τούρκων. Το απόγευμα οι Τούρκοι κατέλαβαν τον ανεμόμυλο και τους σταύλους του μοναστηριού. Αυτό κατέστησε δεινή τη θέση των πολιορκημένων. Οι εκκλήσεις τους στον Κορωναίο για βοήθεια ήταν αδύνατο να ικανοποιηθούν. Πριν χαράξει η επομένη έφθασαν τα τούρκικα πυροβόλα, και η περίφημη «μπουμπάρδα κουτσαχείλα». Άρχισε  ανηλεής βομβαρδισμός της μονής. Το απόγευμα γκρεμίστηκε η δυτική πύλη απόπου ξεχύθηκαν στην αυλή ουρλιάζοντας τα έξαλλα στίφη. Οι επαναστάτες τούς χτυπούσαν από παντού. Έγινε κόλαση. Επικράτησαν σκηνές αλλοφροσύνης ανάμεσα στα γυναικόπαιδα. Η αυλή γέμισε πτώματα, οθωμανών και χριστιανών, πάνω από τα οποία περνούσαν τα νέα μανιασμένα στίφη. Πολλά γυναικόπαιδα κατέφυγαν στην πυριτιδαποθήκη.

   Εκεί εκτυλίχθηκε η κορύφωση του δράματος. Άλλο δεν απέμενε στους υπερασπιστές παρά ή να παραδοθούν στους σφαγείς τους ή –όπερ ταυτό αλλ’ αξιοπρεπέστερο- να αυτοθυσιαστούν. Η ηγεσία επέλεξε το δεύτερο. Ο Κων. Γιαμπουδάκης ή ο Εμμ. Σκουλάς ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη, παρασέρνοντας στο θάνατο όσα γυναικόπαιδα κατέφυγαν εκεί ή στα πλησίον κελιά και πολλούς Τούρκους. Μετά όρμησαν Τούρκοι κι Αλβανοί κι έσφαξαν ανελέητα τους ζωντανούς. Από τους 964 εγκλείστους σώθηκαν 3-4, ενώ 114 αιχμαλωτίστηκαν. Αλλά και οι σφαγείς δεν έμειναν αλώβητοι. Οι νεκροί και οι τραυματίες πρέπει να ξεπέρασαν τους 1500.

    Ο διεθνής αντίκτυπος από αυτή τη μεγαλειώδη θυσία ήταν ανάλογος μ’ εκείνον του ηρωικού Μεσολογγίου. Κινητοποιήθηκε η διεθνής αλληλεγγύη προς τους Κρήτες και τον αγώνα τους.

      9. Ήταν το δεύτερο και ισχυρότερο πλήγμα που δέχτηκε το ηθικό των επαναστατών και η τονοτικότερη ένεση στο φρόνημα των τυράννων. Τα εντονότερα δείγματα του πρώτου εμφανίστηκαν στο Ηράκλειο και στο Ρέθυμνο.

     Το Νοέμβ. οι επαναστάτες συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τις δυνάμεις του Μεχμέτ πασά. Στην Κίσσαμο έφθασε σώμα εθελοντών υπό το συνταγματάρχη Χρ. Βυζάντιο κι επιδόθηκε στην πολιορκία του κάστρου, παρά την αντίθεση της Γεν. Συνέλευσης και του Ζυμβρακάκη. Στις 20/11 επιχείρησαν επίθεση που όχι μόνο απέτυχε αλλά προκάλεσε και το θάνατο 50 επαναστατών. Ο Μουσταφά έσπευσε από το Ρέθυμνο στην Κίσσαμο (24/11). Η πολιορκία λύθηκε. Ήταν πια ελεύθερος να καταπνίξει την επανάσταση στην Κυδωνία και στο Σέλινο

     Στις 27/11 με 8.000 στρατό ξεκίνησε από τα Χανιά για την Κυδωνία. Στις 30/11 έφθασε στους Λάκκους όπου ήταν συγκεντρωμένες πολλές δυνάμεις επαναστατών υπό τους Ζυμβρακάκη και Χατζημιχάλη. Συνάφθηκε σφοδρή μάχη που κράτησε ώρες. Υποχώρησαν στη Ζούβρα για νέα αντίσταση. Μετά οι επαναστατικές δυνάμεις διχάστηκαν. Ένα τμήμα υπό τους Κορωναίο και Βυζάντιο κατέλαβε το χωριό Χωστή, ενώ το άλλο (περισσότεροι) υπό τους Χατζημιχάλη, Ζυμβρακάκη και Κριάρη οχυρώθηκε στη θέση Φώκες, για να διαλυθεί σε λίγες μέρες από τις δυνάμεις του Μουσταφά.

      Στις 8/12 ο Μουσταφά, ανενόχλητος, εισέβαλε στην επαρχία Σελίνου. Σαν να μην έφθαναν οι υπέρτερες τουρκικές ορδές, ανέκυψαν και έριδες ανάμεσα στους ηγέτες της επανάστασης. Παρενέβη η Γεν. Συνέλευση και διευθετήθηκαν προσωρινά οι διαφωνίες.

     Στις 19/12 ο Μουσταφά κάλεσε τους Σφακιανούς να σπεύσουν να τον συναντήσουν. Καθώς εκείνοι δεν ανταποκρίθηκαν, έστειλε στις 31/12 εναντίον τους 1500 άντρες, καταφθάνοντας σε λίγο και ο ίδιος που κατέλαβε το χωριό Κομιτάδες και τη Χώρα Σφακίων (Εμπρόσγιαλο).

     Στις 8/1/1867 2000 επαναστάτες κατέλαβαν όλες τις επίκαιρες θέσεις γύρω από την Αγία Ρουμέλη, αιφνιδιάζοντας τις εκεί τουρκικές δυνάμεις και προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες. Σε λίγες μέρες η περιοχή εκκαθαρίστηκε. Οι Σφακιανοί πολεμιστές, όμως, είχαν την αχίλλειο πτέρνα τους: ήταν οι δεινοπαθούσες και κινδυνεύουσες οικογένειές τους. Αν δεν εύρισκαν τρόπους να τις φυγαδεύσουν, θα αναγκάζονταν να υποκύψουν. Και το έκαμαν υποκριτικά στο Μουσταφά. Αυτό βόλευε και τον παμπόνηρο Τούρκο.

    Επιστρέφοντας στα Χανιά ο Μουσταφά, έπεσε σε ενέδρα Σφακιανών στα στενά του Κατρέ και πετσοκόφτηκε. Έφθασε στα Χανιά με το μισό του στρατό.

    10. Στις 27/12/1866 έφθασε στην Κρήτη ο Μανιάτης συνταγματάρχης Δ. Πετροπουλάκης με 550 εθελοντές και εγκαταστάθηκε στον Αλμυρό. Εσπευσμένα ο Ρεσίτ πασάς κινήθηκε εναντίον του με 3.000 άντρες. Μετά από μάχη σώμα με σώμα οι εθελοντές του Πετροπουλάκη υποχώρησαν. Προτού χαρεί τη νίκη του ο Ρεσίτ, δέχτηκε επίθεση από τους Ντεντιδάκη, Σκουλά, Κόρακα και Ρωμάνο και υποχρεώθηκε να υποχωρήσει άτακτα και να επιστρέψει στο Ηράκλειο. Νέα ήττα, όμως, τον περίμενε στις 15/1/1867 στο Μαλεβίζι. Σε νέα του, ενισχυμένος, απόπειρα αναχαιτίστηκε, μετά από διήμερη μάχη, αφήνοντας 600 νεκρούς. Ανάμεσα στους λίγους σχετικά νεκρούς επαναστάτες ήταν και ο Παυλής Ντεντιδάκης, οπλαρχηγός του Μαλεβιζίου.

      Και στο Ρέθυμνο γίνανε το Φεβρ. αρκετές μάχες. Στις 27/1 ο Αλή Σαρχός με ισχυρή δύναμη κατευθυνόταν στο Σέλινο, στη θέση Χωστή όμως δέχτηκε σφοδρή επίθεση από τους Κορκίδη, Χατζημιχάλη, Ζυμβρακάκη κ.ά. και υποχρεώθηκε να γυρίσει στα Χανιά.

       Ήττες υπέστησαν οι Τούρκοι με σημαντικές απώλειες και σε σκληρές μάχες που έγιναν στις 16/3 στο Αμπελάκι (Μωράκης και Γενίσαρλης) και στις 19/3 στο ίδιο μέρος από τον Κορωναίο.

   Διαπιστώνοντας η Πύλη ότι ο Μουσταφά, παρά τη σκληρότητα και τις επιτυχίες του, δεν κατάφερε να καταστείλει την επανάσταση, στα μέσα Μαρτίου 1867 τον ανακάλεσε και τον αντικατέστησε με τον Ομέρ πασά στη θέση του γενικού διοικητή.

      11. Τον Ιανουάριο η Πύλη θέλησε να φορέσει το προσωπείο της μετριοπάθειας και διαλλακτικότητας. Προς τούτο έστειλε στο νησί τον Σερβέρ εφέντη για να μεθοδεύσει την εκλογή από κάθε επαρχία δυο αντιπροσώπων, ένα χριστιανό και ένα μουσουλμάνο, που θα πηγαίνανε στην Κων/πολη για να συζητήσουν και καθορίσουν τα μέτρα που έπρεπε να παρθούν για τη βελτίωση της ζωής των Κρητικών και της κατάστασης στην Κρήτη. Ο τρόπος, όμως, εκλογής των χριστιανών και τα πρόσωπα που εκλέχτηκαν κρίθηκαν απαράδεκτα από τους Κρήτες. Εξάλλου οι επαναστάτες είδαν αυτήν την τουρκική πρωτοβουλία σαν έναν παραπλανητικό ελιγμό, για να επηρεάσουν τη διεθνή κοινή γνώμη που έβλεπε πλέον με συμπάθεια τον αγώνα τους και το Κρητικό Ζήτημα απασχολούσε τις πολιτικές των μεγάλων ευρωπαϊκών Δυνάμεων: Στις 28/11/1866 η Ρωσία με υπόμνημά της στο Γάλλο αυτοκράτορα μιλούσε για ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η Γαλλία στις αρχές του 1867 μιλούσε αρχικά για αυτονομία και στη συνέχεια για ένωση όχι μόνο της Κρήτης αλλά και της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Το Μάρτη του 1867 τα ευρωπαϊκά ανακτοβούλια, πλην του αγγλικού, δέχτηκαν πρόταση της Γαλλίας για διεξαγωγή στην Κρήτη δημοψηφίσματος. Το Γενάρη μετριάστηκε κάπως και η αμετακίνητα αρνητική στάση της Αγγλίας.

      Στην Ελλάδα η κυβέρνηση Αλ. Κουμουνδούρου με υπουργό Εξωτερικών το Χαρ. Τρικούπη επιδίωξε να εντάξει το Κρητικό στο ευρύτερο Ανατολικό Ζήτημα. Ο Δεληγιάννης, όμως, διαφωνούσε, θεωρώντας το αυτοτελές.

     12. Ήταν επόμενο με τη βιασύνη που εκδηλώθηκε η Κρητική επανάσταση να έχει οργανωτικές αδυναμίες και ελλείψεις, οι οποίες γίνονταν εμφανέστερες κι εντονότερες όσο εκτυλίσσονταν τα πολεμικά γεγονότα. Μια πτυχή αυτού ήταν και η έλλειψη ενός κεντρικού πολιτικού φορέα. Γιαυτό το Φεβρ. του 1867 σχηματίστηκε προσωρινή κυβέρνηση από μέλη της Γεν. Συνέλευσης ως εκτελεστική αρχή. Στις 8/4 η Γεν. Συνέλευση διόρισε ως κυβερνήτη της Κρήτης το Δ. Μαυροκορδάτο, αυτός όμως δεν έφθασε ποτέ στην Κρήτη.

     Η έλλειψη κεντρικού συντονιστικού οργάνου είχε ως συνέπεια και τη σοβαρή έλλειψη σε εφόδια, τουλάχιστο ως τα μέσα του 1867. Καθυστερούσε ακόμη και το ζωτικότατο ζήτημα της μεταφοράς των γυναικοπαίδων εκτός Κρήτης, στην Ελλάδα. Αυτή η διαδικασία άρχισε στα τέλη του 1866 με ένα αγγλικό πολεμικό κι ένα ρωσικό. Μ’ έντονη, όμως, παρέμβαση της Τουρκίας διακόπηκε, για να επαναληφθεί στα μέσα του 1867.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου