ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (1866 - 1869)

1. Τα αίτια και η έναρξη

      1. Η φλόγα της λευτεριάς/απελευθέρωσης από τον πολύχρονο οθωμανικό ζυγό ποτέ δεν έσβησε ή υποστάλθηκε στις καρδιές των Κρητών. Και πώς να γίνει αυτό, όταν οι χριστιανοί Κρήτες υπέφεραν τα πάνδεινα. Η ζωή τους δεν άλλαξε ούτε με το Χάτι Χουμαγιούν (1856) ούτε με το σουλτανικό φιρμάνι (1858), που άλλωστε ουδέποτε τηρήθηκαν στο σύνολό τους. Τα καταπιεστικά μέτρα συνεχίστηκαν ή και σκλήρυναν.

      Και η φλόγα έγινε λάβα στις αδούλωτες κρητικές ψυχές το 1864, όταν είδαν να εκπληρώνονται οι πόθοι των αδελφών τους Επτανησίων. Αυτό γιγάντωσε και την αποφασιστικότητα και τις ελπίδες τους.

     Το φθινόπωρο του 1864 ορισμένοι πρόκριτοι των δυτικών επαρχιών έστειλαν αναφορά στο σουλτάνο ζητώντας να εφαρμοστούν τα προνόμια του φιρμανιού του 1858. Απάντηση δεν έλαβαν. Πιθανόν η αναφορά τους να μην έφθασε στο σουλτάνο. Μετά από αυτό, το Νοέμ. 1864 αντιπροσωπία τους έφθασε στην Αθήνα όπου συνάντησαν τον Αλέξ. Κουμουνδούρο, υπουργό Εσωτερικών, και του εμπιστεύτηκαν την πρόθεσή τους τον επόμενο χρόνο να επαναστατήσουν. Αυτός τους απέτρεψε.

       2. Τα πράγματα, όμως, όδευαν προς εξέγερση. Τη διευκόλυνε το «Μοναστηριακό»: Συνέβη στην ανατολική Κρήτη. Αφορούσε τη διαχείριση των τεράστιων προσόδων των μονών. Οι χριστιανοί διχάστηκαν: από τη μια ο μητροπολίτης, οι επίσκοποι, οι ηγούμενοι και η δημογεροντία του Ηρακλείου απαιτούσαν να έχουν την αποκλειστική διαχείριση. Από την άλλη: οι προοδευτικοί των ανατολικών επαρχιών, οι προύχοντες και οι καπεταναίοι ζητούσαν να μετέχουν στην εποπτεία της διαχείρισης κι εκπρόσωποι του λαού, μέρος δε των προσόδων να διατίθενται για κοινωφελείς σκοπούς. Για την επίλυση της διαμάχης (πριν ένα χρόνο άρχισε) αναμίχθηκε προσωπικά και ο Τούρκος διοικητής Ισμαήλ. Από αυτή ευνοήθηκε η πλευρά του μητροπολίτη. Αυτό προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των ανατολικών επαρχιών.

    Εκφραστής αυτής της δυσαρέσκειας ήταν ο Ιωάννης Μητσοτάκης, υποπράξενος της Ρωσίας στο Ηράκλειο. Οργανώθηκε Μυστική Εταιρεία με διασύνδεση με εξόριστους στην Αθήνα Κρητικούς. Στις αρχές του 1866 γίνανε αλλεπάλληλες επαφές. Οι Σφακιανοί αρχικά ήταν αναποφάσιστοι. Στις 10/4/1866 συγκεντρώθηκαν στον Ομαλό περί τους 3 προκρίτους των δυτικών επαρχιών. Από εκεί μετέβησαν στη θέση Μουτσουνάρια, κοντά στα Χανιά. Στο τέλος του μήνα έφθασαν εκεί όλοι οι απεσταλμένοι των δυτικών επαρχιών και πλήθος κόσμου (περί τους 4.000). Ο Ισμαήλ προσπάθησε να τους διαλύσει, παρά τον ειρηνικό χαρακτήρα της συγκέντρωσης. Αυτοί αξίωναν να έρθουν και οι αντιπρόσωποι του Ηρακλείου και της Ρεθύμνης.

     3. Μετά η επιτροπή πήγε στην Αγ. Κυριακή (μετόχι της μονής Χρυσοπηγή) όπου συγκεντρώθηκαν οι αντιπρόσωποι όλων των επαρχιών (εκτός ελαχίστων). Στις 14/5 συνέταξαν αναφορά προς το σουλτάνο ζητώντας: ανακούφιση από τους δυσβάσταχτους φόρους και δασμούς, ελευθερότερη εκλογή συμβούλων και δημογερόντων, ίδρυση δανειστικής τράπεζας, σεβασμό των προσωπικών ελευθεριών, ν’ ανοίξουν τα δευτερεύοντα λιμάνια, την αποστολή αμερόληπτης επιτροπής για να εξετάσει τα αιτήματά τους κ.ά. Κοινοποίησαν την αναφορά τους και στους προξένους των Δυνάμεων, προσθέτοντας σε αυτές και αίτημα παροχής καθεστώτος Ηγεμονίας. Την επομένη έστειλαν μυστικό υπόμνημα και στους βασιλείς της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας, επικαλούμενοι τη συμβολή τους για ένωση με την Ελλάδα. Μεταξύ των Κρητικών δεν υπήρχε ομογνωμία ως προς το χειρισμό της υπόθεσης και τα στάδια/φάσεις από τις οποίες θα έπρεπε αυτή να περάσει.

      4. Κρίση ανέκυψε τότε και στις σχέσεις Αυστρίας – Πρωσίας. Επίσης αστάθεια στις παραδουνάβιες ηγεμονίες με την ανατροπή του ηγεμόνα Αλ. Κούζα. Οι μεγάλες Δυνάμεις, για να προλάβουν γενικότερη ανάφλεξη, συγκάλεσαν στις αρχές Μαρτίου σύσκεψη στο Παρίσι. Σε αυτήν προσέβλεπαν και οι Κρήτες, καθώς και στην ευνοϊκή θέση της ελληνικής κυβέρνησης. Συμπαράσταση είχαν και από το Ρώσο πρόξενο στα Χανιά Σπ. Δενδρινό και, φυσικά, τον υποπρόξενο Ι. Μητσοτάκη. Από τις μεγάλες Δυνάμεις μόνο η Ρωσία τήρησε ευνοϊκή στάση απέναντι στα κρητικά αιτήματα. Η Αγγλία φανατικά αρνητική. Η Γαλλία αρκετά επιφυλακτική αρχικά, για να διολισθήσει σταδιακά προς την αγγλική στάση. Αντίθετα, ευνοϊκές ήταν οι θέσεις των ΗΠΑ και της Ιταλίας.

      5. Αυτή την περίοδο στην Ελλάδα υπήρχε κυβέρνηση Μπ. Ρούφου. Η θέση της ήταν κάθετα αντίθετη με τυχόν ένοπλη εξέγερση. Το κατέστησε σαφές και με έγγραφό της στις 16/4/1866. Τον Ιούλιο, όμως, η «δυαδική» κυβέρνηση Βούλγαρη – Δεληγιώργη μετρίασε σημαντικά την αρνητική της στάση: επίσημα μεν ουδέτερη, παρασκηνιακά, όμως, διατηρούσε επικοινωνία με τους επαναστάτες ιδίως δια του Χαρ. Ζυμβρακάκη, υπουργού των Στρατιωτικών.

    6. Εν αναμονή της σουλτανικής απάντησης, η κατάσταση στην Κρήτη χειροτέρευε. Η απάντηση έφθασε στο γενικό διοικητή Ισμαήλ στις 20/7. Ο σουλτάνος όχι μόνο αρνιόταν να συζητήσει μαζί τους, αλλά και τους κατηγορούσε για απείθεια και τους απειλούσε με σκληρά στρατιωτικά μέτρα. Μια και δεν είχε πλέον άλλο ανοιχτό μέτωπο, ήταν σε θέση να το πράξει.

     7. Η απάντηση του σουλτάνου έδωσε το τελευταίο σπρώξιμο των Κρητικών προς την επανάσταση. Οι πιο θερμόαιμοι έσπευσαν να υψώσουν επαναστατικό λάβαρο.

Η επιτροπή των διαβημάτων μετονομάστηκε σε «Γενική Συνέλευσις των Κρητών». Ενημέρωσαν τις μεγάλες Δυνάμεις για την προκλητική απάντηση της Πύλης. Ο Ισμαήλ, έχοντας τις ‘πλάτες’ της Τουρκίας, αποθρασύνθηκε. Οι Τουρκοκρητικοί εξαγριώθηκαν και προχώρησαν σε βιαιοπραγίες, ιδιαίτερα στο Ηράκλειο και στο Ρέθυμνο. Μπροστά στην απειλή οι χριστιανοί συσπειρώθηκαν κι ετοιμάστηκαν για την αναπόφευκτη αναμέτρηση. Σχηματίστηκαν σε όλο το νησί ένοπλα τμήματα, οι λεγόμενες «κολόνες», γύρω από οπλαρχηγούς όπως τους Παναγ. Κριάρη, Χατζ. Γιάνναρη, Μ. Σκουλά, Μ. Κόρακα, Κ. Βολουδάκη κ.ά. Από τις κυρίαρχες μορφές ήταν δυο ιερομόναχοι, οι Παρθένιοι Κελαϊδής και Περίδης, που επωμίσθηκαν τη διπλωματική αλληλογραφία της Γενικής Συνέλευσης που μετεξελίχθηκε (Φεβρ. 1867) σε προσωρινή κυβέρνηση. Το εγχείρημα των Κρητών ήταν σχεδόν απονενοημένο, αφού: ο οπλισμός τους ήταν παλιός και δύσχρηστος, υποσχέσεις ενίσχυσης από την Αθήνα είχαν μεν αλλά πάντα θα υπολειπόταν της απαιτούμενης, και προπάντων είχαν απέναντί τους 25.000 τουρκοαιγυπτιακό στρατό καλά εξοπλισμένο.

      8. Τον Ιούλιο 1866 στην Αθήνα ιδρύθηκε (με ενέργειες των Αλ. Κουμουνδούρου και Μάρκου Ρενιέρη) 7μελής επιτροπή από τους: Μ. Ρενιέρη, Λ. Μελά, Δ. Μαυροκορδάτο, Ι. Σκαλτσούνη, Χρ. Χριστόπουλο, Γ. Σκουζέ και Α. Παπαδάκη ως «Κεντρική υπέρ των Κρητών Επιτροπή» για την ενίσχυση του κρητικού αγώνα. Ανάλογες επιτροπές ιδρύθηκαν και αλλού. Έτσι άρχισαν να φθάνουν στην Κρήτη εφόδια.

     9. Μαζί με τα εφόδια άρχισαν να καταφθάνουν και εθελοντές μαχητές. Η βιαιότητα του Ισμαήλ επέσπευσε την επίσημη κήρυξη της Επανάστασης. Έτσι, στις 21/8/1866 η Γενική Συνέλευση κήρυξε επίσημα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, στο χωριό Ασκύφου των Σφακίων, εκδίδοντας Ψήφισμα που επιδόθηκε στους προξένους των Δυνάμεων και της Ελλάδας. Ακολούθησε μεγαλοπρεπής δοξολογία και εν μέσω έξαλλου ενθουσιασμού και δακρύων υψώθηκε η επαναστατική σημαία.

    Οι εχθροπραξίες είχαν ήδη αρχίσει. Οι Τουρκοκρητικοί κλείστηκαν ήδη στα φρούρια, εκτός από τους Σεληνιώτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου