ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

6. Η ψήφιση του νέου Συντάγματος - Πολιτική παλίρροια (1865-66)

    1. Για τη σύνταξη του νέου Συντάγματος η Β΄ Εθνική Συνέλευση είχε συγκροτήσει 17μελή επιτροπή υπό τους Αλ. Μαυροκορδάτο ως Πρόεδρο και Ρήγα Παλαμήδη ως Αντιπρόεδρο. Η επιτροπή υπέβαλε το σχέδιο Συντάγματος στις 23/12/1863. Η αιτιολογική έκθεση συντάχθηκε από τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Ν. Ι. Σαρίπολο (πληρεξούσιο του Πανεπιστημίου).

    Επειδή οι συζητήσεις επί του Συντάγματος μάκρυναν χρειάστηκε στις 18/10/1864 ο βασιλιάς ν’ απευθύνει διάγγελμα στη Συνέλευση που υπογραφόταν και από το Υπ. Συμβούλιο, ζητώντας την επίσπευση. Έτσι, την 1/11 ψηφίστηκε το Σύνταγμα στο σύνολό του και μετά 4 μέρες υποβλήθηκε στο βασιλιά προς υπογραφή. Στο τελικό κείμενο συμπεριλήφθηκαν και μερικές από τις υποδείξεις του βασιλιά.

      Στις 28/11 ο βασιλιάς προσήλθε στην Εθνική Συνέλευση και μετά βραχεία προσφώνηση έδωσε τον από το άρθ. 43 του νέου Συντάγματος προβλεπόμενο όρκο. Την επομένη το Σύνταγμα υπογράφηκε από το Υπ. Συμβούλιο και το βασιλιά και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

     Το νέο Σύνταγμα είχε 110 άρθρα. Για τη σύνταξή του αποφασιστική ήταν η συμβολή των καθηγητών Ν. Σαρίπολου, Δ. Κυριακίδη, Π. Καλλιγά και Εμμ. Κόκκινου. Καίριο χαρακτηριστικό του νέου Συντάγματος ήταν (σε αντίθεση μ’ εκείνο του 1844) η καθιέρωση ως πολιτεύματος της «βασιλευομένης δημοκρατίας» αντί της «συνταγματικής μοναρχίας».

      2. Το 1865 άρχισε με την άφιξη στην Ελλάδα του Ιουλίου Γλύξμπουργκ, θείου του βασιλιά Γεωργίου Α΄. Έγινε με υπόδειξη της Αγγλίας σύμβουλος του βασιλιά με αφορμή την περίπτωση του Γουλ. Σπόννεκ. Στις 18/1/1865, εν απουσία του βασιλιά, ο Ιούλιος κάλεσε στ’ ανάκτορα τους κορυφαίους πολιτικούς. Όλοι δυσανασχέτησαν (πολλοί και έντονα) για την ανάμιξη του Ιουλίου στα εσωτερικά της χώρας. Αντίθετα, οι Ζαϊμης, Μιαούλης και Χρηστίδης υποστήριξαν ότι ο Ιούλιος θα μπορούσε/έπρεπε να είναι σύμβουλος του βασιλιά αντί του Σπόννεκ. Ο βασιλιάς την επομένη εξέφρασε στο Υπ. Συμβούλιο τη διαφωνία του με την ενέργεια του θείου του και ότι ζήτησε να φύγει από τη χώρα. Ήταν, όμως, πράγματι απληροφόρητος ο Γεώργιος για την αποστολή και τις πρωτοβουλίες του Ιουλίου; Είναι πάντως αλήθεια ότι το πρόγραμμά του ήταν υπερβολικά φορτωμένο.

      Ο Δανός Γουλ. Σπόννεκ, ανώτερος κρατικός λειτουργός και πολιτικός της Δανίας, ήρθε το καλοκαίρι του 1863 στην Ελλάδα ως σύμβουλός του. Ήταν φιλελεύθερος. Καμία από τις τρεις Δυνάμεις δεν τον ήθελε ως σύμβουλο του βασιλιά. Αναχώρησε από την Ελλάδα στις 20/11/1865.

     3. Από το νέο Σύνταγμα προβλεπόταν ένα συμβουλευτικό σώμα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, που θα γνωμάτευε επί των σχεδίων νόμων που θα εισήγοντο στη Βουλή προς συζήτηση.

       Ο διορισμός των μελών του Συμβουλίου θα γινόταν από το βασιλιά με πρόταση της Κυβέρνησης. Τα μέλη, όμως, της κυβέρνησης Κανάρη δε συμφωνούσαν στα πρόσωπα. Ούτε άλλωστε υπήρχε ενδιαφέρον από τους κορυφαίους νομομαθείς, ένεκα του γλίσχρου των αμοιβών. Τελικά ο πρώτος πυρήνας του Συμβουλίου διορίστηκε στις 25/1 και συμπληρώθηκε ως το Σεπτ. Δεν πρόλαβε, όμως, να ευδοκιμήσει. Στις 20/11 η Βουλή το κατήργησε. Εξάλλου η περίληψή του στο Σύνταγμα έγινε με οριακή πλειοψηφία. Ο βασιλιάς σύρθηκε σε αποδοχή της κατάργησης.

       4. Στις 26/2/1866 ο Κ. Κανάρης υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του, ελπίζοντας ότι θα λάμβανε και πάλι εντολή. Ο βασιλιάς, όμως, ανέθεσε το σχηματισμό κυβέρνησης στον Αλ. Κουμουνδούρο. Διαψεύστηκαν όσοι περίμεναν λαϊκή αντίδραση στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου.

       5. Από το Σύνταγμα προβλεπόταν ότι μέχρι τον Οκτ. 1865 θα έπρεπε να γίνουν εκλογές. Ο Κουμουνδούρος επιθυμούσε την επίσπευσή τους. Και το πέτυχε. Προκηρύχθηκαν για τις 14/5/1865. Με το περί διενέργειας των εκλογών διάταγμα καθορίζονταν οι εκλογικές περιφέρειες σε 62 και οι βουλευτικές έδρες σε 177. Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι Έλληνες πολίτες που συμπλήρωναν το 21ο έτος, είχαν περιουσία ή ασκούσαν κάποιο επάγγελμα ή επιτήδευμα. Αποκλείονταν οι γυναίκες, οι άκληροι, ανεπάγγελτοι, παράφρονες, κατάδικοι, υπόδικοι για κακούργημα και όσοι έχασαν τη διαχείριση της περιουσίας τους. Για τους εκλόγιμους υπήρχαν και πρόσθετα κωλύματα. Η ψηφοφορία θα γινόταν με μαύρα και άσπρα σφαιρίδια που θα ρίχνονταν σε χυτοσιδηρές κάλπες, χωρισμένες εσωτερικά σε δυο μέρη που αντιστοιχούσαν στα δυο χρώματα. Εξωτερικά το δεξιό μέρος ήταν άσπρο κι έγραφε «ΝΑΙ», ενώ το αριστερό ήταν μαύρο κι έγραφε «ΟΧΙ» (εντεύθεν και «μαύρισμα» η καταψήφιση). Ο Κουμουνδούρος διενήργησε έντιμες εκλογές.

      Τελικά η πρώτη Βουλή της «Βασιλευομένης Δημοκρατίας» είχε 181 βουλευτές (177 εκλεγμένοι και 4 που πρόσθεσε η ίδια). Ο Κουμουνδούρος πίστευε ότι ήταν ο νικητής των εκλογών. Αυτό αποδείχτηκε και στην εκλογή του Προέδρου της Βουλής, που την κέρδισε ο εκλεκτός του Ευθ. Κεχαγιάς με 96 ψήφους. Εντούτοις στις 13/10 και 9/11 σε ψηφοφορίες εμπιστοσύνης η κυβέρνησή του μειοψήφησε.

      5. Στις 28/5/1865 άρχισαν οι εργασίες της Βουλής με το «λόγο του στέμματος». Τον έγραψε ο Κουμουνδούρος και περιλάμβανε σε αδρές γραμμές το κυβερνητικό πρόγραμμα: α) φιλικές σχέσεις με ξένες δυνάμεις, β) προστασία της έννομης τάξης και των ατομικών δικαιωμάτων, γ) επικύρωση των επειγόντων διαταγμάτων της κυβέρνησης από τη Βουλή, δ) ψήφιση νομοσχεδίων για τη διανομή της εθνικής γης κτλ., ε) κατάρτιση διοικητικού και κοινοτικού οργανισμού για την αποκέντρωση και την αποδοτική διοίκηση. Με παρέμβασή του ο Κουμουνδούρος στις 17/5 συμπλήρωσε το βασιλικό λόγο, υποσχόμενος και άλλες κυβερνητικές πρωτοβουλίες.

   7. Οι εργασίες της Βουλής διακόπηκαν στις 31/7, διευκολύνοντας έτσι το έργο της κυβέρνησης. Στις 10/9 επαναλήφθηκαν οι εργασίες της Βουλής. Ο Κουμουνδούρος προχώρησε σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Ο τρόπος, όμως, που τον διενήργησε κατέληξε σε ανατροπή του, όταν (στις 11/10/1865) καταψηφίστηκε από τη Βουλή ένα κρίσιμο νομοσχέδιο για την εξοικονόμηση πόρων προς βελτίωση των συγκοινωνιών.

    8. Ο βασιλιάς ανέθεσε στον Υδραίο Δ. Βούλγαρη το σχηματισμό κυβέρνησης. Αυτός αξίωσε την απομάκρυνση του Σπόννεκ, επειδή τον θεωρούσε φιλοκουμουνδουρικό. Ο βασιλιάς απάντησε εγγράφως, αρνούμενος κάποιο επίσημο ρόλο του Σπόννεκ. Ο Βούλγαρης ανταπάντησε εγγράφως, αρνηθείς να σχηματίσει κυβέρνηση.

     9. Αυτή τη φορά η βασιλική εντολή δόθηκε στον Επ. Δεληγιώργη. Αυτός στις 20/10 σχημάτισε κυβέρνηση μόλις στα 36 του χρόνια (ο νεότερος Έλληνας πρωθυπουργός ως σήμερα – 2014). Η κυβέρνηση Δεληγιώργη ορκίστηκε και παρουσιάστηκε στη Βουλή χωρίς να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης (δεν υποχρεούνταν). Αμέσως υπέβαλε στη Βουλή τον προϋπολογισμό του 1865 προς ψήφιση(!). Μόλις ψηφίστηκε (29/10) υπέβαλε την παραίτησή του, επικαλούμενος υπόσκαψη της κυβέρνησής του από την Αυλή (υπονοώντας ασφαλώς τον Σπόννεκ, ο οποίος στις 25/10 παρακάθεσε σε γεύμα του βασιλιά στην κυβέρνηση) εν αγνοία του βασιλιά. Ο βασιλιάς, αφού προσπάθησε να τον μεταπείσει, τελικά (στις 30/10) την έκαμε δεκτή.

       10. Μετά την άρνηση του Μπ. Ρούφου, η εντολή δόθηκε και πάλι στο Δημ. Βούλγαρη, ο οποίος στις 3/11 σχημάτισε κυβέρνηση, η οποία ζήτησε από το βασιλιά να κλείσει τη Βουλή ως το Γενάρη του 1866. Όταν ο βασιλιάς αρνήθηκε, ο Βούλγαρης παραιτήθηκε (5/11). Η αξίωση του Βούλγαρη δεν ήταν αντισυνταγματική.

       11. Την επομένη ορκίστηκε νέα κυβέρνηση αποτελούμενη από τους: Αλέξ. Κουμουνδούρο (Πρόεδρο και υπουργό Εσωτερικών και Εξωτερικών), Σωτ. Σωτηρόπουλο (Οικονομικών), Περ. Αναρ. Πετράκη (Δικαιοσύνης), Κων. Λομβάρδο (Παιδείας) και Τριαντ. Λαζαρέττο (Στρατιωτικών και Ναυτικών). Η νέα κυβέρνηση εμφανίστηκε στη Βουλή στις 9/11. Διεξήχθη συζήτηση σχετικά με την αναγκαιότητα η κυβέρνηση να στηρίζεται στη «δεδηλωμένη» της Βουλής. Η κυβέρνηση καταψηφίστηκε κι ‘έπεσε’.

    12. Νέα κυβέρνηση σχημάτισε (στις 13/11) ο Επ. Δεληγιώργης. Η επάνοδος στην πρωθυπουργία του Δεληγιώργη συνέπεσε με την αναχώρηση του Σπόννεκ, αφού ο Γεώργιος δεν ανεχόταν και ζήτησε την ανάκλησή του (κατ’ άλλη εκδοχή, έφυγε αυτοβούλως). Ο Δεληγιώργης επανέφερε το αίτημά του για διακοπή των εργασιών της Βουλής. Αυτή, όμως, το απέρριψε (25/11). Ο Μεσολογγίτης πολιτικός παραιτήθηκε και πάλι.

     13. Μετά από αυτή την παρατεινόμενη ακυβερνησία, ο Κουμουνδούρος πρότεινε το σχηματισμό «συμμαχικής κυβέρνησης». Μπροστά στο αδιέξοδο, συμφώνησε και ο Δημ. Βούλγαρης. Έτσι, σχηματίστηκε στις 28/11 η πολλοστή μέσα σε 40 μέρες κυβέρνηση, υπό τον Μπ. Ρούφο αυτή τη φορα. Διορίστηκαν 6 υπουργοί, 3 του Κουμουνδούρου και 3 του Βούλγαρη. Αυτή η κυβέρνηση ψήφισε τον προϋπολογισμό του 1866, το νόμο για την επέκταση του ελλαδικού νομικού καθεστώτος και στα Επτάνησα, και άλλους καινούργιους νόμους.

      13. Φεύγοντας ο Σπόννεκ από την Ελλάδα, επισκέφθηκε το Παρίσι και το Λονδίνο όπου διέδιδε ότι ο Γεώργιος κινδυνεύει. Ανάλογο μήνυμα έστειλε και ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών στον πατέρα του Γεωργίου, ζητώντας του να παρέμβει στην Αγγλία ώστε να δραστηριοποιηθούν οι προστάτιδες Δυνάμεις για τη σταθεροποίηση του ελληνικού θρόνου. Αυτό και έγινε. Διαμηνύθηκε στους κορυφαίους Έλληνες πολιτικούς να δείξουν μεγαλύτερο πατριωτισμό. Ο Γεώργιος ενοχλήθηκε από την ενέργεια του πατέρα του και παρακάλεσε τους πρεσβευτές των Δυνάμεων να μην ανακατευθούν και να τον αφήσουν να διευθετήσει μόνος του την κατάσταση, ευχαριστώντας τους ταυτόχρονα για τη στήριξη που του προσφέρουν. Ο Άγγλος πρεσβευτής Έρσκιν, όμως, δε συμμορφώθηκε με τη βασιλική επιθυμία, μεταφέροντας στους Κουμουνδούρο και Βούλγαρη τις οδηγίες της κυβέρνησής του. Η εν γένει, όμως, κατάσταση στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο τραγική όσο την έβλεπαν οι ξένοι. Είχαν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι.

     14. Στις 22/1/1866 ο βασιλιάς διέκοψε για ένα εξάμηνο την έκτακτη σύνοδο της Βουλής -που είχε συγκαλέσει η «συμμαχική κυβέρνηση»- και ταυτόχρονα πρότεινε στον Μπ. Ρούφο να παραιτηθεί. Μετά βολιδοσκόπησε τους Βούλγαρη και Κουμουνδούρο αν ήταν δατεθειμένοι να συνεργαστούν. Αρνήθηκαν μεν και οι δύο, δήλωσαν, όμως, ότι δεν είχαν αντίρρηση να παραμείνει ο Μπ. Ρούφος με εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς. Κατόπιν αυτού, στις 26/1 σχηματίστηκε εκ νέου κυβέρνηση Μπεν. Ρούφου με νέους υπουργούς.

    Η κυβέρνηση αυτή προκήρυξε δημοτικές εκλογές που διενεργήθηκαν χωρίς αμφισβητήσεις από 31/3 ως 3/4/1866. Στην Αθήνα εκλέχτηκε ο Γεώργιος Σκούφος και στον Πειραιά ο Δημ. Μουτζόπουλος. Τίποτε άλλο αξιόλογο δεν έπραξε στο βραχύτατο βίο της.

       15. Στις 30/5 ο βασιλιάς κάλεσε στ’ ανάκτορα τους πρέσβεις των τριών Δυνάμεων και τους μίλησε για τις διαδόσεις κατά της κυβέρνησης και ότι δήθεν αυτή σχηματίστηκε κατά αγγλική υπόδειξη. Διέψευσε αυτή τη φημολογία και το μόνο που ζήτησε ήταν 1,5 εκ. δρχ.. Εκείνοι του υπέδειξαν να σχηματίσει κοινοβουλευτική κυβέρνηση.

     Συμμορφούμενος ο Γεώργιος, στις 2/6 κάλεσε τους τρεις πολιτικούς αρχηγούς (Κουμουνδούρο, Βούλγαρη και Δεληγιώργη) και τους ζήτησε να συνεργαστούν σε κυβερνητικό σχήμα. Ως τριάδα διαφώνησαν σε τρία βασικά σημεία. Οι δυο όμως (Βούλγαρης, Δεληγιώργης) συμφώνησαν να συμπράξουν. Έτσι σχηματίστηκε δυαδική κυβέρνηση με Πρόεδρο το Δ. Βούλγαρη και τον Επ. Δεληγιώργη υπουργό Εξωτερικών και Δικαιοσύνης. Αυτή η κυβέρνηση υπέδειξε αμέσως στο βασιλιά ‘σφιχτή’ οικονομική πολιτική.

     Οι δύο συνεργοί γνώριζαν ότι σαν άνοιγε η Βουλή δε θα στήριζε την κυβέρνησή τους, γιαυτό άρχισαν να προετοιμάζονται για εκλογές, τις οποίες ο Βούλγαρης προγραμμάτιζε πρι την έναρξη (1/11) των εργασιών της β΄ συνόδου της Βουλής. Ο βασιλιάς, όμως, δε συμφώνησε. Απλά ανέβαλε για 40 μέρες τη σύγκληση της Βουλής.

     16. Το δεύτερο 10ήμερο Δεκ. παραιτήθηκε η «δυαδική» κυβέρνηση. Στις 18/12 ορκίστηκε νέα υπό τον Αλ. Κουμουνδούρο (και υπουρ. Εσωτερικών και Δικαιοσύνης) και υπουργό Εξωτερικών το Χαρ. Τρικούπη (35 ετών). Άλλοι υπουργοί: Δημ. Βότσαρης (Στρατιωτικών), Κων. Λομβάρδος (Δικαιοσύνης), Χαρ. Τρικούπης (Παιδείας), Δημ. Γρίβας (Ναυτικών) και Ευθ. Κεχαγιάς (Οικονομικών). Αυτή η κυβέρνηση μακροημέρευσε (ως το Δεκ. 1867).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου