ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (1974-1981)

Α΄. ΕΚΤΟΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
1. Οι σχέσεις με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ

     Το Δεκ. 1974 ο Κων. Καραμανλής διέπραξε το σοβαρότερο σφάλμα της πολιτικής του σταδιοδρομίας: ανακοίνωσε στη Βουλή α) την έναρξη των διαδικασιών «αποχωρήσεως από την στρατιωτικήν συμμαχίαν», δηλ. το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, και β) την αναθεώρηση του «καθεστώτος των εν Ελλάδι αμερικανικών βάσεων». Εξαιτίας του πρώτου η χώρα διακινδύνευσε πολλά χωρίς καμιά σχεδόν ωφέλεια, διότι η Τουρκία αξιοποίησε τη νέα κατάσταση για να προωθήσει στο Αιγαίο τις πάγιες επιδιώξεις της. Ήταν ασφαλώς μια απόφαση «εν θερμώ», κάτω από την καταθλιπτική πίεση όσων συνέβησαν στην Κύπρο.

     Βέβαια ήταν προφανές και στους συμμάχους (βλ. κυρίως ΗΠΑ) ότι επρόκειτο για μια αντίδραση διαμαρτυρίας και άσκησης πίεσης, προκειμένου ν’ αρθούν οι λόγοι που την προκάλεσαν, κυρίως η επίλυση του Κυπριακού. Αυτό τονιζόταν μετ’ επιτάσεως στις σχετικές συζητήσεις. Αμέσως, όμως, η Κυβέρνηση διαπίστωσε τις αρνητικές –μόνο, δυστυχώς- επιπτώσεις που είχε η κίνησή της αυτή στα εθνικά μας θέματα. Γιαυτό έσπευσε από τις αρχές του 1977 να επανορθώσει το λάθος της, ζητώντας την επανασύνδεσή της με το ΝΑΤΟ με ένα καθεστώς «ειδικής σχέσης»: α) σε καιρό ειρήνης οι Ένοπλες Δυνάμεις να βρίσκονται υπό απόλυτη εθνική διοίκηση, β) σε περίπτωση γενικότερης διεθνούς σύρραξης πλήρης αμυντική συνεργασία, γ) ίδρυση στη Λάρισα περιφερειακού συμμαχικού Αρχηγείου, και δ) όσον αφορά το Αιγαίο, επάνοδο στον προ του 1974 επιχειρησιακό του έλεγχο.

      Αυτά ζητούσε η Ελλάδα. Και στις 24/5/78 επιτεύχθηκε κατ’ αρχάς συμφωνία, «προκαταρκτική» ονομάστηκε. Όταν, όμως, το θέμα ήρθε ως εισήγηση στα ανώτερα συμμαχικά όργανα για τη λήψη οριστικής απόφασης, η Τουρκία αξίωσε, για να συναινέσει, τον έλεγχο του Αιγαίου. Προτάθηκαν διάφορες εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες, όμως, απορρίφθηκαν από την Ελλάδα.

      Η αμετακίνητη θέση της Ελλάδας να μην επανέλθει στη Συμμαχία με δυσμενέστερο καθεστώς από εκείνο που κατήγγειλε το 1974 και η προβολή –από το 1978- της αξίωσής της για επαναδιαπραγμάτευση του καθεστώτος των αμερικανικών βάσεων στο έδαφός της, άνοιξαν το δρόμο για συμφωνία. Έτσι, στις 18/10/80 η Ελλάδα αποδέχτηκε τη νέα πρόταση του συμμαχικού διοικητή Ευρώπης. Η κατάσταση διευκολύνθηκε και από την ανάληψη της εξουσίας στην Τουρκία από τους στρατιωτικούς, οι οποίοι υποχώρησαν στις συμμαχικές πιέσεις. Έτσι δεν επήλθε για τη χώρα ανεπανόρθωτη ζημιά.

     Το όλο πλέγμα των σχέσεων της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ επηρεάζεται διαχρονικά (κυρίως, όμως, στην περίοδο του «ψυχρού πολέμου») τόσο από τη ζωτικότητα του ελληνικού χώρου για τις συμμαχικές επιδιώξεις, όσο και από τη σταθερή ελληνική στόχευση διασφάλισης της εθνικής της κυριαρχίας. Αυτή η σχέση, όμως, υπονομευόταν μονίμως από την Τουρκία ή έστω υπήρχαν συνεχείς τριβές μέσα στη Συμμαχία, στην προσπάθεια καθεμιάς να αναδείξει τη σημασία του δικού της ρόλου ή να διασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα.

      Τις ελληνο-αμερικανικές σχέσεις δεν τις προσδιόριζαν μόνο λόγοι παραδοσιακής φιλίας αλλά και αμοιβαίων, στα πλαίσια της Συμμαχίας ιδιαίτερα, συμφερόντων. Η από Βορρά και, ιδίως, Ανατολή μόνιμη απειλή υποχρέωνε τη χώρα όχι μόνο στην ανάπτυξη διμερών σχέσεων με ισχυρούς συμμάχους, αλλά και στη διατήρηση αξιόμαχων Ενόπλων Δυνάμεων με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Αυτά θα τα εύρισκε σχεδόν μόνο στο πλευρό των ΗΠΑ. Ιδιαίτερα, μάλιστα, μετά την εισβολή στην Κύπρο, οπόταν εντεινόταν και κατά της Ελλάδας η τουρκική απειλή. Η μόνη δύναμη –μετά την ελληνική ετοιμότητα και αποφασιστικότητα- που θα μπορούσε να την τιθασεύσει ήταν η υπερατλανική κοινή σύμμαχος.

    Οι κακές ελληνοτουρκικές σχέσεις δημιουργούσαν προβλήματα και στις ελληνο-αμερικανικές. Αυτά τόνιζε στις 25/9/78 ο Κων. Καραμανλής σε επιστολή του στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Τζ. Κάρτερ. Ζητούσε δε ισόρροπες σχέσεις των ΗΠΑ προς τις δυο χώρες. Κι αυτό δεν τηρήθηκε κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και στη συνέχεια. Αυτή η ανάγκη και αυτή η επιδίωξη έφεραν τον Απρ. 1978 τον Έλληνα πρωθυπουργό στην Ουάσιγκτον και στη συνάντησή του με τον Πρόεδρο Κάρτερ. Κεντρικά ελληνικά αιτήματα: α) άσκηση αμερικανικής πίεσης στην Άγκυρα για μετριοπάθεια, και β) η μη άρση του αμερικανικού «εμπάργκο» αποστολής στρατιωτικής βοήθειας στην Τουρκία που επιβλήθηκε μετά την εισβολή στην Κύπρο. Αυτό, όμως, περιόριζε την αμερικανική επιρροή προς την Τουρκία, η οποία έτσι εκβίαζε για την άρση του. Πράγμα που έφερε το επιδιωκόμενο, μερικώς μεν το 1978, ολικώς δε το 1979, παρά τις ελληνικές αντιρρήσεις. Το αμερικανικό επιχείρημα υπέρ της άρσης του «εμπάργκο» ήταν ότι θα διευκολυνόταν έτσι «η λύση του κυπριακού ζητήματος». Κι όμως δεν τη διευκόλυνε…..

     Άλλο κρίσιμης σημασίας ζήτημα στις ελληνο-αμερικανικές σχέσεις που έπρεπε να ρυθμιστεί ήταν η αναθεώρηση του καθεστώτος των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα. Αυτό το ζήτημα ήταν πολλαπλά συναρτημένο και με την ελληνική εθνική άμυνα. Οι σχετικές διμερείς συνομιλίες είχαν συσχετιστεί με αντίστοιχη αμερικανοτουρκική συμφωνία που συνάφθηκε το Μάρτη του 1976. Η πορεία τους ήταν θετική. Καταρτίστηκε το Κείμενο Αρχών (γνωστό ως συμφωνία Μπίτσιου – Κίσσινγκερ) που περιλάμβανε και νέους όρους, εναρμονισμένους με τους αντίστοιχους της αμερικανοτουρκικής συμφωνίας. Η συμφωνία υπογράφηκε στις 28/7/77. Το περιεχόμενό της δεν ανακοινώθηκε ούτε επικυρώθηκε, αφού ούτε η αντίστοιχη τουρκική μπορούσε να κυρωθεί λόγω του «εμπάργκο». Εξάλλου το θέμα συνδέθηκε και με την επάνοδο της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα το χρησιμοποιούσε ως διαπραγματευτικό όπλο, απειλώντας για απομάκρυνση των βάσεων. Τον Ιαν. 1980 μονογράφηκε νέα, αναθεωρημένη, αμερικανοτουρκική συμφωνία. Αυτό όξυνε το πρόβλημα. Η επάνοδος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ (Οκτ. 1980) ήρε μεν ένα σημαντικό εμπόδιο, αλλά και σε αυτή την περίπτωση δε διευθετήθηκαν όλες οι δυσκολίες, που εστιάζονταν αυτή τη φορά στα όρια ελέγχου των βάσεων. Η εκκρεμότητα παρέμειν
2. Ανάμεσα στους μεγάλους Συνασπισμούς

      Η ελληνική διπλωματία δεν είχε να χειριστεί μόνο δύσκολες διμερείς σχέσεις. Ήταν υποχρεωμένη να ισορροπεί ανάμεσα και σε ευρύτερες/υπερεθνικές οντότητες όπως ήταν οι εξουθενωτικά ανταγωνίστριες ΝΑΤΟ και Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αποκομίζοντας, ει δυνατόν, οφέλη και από τις δύο, χωρίς όμως να προδίδει τις υποχρεώσεις της προς το ΝΑΤΟ ως μέλος του. Κάπως έτσι οριοθετούσε τις ελληνικές σχέσεις και με τους δυο στρατιωτικούς Συνασπισμούς ο Κων. Καραμανλής στη Βουλή στις 17/11/74: φιλία και συνεργασία με όλες τις χώρες του κόσμου.

    Αυτό αποτελούσε κατευθυντήρια γραμμή ενόψει της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (συγκλήθηκε τον Ιούλ. 1975 στο Ελσίνκι). Μετείχαν 35 κράτη της Ευρώπης, Ανατολικής και Δυτικής, και των ΗΠΑ και Καναδά. Της ελληνικής αντιπροσωπίας ηγείτο ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

      Αυτή η τάση αποϊδεολογοποίησης στις σχέσεις μεταξύ των κρατών από το 1976 διευρύνθηκε (καθυστερημένα) και από την Ελλάδα, με αναβάθμιση των σχέσεών της με Βουδαπέστη, Πράγα, Βαρσοβία (αρχικά) και Μόσχα στη συνέχεια. Αυτή η εξέλιξη διευκολύνθηκε και από τη χαλάρωση της έντασης ανάμεσα στους δυο Συνασπισμούς. Αυτή η αλλαγή υπογραμμίστηκε και με την επίσκεψη (Οκτ. 1979) του Καραμανλή στη Μόσχα. Ήταν το ευτυχές αποτέλεσμα συστηματικών διερευνητικών επαφών του Έλληνα ΥΠΕΞ και του Σοβιετικού πρεσβευτή στην Αθήνα που άρχισαν το 1976. Ο δρόμος άνοιξε το Σεπτ. 1978 με την επίσκεψη στη Μόσχα του Έλληνα ΥΠΕΞ Γεωρ. Ράλλη και την υπογραφή δυο συμφωνιών, προξενικής και μορφωτικής-επιστημονικής. Το «άνοιγμα» διευρύνθηκε με επισκέψεις του Κ. Καραμανλή στην Πράγα και στη Βουδαπέστη και με τις ανταποδοτικές επισκέψεις στην Αθήνα (Οκτ. 1980 και Ιούλ. 1981) των πρωθυπουργών αυτών των χωρών. Ανάλογη προσέγγιση υπήρξε (σε επίπεδο οικονομικών, εμπορικών και μορφωτικών ανταλλαγών) και με την Πολωνία, όχι όμως και με την Αν. Γερμανία.

     Αυτή η «ανατολική πολιτική» της Κυβέρνησης ήταν μεν χρήσιμη, τα ορατά όμως αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Επί ξυρού ακμής, αντίθετα, κινούνταν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Κανόνας: η διατήρηση στο πλέγμα των πολυμερών διακρατικών σχέσεων ίσων αποστάσεων με τους αντισυμβαλλόμενους.

    Όσον αφορά τις διεθνείς διαφορές/διενέξεις (ακόμα και εμπόλεμες), όπου αυτή την περίοδο δέσποζαν οι αραβοϊσραηλινές διαφορές με επίκεντρο το Παλαιστινιακό, η Ελλάδα υποστήριζε ότι η επίλυση του ζητήματος βρισκόταν στα χέρια των ΗΠΑ και τις καλούσε αφενός μεν να θελήσουν να τιθασεύσουν το Ισραήλ και ταυτόχρονα να εγγυηθούν την ύπαρξή του, αφετέρου δε να επιμείνουν σταθερά στην εφαρμογή της απόφασης 242 του Συμ. Ασφαλείας. Επικρότησε τη συμφωνία του Καμπ Νταίηβιντ μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ – Αιγύπτου.

   Εξαιτίας της παράλληλη πορείας Κυπριακού και Παλαιστινιακού και της ανάγκης αλληλοϋποστήριξης στα διεθνή φόρα, αναπτύχθηκε ένα ευρύ πλαίσιο συνεργασιών και σχέσεων με πολλές αραβικές χώρες. Έτσι: α) υπογράφηκαν και διμερείς συμβάσεις οικονομικής, τεχνικής και μορφωτικής συνεργασίας με 11 αραβικές χώρες, β) συνάφθηκαν συμπληρωματικές συμφωνίες επί ειδικών θεμάτων, π.χ. προμήθειας πετρελαίου, αλιευτικά, πορθμιακής σύνδεσης Βόλου – Θεσσαλονίκης – Ταρτούς κ.ά. Για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της ελληνοαραβικής συνεργασίας συστάθηκε στην Αθήνα Γραφείο Αναπτύξεως Οικονομικής Συνεργασίας υπό τον καθηγητή Ι. Γεωργάκη. Η στροφή και προς τον αραβικό κόσμο υπογραμμίστηκε με επισκέψεις του Κ. Καραμανλή από το 1976 ως το 1979 στη Αίγυπτο, στη Σαουδ. Αραβία, στη Συρία και στο Ιράκ.

    Ως κορύφωση των νέων επιλογών και αντιλήψεων της ελληνικής διπλωματίας δέον να θεωρηθεί η 4ήμερη επίσκεψη (Νοέμ. 1979) στο Πεκίνο του Έλληνα πρωθυπουργού με σύντομο πέρασμά του από Μπανγκόγκ και Νέο Δελχί. Διαπιστώθηκε σύγκλιση ή και σύμπτωση απόψεων Κίνας – Ελλάδας σε πολλά θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, ιδίως όσον αφορά τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και την προαγωγή της διεθνούς συνεργασίας.
3. Η προαγωγή των σχέσεων με τις χώρες των Βαλκανίων

      1. Θα ήταν αδιανόητο η ελληνική διπλωματία να μην έχει ως πρωταρχικό της μέλημα την αναβάθμιση των σχέσεων της χώρας με τους γείτονές της. Και από αυτές ξεκίνησε την εξωστρέφειά του ο Έλληνας πρωθυπουργός. Έτσι, από το Μάιο ως τον Ιούλ. 1975 επισκέφθηκε διαδοχικά το Βουκουρέστι, το Βελιγράδι και τη Σόφια. Στόχος του η ανάπτυξη τόσο διμερών όσο και πολυμερών σχέσεων. Είχαν προηγηθεί προκαταρκτικές συναντήσεις του Έλληνα ΥΠΕΞ Δημ. Μπίτσιου με τους ομολόγους του των αντίστοιχων χωρών.

      Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις και η στάση των δυο χωρών πάνω σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα εξετάστηκαν τόσο κατά την επίσκεψη (5/6/75) του Κ. Καραμ. στο Βελιγράδι, όσο και κατά την ανταποδοτική του Προέδρου της Γιουγκοσλαβία Τίτο (Μάης 1976). Διαπιστώθηκε: ταύτιση απόψεων στο Κυπριακό, σύμπτωση απόψεων σε πολλά άλλα διεθνή προβλήματα. Από αυτές τις πρωτοβουλίες προέκυψε επωφελής συνεργασία (οικονομική, στρατιωτική κτλ.) ανάμεσα στις δυο χώρες. Παρά την ευρύτατη συνεργασία σε πολλούς τομείς και τις παραδοσιακά αρμονικές σχέσεις ανάμεσα στις δυο χώρες, εντούτοις υπήρχε από χρόνια ένα θέμα που τις μόλυνε, το «Μακεδονικό» ή «Σκοπιανό». Όσο και αν ήδη από το 1952 και εντεύθεν δε βρισκόταν στην επιφάνεια, δεν έπαυε να ενοχλεί τη φιλία των δυο χωρών και η παραμικρή αφορμή να τη θέτει σε δοκιμασία. Αυτό συνέβη και με δήλωση του Τίτο στα Σκόπια (Οκτ. 1978): οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις δεν πρέπει να επηρεάζονται «από το εθνικό μειονοτικό πρόβλημα, το οποίο είναι πράγματι σημαντικό». Η ελληνική κυβέρνηση και ο Ανρ. Παπανδρέου απάντησαν: για την Ελλάδα «δεν υφίσταται θέμα μειονότητας». Το θέμα θίχτηκε και στις ελληνογιουγκοσλαβικές συνομιλίες κορυφής, με σταθερή υποστήριξη της πάγιας ελληνικής θέσης.

      Εντούτοις το τεχνητό και Κατοχικό (κυρίως) κατασκεύασμα της μανιωδώς προπαγανδιζόμενης «μακεδονικής εθνότητας» δεν επρόκειτο, δυστυχώς, να λήξει. Αντίθετα μάλιστα, αναζωπύρωσή του είχαμε, ιδίως μετά το θάνατο του Τίτο (Οκτ. 1980). Διευρύνθηκε, μάλιστα, και με βουλγαρική εμπλοκή. Θα το βρίσκουμε στο μέλλον διαρκώς μπροστά μας, άγνωστο για πόσο.

    2. Αλματώδης ήταν η βελτίωση των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων, που στο παρελθόν, διαχρονικά σχεδόν, δοκιμάστηκαν σκληρά. Αποκαταστάθηκε, επιτέλους, κλίμα φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Και αυτό επιτεύχθηκε τον Ιούλ. 1975 με την πρώτη ιστορικά κατ’ ιδίαν συνάντηση των ηγετών των δυο χωρών, Καραμανλή και Ζίβκωφ, στη Σόφια. Το δρόμο άνοιξε η τόλμη και η διορατικότητα του Βούλγαρου ηγέτη να δηλώσει ρητά για πρώτη φορά ότι η χώρα του παραιτείται από κάθε εδαφική ή άλλη, έμμεση, διεκδίκηση κατά της Ελλάδας. Έκτοτε αποκαταστάθηκε σταθερή επικοινωνία ανάμεσα στους δυο ηγέτες, που συνεχίζεται αναβαθμισμένη έκτοτε, μέχρι και οι δύο χώρες συνυπάρχουν (2012) καί στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ ως ισότιμα μέλη τους. Πολλοί ήταν  οι τομείς συνεργασίας των δυο χωρών και κυβερνήσεων, ακόμη και σε διεθνή ζητήματα, παρά την ένταξή τους (τότε) σε διαφορετικά/αντίπαλα στρατιωτικο-πολιτικο-οικονομικά στρατόπεδα. Και τα οφέλη ήταν και πολλαπλά και σημαντικά.

     3. Με τη Ρουμανία η προσέγγιση δε συνάντησε ιδιαίτερες δυσκολίες, αφού οι δυο χώρες δε συναντώνται με κοινά σύνορα, συνήθης αιτία προστριβών. Μόνο θέμα περαιτέρω εμβάθυνσης των σχέσεών τους υπήρχε. Αυτό διαπιστώθηκε με την υπογραφή Κοινής Πανηγυρικής Δήλωσης στις 27/5/75 στο Βουκουρέστι κατά την εκεί επίσημη επίσκεψη του Κ. Καραμ. Αυτό το κείμενο αποτέλεσε την πυξίδα που υποδείκνυε την κοινή πορεία των δυο χωρών στα μεγάλα διεθνή ζητήματα. Στο Κυπριακό η στάση της Ρουμανίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ουδέτερη – φιλελληνική. Ευνοούσε μια λύση στα πλαίσια του ΟΗΕ και με διακοινοτικές διαπραγματεύσεις. Νέα ώθηση δόθηκε στις συναλλαγές ανάμεσα στις δυο χώρες, οι οποίες στην 3ετία 1975-77 επταπλασιάστηκαν.

     4. Κινητικότητα παρουσίασαν και οι σχέσεις Ελλάδας – Αλβανίας. Το αλβανικό καθεστώς, μετά τη ρήξη των σχέσεών του και με το Πεκίνο, συνειδητοποίησε την ανάγκη αναζήτησης νέων διεθνών ερεισμάτων για να επιβιώσει. Δε θα μπορούσε, συνεπώς, ν’ αγνοήσει τη σημασία των κοινών συνόρων της με την Ελλάδα. Αυτό διαφάνηκε το Μάρτη του 1978 με τη φιλικότητα που έδειξε ο Ενβέρ Χότζα στην ελληνική μειονότητα επισκεπτόμενος χωριά της νότιας Αλβανίας. Αποδείχθηκε πάντως ότι, για την ώρα τουλάχιστον, αυτά δεν ήταν παρά πυγολαμπίδες στο πολυχρόνιο πηχτό σκοτάδι. Ως πρώτο βήμα ενός ξεκινήματος θα μπορούσε να θεωρηθεί η υπογραφή συμφωνίας αεροπορικής σύνδεσης Τιράνων – Αθήνας.

      Η διστακτική (και μόνο σε θέματα «χαμηλής πολιτικής») και βραδεία βελτίωση των ελληνο-αλβανικών σχέσεων οφειλόταν στα χρόνια προβλήματα που εκκρεμούσαν ανάμεσά τους, όπως: α) η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ισχυρής ελληγνικής μειονότητας της Β. Ηπείρου· β) η μη άρση της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ τους από το Νοέμ. 1940. Ως προς το πρώτο οι Αλβανοί αρνούνταν ν’ αναγνωρίσουν ως ελληνική μειονότητα πέραν των 40 χωριών της νοτιοδυτικής Αλβανίας. Και ως προς αυτούς, όμως, ισχυρίζονταν ότι τους αναγνωρίζονται τα «δικαιώματα» των υπόλοιπων Αλβανών. Ως προς το δεύτερο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι διευθετήθηκε τουλάχιστο από το 1971. Μια προσπάθεια δε της Κυβέρνησης Ράλλη (1980) να το κλείσει και τυπικά προσέκρουσε τόσο στην απροθυμία των Αλβανών όσο και στις αντιδράσεις των Βορειηπειρωτών.

      5. Η ελληνική διπλωματική «επίθεση», όμως, στα Βαλκάνια δεν περιορίστηκε μόνο σε διμερείς συμφωνίες. Επόμενος στόχος υπήρξε η πολυμερής συνεργασία των βαλκανικών χωρών. Αυτό διευκολύνθηκε από τη σύγκληση στο Ελσίνκι της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Αυτή προλείανε το κλίμα της ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας των λαών και των χωρών. Το ζήτημα τέθηκε ήδη κατά τις επισκέψεις του Κ. Καραμανλή σε Βουκουρέστι, Βελιγράδι και Σόφια. Σε αυτές το κλίμα ήταν θετικό. Στο Ελσίνκι ο Καραμανλής βολιδοσκόπησε και πάλι τις διαθέσεις των τριών άλλων ηγετών για μια διαβαλκανική συνάντηση σε επίπεδο, αρχικά, υφυπουργών Συντονισμού και Προγραμματισμού.

    Οι αντιδράσεις και των τριών ηγετών ήταν θετική. Υπολείπονταν οι διαθέσεις της Τουρκίας και της Αλβανίας. Πέραν αυτού, έπρεπε να διερευνηθεί και το εύρος των προς εξέταση θεμάτων και το περιεχόμενο των ενδεχόμενων συμφωνιών. Οι Ρουμάνοι και Γιουγκοσλάβοι δεν είχαν δυσκολία να συμφωνήσουν ως προς αυτά. Επιφυλακτικοί, αντίθετα, ήταν οι Βούλγαροι που θα έπρεπε να ξεπεράσουν τις αντιρρήσεις της συμμάχου τους Μόσχας. Η αλβανική απάντηση υπήρξε ευθέως αρνητική. Η Άγκυρα αποδέχτηκε μεν κατ’ αρχάς την ελληνική πρωτοβουλία, δεν έπαυε όμως να είναι καχύποπτη σε κάθε τι ελληνικής προέλευσης!.....

   Παρ’ όλα αυτά, η Διαβαλκανική Διάσκεψη πραγματοποιήθηκε. Στις 26/1/76 έγινε στην Αθήνα η πρώτη συνεδρίαση σε υπουργικό επίπεδο. Οι συζητήσεις ήταν εξαντλητικές. Διαπιστώθηκε η δυνατότητα συνεργασίας σε θέματα μεταφορών, ενέργειας, γεωργίας, δημ. υγείας και περιβαλλοντος. Τα συζητηθέντα κωδικοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν στις επιμέρους κυβερνήσεις. Η αρνητική στάση της Σόφιας εμπόδισε τη διεύρυνση των συζητήσεων και σε θέματα πολιτικής συνεργασίας. Χάρη στην ελληνική επιμονή, μεταξύ 1979 και 1984 θα πραγματοποιηθούν άλλες 4 συνδιασκέψεις (Άγκυρα, Σόφια, Βουκουρέστι και Βελιγράδι) που ασχολήθηκαν με τον ίδιο κύκλο θεμάτων, με πενιχρά όμως αποτελέσματα, γιατί, δυστυχώς, πρυτάνευαν τα πολιτικά κριτήρια.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

Β΄. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΤΟΥΡΚΙΑΣ (1974-1981)

       1. Η τουρκική εισβολή (23/7/74) στην Κύπρο και η κατοχή του μισού σχεδόν του εδάφους της επιδείνωσαν υπέρμετρα τις (πάντοτε προβληματικές) ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η εξομάλυνση δε αυτών των σχέσεων (που συχνά φθάνουν στο χείλος του γκρεμού) είναι από τα δυσχερέστερα προβλήματα που ταλανίζει διαχρονικά την ελληνική διπλωματία, πόσο μάλλον όταν υπάρχουν πρόσθετες και σοβαρές επιβαρύνσεις.

      Από τις αρχές της 10ετίας του 70 η τουρκική διπλωματία έστρεψε το ενδιαφέρον της στην Εγγύς Ανατολή, θέλοντας να εδραιώσει εκεί τη θέση της. Ταυτόχρονα χαλάρωνε τους δεσμούς της με τη Δύση. Αυτό αποδείχθηκε επωφελές. Έτσι, κατά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1973 επέτρεψε τη διέλευση από τον εναέριο χώρο της ρωσικών αεροπλάνων ανεφοδιασμού της Αιγύπτου. Ταυτόχρονα αρνήθηκε ανάλογη διευκόλυνση δυτικών προς το Ισραήλ. Το 1976, κι ενώ συνεχιζόταν το αμερικανικό εμπάργκο λόγω του Κυπριακού, φιλοξένησε διάσκεψη ισλαμιστών υπουργών Εξωτερικών. Από το 1979 αναγνώρισε πλήρως την Οργάνωση Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης (ΟΑΠ), υποβαθμίζοντας τις σχέσεις της με το Ισραήλ.

     2. Ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αυτές σημαδεύτηκαν απόλυτα από την εισβολή και κατοχή κυπριακού εδάφους και την προσφυγοποίηση 200.000 Ελληνοκυπρίων. Το θέμα της Κύπρου ήχθη στον ΟΗΕ, η Γενική Συνέλευση του οποίου (Νοέμ. 1974) καταδίκασε ομόφωνα την τουρκική επίθεση και ζήτησε την αποχώρηση από το νησί των κατοχικών στρατευμάτων. Για την επίλυση του προβλήματος προκρίθηκε η διαδικασία των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων υπό την εποπτεία και καθοδήγηση του ΟΗΕ. Οι Τούρκοι (οι ουσιαστικοί συνομιλητές) δεν ήθελαν/θέλουν τη λύση του. Γιαυτό ακολούθησαν/ακολουθούν παρελκυστική πολιτική, προβάλλοντας διαρκώς νέες ή απαράδεκτες αξιώσεις ή υπαναχωρούντες. Έτσι, η θλιβερή εκκρεμότητα διαιωνίζεται.

     3. Το Κυπριακό, όμως, δεν είναι το μόνο «αγκάθι» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ένα άλλο οξύ θέμα είναι το καθεστώς στο Αιγαίο. Η Ελλάδα, βλέποντας τις τουρκικές επεκτατικές διαθέσεις και αισθανόμενη την αδιάλειπτη απειλή της γείτονος, αναγκάστηκε να καλύψει την ασφάλεια των νησιών της. Η Τουρκία την κατηγορεί για παραβίαση των Συνθηκών της Λωζάννης (για τα Λήμνος, Λέσβος, Σάμος και Χίος) και του Παρισιού του 1947 (για τα Δωδεκάνησα). Η Ελλάδα αντιτείνει ότι όσον αφορά τη Λήμνο, η αποστρατιωτικοποίσή της ήρθη με τη Συνθήκη του Μοντραί (20/7/1936). Για τα Δωδεκάνησα δε, ναι μεν η αποστρατιωτικοποίησή τους προβλέπεται στη Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία του 1947, η Τουρκία όμως δεν υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης των Παρισίων. Αυτή η αποστρατιωτικοποίηση επιβλήθηκε με αξίωση της τότε Σοβ. Ένωσης για τη διασφάλιση δικών της συμφερόντων. Όσον αφορά, τέλος, τα νησιά Χίος, Σάμος και Λέσβος, η στρατιωτικοποίησή τους αποτελεί στοιχειώδες δικαίωμα διασφάλισης της εδαφικής της ακεραιότητας λόγω της διαρκούς και άμεσης τουρκικής απειλής, η οποία εκδηλώθηκε πολλάκις και ποικιλοτρόπως.

      4. Ένα άλλο θέμα προστριβών Ελλάδας – Τουρκίας είναι η οριοθέτηση των υποθαλάσσιων συνόρων των ανοιχτών θαλασσών (βυθός και υπέδαφος του βυθού έξω από τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης), που ορίζονται από την αλυσίδα των ανατολικών νησιών του Αιγαίου και των δυτικών ακτών της Τουρκίας.

     Το πρόβλημα προέκυψε (ή εντάθηκε) αφότου (Νοέμ. 1973) επισημάνθηκε η ύπαρξη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων ανοιχτά της Θάσου. Τότε η Τουρκία διεκδίκησε (και μεθόδευσε) δικαίωμα εκμετάλλευσης κοιτασμάτων υδογονανθράκων στην υφαλοκρηπίδα του ΒΑ, κεντρικού και νοτίου Αιγαίου. Για να το πετύχει, η Τουρκία παρέλειψε να κυρώσει τις Συμβάσεις της Γενεύης (1958) και του Montego Bay (1982) για το Δίκαιο της Θάλασσας. Βεβαίως οι Τούρκοι προβάλλουν και κάποια εύλογα επιχειρήματα σχετικά με την υφαλοκρηπίδα, τα οποία όμως η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να διαπραγματευθεί μαζί της, ώστε να βρεθεί η «χρυσή τομή». Διεξάγονται σε χαμηλό επίπεδο κάποιες συζητήσεις, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Προτάθηκε από ελληνικής πλευράς (27/1/75) η σύνταξη συνυποσχετικού για την παραπομπή της επίδικης διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η Τουρκία, ενώ αρχικά αποδέχθηκε την πρόταση, γρήγορα υπαναχώρησε.

    Η διαφορά γύρω από την υφαλοκρηπίδα δεν είναι μια παρονυχίδα. Συνδέεται με ζωτικά κυριαρχικά δικαιώματα. Την άνοιξη του 1976 Ελλάδα και ΗΠΑ συμφώνησαν στην παγίωση της ισορροπίας δυνάμεων στο Αιγαίο, με τη διατήρηση της αναλογίας 7:10 της παρεχόμνενης αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας σε Ελλάδα και Τουρκία. Η Τουρκία αντέδρασε, κατηγορώντας την Ελλάδα για «επεκτατικές βλέψεις». Ο Καραμ. αντιπρότεινε την υπογραφή Συμφώνου μη Επίθεσης. Απορρίφθηκε. Σε αυτή την άρνηση υποκρύπτονταν τουρκικές προθέσεις για τη δημιουργία τετελεσμένων στο Αιγαίο. Το φανέρωσε γρήγορα και έμπρακτα (θέρος 1976), βγάζοντας στο Αιγαίο το ωκεανογραφικό της «ΜΤΑ SISMIK I»-«Χόρα». Η κρισιμότητα της κατάστασης υποχρέωσε την Ελλάδα να προσφύγει στο Συμβ. Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο Διεθνές Δικαστήριο. Η κατάσταση εκτονώθηκε. Η Τουρκία επέμενε να μην υπογράφει το συνυποσχετικό.

      Με παρότρυνση του ΟΗΕ ξανάρχισε ο διάλογος μεταξύ των δυο χωρών. Από αυτόν προέκυψε στις 11/11/76 το Πρακτικό της Βέρνης όπου συμφωνήθηκε η αποφυγή εκατέρωθεν κάθε ενέργειας σχετικά με την υφαλοκρηπίδα που τυχόν θα επηρέαζε τη διαπραγμάτευση. Παρά ταύτα η Τουρκία αρνούνταν να συζητήσει με βάση το Διεθνές Δίκαιο.

      Η προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς επαναλήφθηκε το 1978 στο Μοντραί ανάμεσα στους δυο πρωθυπουργούς. Συμφωνήθηκε ν’ αποφεύγονται οι έρευνες στις επίμαχες περιοχές. Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν σε επίπεδο Γενικών Γραμματέων Υπουρ. Εξωτερικών, αλλά και αυτές αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές.

      5. Συναφής προς την προηγούμενη είναι και η διαφορά (άλλης φύσης αυτή) σχετικά με τον επιχειρησιακό έλεγχο του Αιγαίου. Αυτό το θέμα ανέκυψε μετά την ατυχή ελληνική απόφαση αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ σε συνδυασμό με την αίτησή της επανόδου. Άδραξε την ευκαιρία η Τουρκία να τον αμφισβητήσει και διεκδικήσει. Όπως είδαμε, η Ελλάδα ζήτησε να επανέλθουν τα πράγματα στο προ του 1974 καθεστώς. Μέσα στη Συμμαχία διεξήχθησαν πολλές και επίπονες σχετικές συζητήσεις, κατά τις οποίες προτάθηκαν πολλές εναλλακτικές και συμβιβαστικές διευθετήσεις.

       Η επανένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ (1980) δε σήμανε και το τέλος της ελληνοτουρκικής διαφοράς στο Αιγαίο. Οι αναμετρήσεις των πολεμικών αεροπλάνων των δυο χωρών πάνω από το Αιγαίο είναι σχεδόν καθημερινές. Η Τουρκία επιδιώκει να κατοχυρώσει δικαιώματα με την απειλή, η Ελλάδα αγωνίζεται να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

      6. Την πλειάδα των αιγαιακών ελληνοτουρκικών διαφορών συμπληρώνει η αδυναμία καθορισμού των ορίων των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου.

      Ως το 1982 τα χωρικά ύδατα των δυο χωρών στο Αιγαίο εκτείνονταν στα 6 μίλια. Για την Ελλάδα αυτό θεσπίστηκε με νόμο το 1931 βάσει του ισχύοντος τότε Διεθνούς Δικαίου. Ως το 1974 η Τουρκία ουδέποτε τα αμφισβήτησε. Μετά την εισβολή στην Κύπρο άλλαξε στάση και άρχισε η σχετική ένταση μεταξύ των δυο χωρών.

      Μετά τη διεθνή Σύμβαση για το «Δίκαιο της Θάλασσας» (1982) οι δυο χώρες έχουν το δικαίωμα να επεκτείνουν τα χωρικά τους ύδατα στα 12 μίλια από τις ακτές τους. Η Τουρκία το εφάρμοσε σε περιοχές που δε θίγουν τα ελληνικά συμφέροντα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Η Ελλάδα απέφυγε ακόμη να το κάμει για να μην τροφοδοτήσει περαιτέρω την ένταση, διότι η Τουρκία κατέστησε σαφές ότι μια τέτοια ενέργεια αποτελεί αιτία πολέμου. Η Ελλάδα και φυσικά διατηρεί το δικαίωμα της επέκτασης των χωρικών της υδάτων, τόσο στις ηπειρωτικές της όσο και στις νησιώτικες ακτές της. Τα όρια του εναέριου χώρου συμπίπτουν μ’ εκείνα των χωρικών υδάτων.

    7. Κατά την πρώτη 10ετία του 2000 προέκυψε ένα νέο θαλάσσιο δικαίωμα –πολύ ελπιδοφόρο αυτό- και άρα μια ακόμη αιτία (αφορμή, καλύτερα) προστριβών. Πρόκειται για την επέκταση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Μέχρι στιγμής η Ελλάδα (ούτε η Τουρκία) δεν την έχει επίσημα οριοθετήσει, εν αντιθέσει με την Κύπρο! Η Ελλάδα προχωρεί, όμως, στην έρευνα κι εκμετάλλευση υποθαλάσσιων κοιτασμάτων στις δυτικές και νότιες θάλασσές της, ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζει το έδαφος για τη συνολική οριοθέτηση της ΑΟΖ της.
Α΄. Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

1. Οι εκλογές του 1981 - Η πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ

      1. Η πορεία του ΠΑΣΟΚ προς την πολιτική ηγεμονία και την άλωση της εξουσίας ήταν απίστευτα ραγδαία κι εντυπωσιακή. Υπέρτερή της μπορεί να θεωρηθεί μόνο εκείνη του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου. Ως αίτια/παράγοντες αυτής της αλματώδους ανέλιξης θα μπορούσαν να θεωρηθούν: α) Η εγγύτητα με την περίοδο της δικτατορίας και ο ριζοσπαστισμός που αναπτύχθηκε κατ’ αυτή, ιδιαίτερα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την οριστική πτώση της χούντας· β) η χαρισματική/ηγετική προσωπικότητα του αρχηγού του Ανδρ. Παπανδρέου: ασυναγώνιστος συνθηματολόγος (ΑΛΛΑΓΗ, ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο, η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες, Έξω οι βάσεις του θανάτου κ.ά.), δύναμη πειθούς, αριστοτέχνης δημαγωγός, δυνατός ρήτορας· γ) η καταφανής κόπωση της κυβέρνησης Ράλλη· δ) η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση σε συνδυασμό με τις μεγαλόστομες υποσχέσεις του ΠΑΣΟΚ· ε) ο εναγκαλισμός των μη προνομιούχων Ελλήνων, και στ) ο προσεταιρισμός ενός μεγάλου τμήματος της περιθωριοποιημένης μη κομουνιστικής (κυρίως) Αριστεράς χρησιμοποιώντας  δικά της συνθήματα και όνειρα. Έχοντας, συνεπώς, ο Ανδ. Παπανδ. τη δυνατότητα να υπόσχεται τα πάντα στους πάντες ήταν εύκολο να σαγηνεύσει τα εύπειστα και επιδιώκοντα τη βόλεψή τους πλήθη, δημιουργώντας έτσι παραλήρημα ενθουσιασμού.

     Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις διεξήχθησαν οι εκλογές της 18/10/1981. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο, όχι όμως και το εύρος νίκης-θριάμβου του ΠΑΣΟΚ. Έλαβαν: ΠΑΣΟΚ 48,1% (και 172 έδρες), ΝΔ 35,9% (και 115 έδρες) και ΚΚΕ 10,9% (και έδρες 13).

    2. Μόλις επικυρώθηκε το εκλογικό αποτέλεσμα ο Ανδ. Παπανδρέου κατάρτισε την πρώτη του κυβέρνηση από τους: Απόστ. Λάζαρη (Συντονισμού), Αγαμ. Κουτσόγιωργα (Προεδρίας), Ιω. Χαραλαμπόπουλο (Εξωτερικών), Γεώρ. Γεννηματά (Εσωτερικών), Εμμ. Δρεττάκη (Οικονομικών), Κων. Σημίτη (Γεωργίας), Απόστολο-Αθανάσιο Τσοχατζόπουλο (Δημ. Έργων), Αναστ. Πεπονή (Βιομηχανίας), Απόστ. Κακλαμάνη (Εργασίας) και Α.-Μ. (Μελίνα) Μερκούρη (Πολιτισμού). Αργότερα τα Υπουρ. Συντονισμού και Οικονομικών ανέλαβε ο Γερ. Αρσένης. Η Κυβέρνηση αυτή ήταν και δεν ήταν δέσμια (καθότι υποσχόταν πολλά χωρίς σχεδόν τίποτε το συγκεκριμένο) των ως τότε εξαπατητικών των λαϊκών προσδοκιών και απαιτήσεων υποσχέσεων. Έτσι μπορούσε να πραγματοποιεί επιλεκτικά ό,τι και όπως τη βόλευε και ταυτόχρονα να το παρουσιάζει ως «επαναστατικό» ή «κλειδί» κτλ. προς τον παράδεισο!....

      Πάντως από τα πρώτα μέτρα που έλαβε (κάποια πράγματι προοδευτικά και αναγκαία) ήταν: α) η καθιέρωση και του πολιτικού γάμου ως ισότιμου με το θρησκευτικό, β) η εισαγωγή του συναινετικού διαζυγίου, γ) η κατάργηση του θεσμού της προίκας, δ) η αναγνώριση όλων των αντιστασιακών οργανώσεων που έδρασαν κατά την Κατοχή (ένα δεύτερο αναγκαίο βήμα προς ολοκλήρωση της εθνικής συμφιλίωσης μετά από τόσα χρόνια), ε) η θέσπιση νέου πλαισίου λειτουργίας των ΑΕΙ (μια παρέμβαση που έβλαψε καίρια εν πολλοίς ΄και μακροχρόνια την Ανώτατη Εκπαίδευση), στ) αλλαγές  και στο χώρο της εργασίας (πολλές έπληξαν σοβαρά και μακροχρόνια την εθνική οικονομία με ολέθριες συνέπειες, όπως οι παρεμβάσεις στο συνδικαλισμό, στον αγροτικό συνεταιρισμό, ο διπλασιασμός σχεδόν των αμοιβών κ.ά.), ζ) η θέσπιση του ΕΣΥ: μια παρέμβαση καίριας κοινωνικής σημασίας και αναγκαία, αλλά στην πράξη πρόσφερε πολύ λιγότερα από όσα φιλοδοξούσε και αποδείχθηκε οικονομικά δυσβάσταχτη (πράγμα που συνέβαλε στη σταδιακή υποβάθμιση του ΕΣΥ), διότι: ο σχεδιασμός του ήταν βιαστικός και περισσότερο φιλόδοξος από τις αντοχές της χώρας, δεν υπήρχαν οι αναγκαίες υποδομές σε έμψυχο και άψυχο υλικό, δεν είχαν, προπάντων, εξασφαλιστεί οι αναγκαίοι πόροι να το χρηματοδοτήσουν σε βάθος χρόνου, δεν εφαρμόστηκε με συνέπεια, ήταν σε πολλά ουτοπικό, όχι μόνο δεν θεράπευσε τις παθογένειες της προηγούμενης κατάστασης αλλά σε πολλά την επιδείνωσε κ.ά.π. Γίνεται φανερό ότι από τις παρεμβάσεις αυτές μόνο η τελευταία συνεπαγόταν άμεση επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού.
2. Οι εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο (1984) και οι εθνικές (1985)

     Παρ’ όλα αυτά και παρ’ όλη την υποβόσκουσα λαϊκή δυσαρέσκεια και την κακή πορεία της οικονομίας, ο Ανδρ. Παπανδ. κατάφερνε να διατηρεί το ΠΑΣΟΚ στην κορυφή του πολιτικού σκηνικού, άλλοτε υποσχόμενος «καλύτερες μέρες» και άλλοτε βεβαιώνοντας ότι βλέπει «φως στο βάθος του τούνελ». Κι είχε τον τρόπο να πείθει και να κατευνάζει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, κι όταν ακόμη ήταν ολοφάνερη η παραπλανητική του τακτική. Και χρησιμοποιούσε όλα τα εκμαυλιστικά μέσα. Και ο γενικευμένος κομματισμός στην αποθέωσή του. Και χωρίς καν προσχήματα….

     Σχεδόν πάνοπλο θα κατέβαινε και πάλι στις εκλογές το ΠΑΣΟΚ. Εξακολουθούσε να είναι κυρίαρχο στην πολιτική σκηνή, έστω κι αποδυναμωμένο και λιγότερο ενθουσιώδες από ό,τι το 1981. Αντίθετα, στη ΝΔ μετά την ήττα του 1981 υπήρχαν στους κόλπους της διεργασίες και αλλαγές. Ο Γ. Ράλλης παραιτήθηκε από την αρχηγία. Τον διαδέχθηκε ο Ευάγγ. Αβέρωφ. Υπό την ηγεσία του διεξήχθησαν τον Ιούνιο 1984 εκλογές για την ανάδειξη εκπροσώπων των Ελλήνων για το Ευρωκοινοβούλιο. Ο Αβέρωφ επέλεξε να χρησιμοποιήσει και αυτές τις εκλογές για μια «εφ’ όλης της ύλης» αναμέτρηση. Εντούτοις και σε αυτές τις εκλογές επικράτησε το ΠΑΣΟΚ (42% και 10 έδρες). Τα άλλα κόμματα έλαβαν: ΝΔ 38,2% (και 9 έδρες), ΚΚΕ 11,6% (και 3 έδρες), ΚΚΕ (εσ.) 1 έδρα και ΕΠΕΝ (Άκρα Δεξιά) 1 έδρα. Όχι κυρίως λόγω της ήττας αλλά για λόγους υγείας ο Ευάγγ. Αβέρωφ παραιτήθηκε από την αρχηγία της ΝΔ.

     Το Σεπτ. 1984 αρχηγός της ΝΔ αναδείχθηκε ο πολύπειρος πολιτικός Κων. Μητσοτάκης, σφοδρός αντίπαλος (ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο) του Ανδρ. Παπανδρέου από το 1964-65.

     Πριν από τις εκλογές του 1985 επήλθε αλλαγή και στην κορυφή του Πολιτεύματος. Το Μάρτιο έληξε η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλή. Ο Α. Παπανδ. του είχε υποσχεθεί ανανέωση της θητείας του. Εντελώς απρόοπτα, όμως, ο Ανδ. Παπανδ. υπαναχώρησε (υποκύπτοντας στον χυδαίο «αυριανισμό»), δηλώνοντας ότι δε θα υποστηρίξει την επανεκλογή του Κ. Καραμανλή. Μπορεί η συνύπαρξή τους να μην υπήρξε ειδυλλιακή, ούτε όμως και ιδιαίτερα προβλήματα αντιμετώπισε. Φαίνεται ότι ο πρωθυπουργός υπέκυψε σε πιέσεις των φανατικών του χώρου του, με προεξάρχουσα την Αυριανή. Αντ’ αυτού Πρόεδρος εκλέχτηκε ο Αρεοπαγίτης Χρ. Σαρτζετάκης, γνωστός από την "υπόθεση Λαμπράκη". Οι διαδικασίες εκλογής του στιγματίστηκαν από πρωτοφανείς μεθοδεύσεις και αυθαιρεσίες (ἔγχρωμα ψηφοδέλτια κτλ.).

      Τον Ιούν. 1985 διεξήχθησαν και οι βουλευτικές εκλογές. Και κατ’ αυτές επιβεβαιώθηγκε η πολιτική ηγεμονίθα του ΠΑΣΟΚ. Έλαβαν: ΠΑΣΟΚ 45,8% (161 έδρες), ΝΔ 40,8% (126 έδρες), ΚΚΕ 9,9% (12 έδρες) και ΚΚΕ (ες.) 1,8% (1 έδρα).

      Και από αυτές τις εκλογές η ΝΔ βγήκε τραυματισμένη. Ο Κ. Μητσοτάκης επανεξελέγη μεν αρχηγός της, το κόμμα όμως διασπάστηκε. Ο συνδιεκδικητής του θώκου Κων. Στεφανόπουλος αποχώρησε ακολουθούμενος από 10 βουλευτές, ιδρύοντας δικό του κόμμα.
3. Η 4ετία της ΠΑΣΟΚικής αμφισβήτησης - Περίοδος κυβερνητικής αστάθειας

    1. Η δεύτερη 4ετία του ΠΑΣΟΚ εγκαινιάστηκε με την οικονομία σε δεινή κατάσταση. Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να θεσπίσει μια δέσμη μέτρων περιοριστικής οικονομικής πολιτικής, η γνωστή έκτοτε και διαχρονική, δυστυχώς, πολιτική λιτότητας. Αυτή η πολιτική εφαρμόστηκε με σχετική επιτυχία από τον Κων. Σημίτη, υπ. Εθνικής Οικονομίας (1985-87), προκάλεσε, όμως, κοινωνικές αντιδράσεις. Η δρχ. υποτιμήθηκε κατά 15%. Πολλά μέτρα κοινωνικής πολιτικής εγκαταλείφθηκαν. Ενώ από το 1985 εγκαινιάστηκε μια πολιτική «νοικοκυρέματος» της οικονομίας, περί το τέλος του 1987 το ΠΑΣΟΚ επανήλθε στην οικονομική χαλαρότητα, ψηφοθηρικής κυρίως αιτιολογίας και πολιτικής ανευθυνότητας. Ο Κ. Σημίτης υποχρεώθηκε να παραιτηθεί. Ό,τι κερδήθηκε επί των ημερών του χάθηκε κατά την επόμενη 2ετία. Το μέλλον της Ελλάδας θυσιάστηκε (και όχι για τελευταία φορά!....) στο καταραμένο «πολιτικό κόστος».

     Από το 1988 άρχισαν τα μεγάλα προβλήματα για το ΠΑΣΟΚ: α) δυσφορία και ανταγωνισμοί ισχυρών φιλικών του δυνάμεων στο Δημόσιο για την κατανομή των πόρων· β) καταγγελίες για οικονομικά σκάνδαλα και κακή διαχείριση του δημοσίου χρήματος· γ) βαριά ασθένεια του Ανδ. Παπανδρέου-ακυβερνησία· δ) η αποκάλυψη της δυσωδίας του μεγάλου σκανδάλου Γ. Κοσκωτά – Τράπεζας Κρήτης, στενά συνεδεμένου με το ΠΑΣΟΚ, τον ίδιο τον Ανδρ. Παπανδρέου και άλλα κορυφαία στελέχη του. Το σκάνδαλο επιβεβαιώθηκε. Ο Κοσκωτάς συνελήφθη. Ο πρωθυπουργός αδυνατούσε να ελέγξει την κατάσταση.

     Κάτω από αυτά τα δυσμενή για το ΠΑΣΟΚ δεδομένα, η εικόνα που παρουσίαζαν τα υπόλοιπα κόμματα ήταν η εξής: η ΝΔ διεκδικούσε με πολλές πιθανότητες τη νίκη, η ΔΗΑΝΑ του Κ. Στεφανόπουλου δεν «τραβούσε», τα μικρότερα αριστερά κόμματα συγκρότησαν την Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ), ΕΑΡ και ΚΚΕ προχώρησαν στη συγκρότηση του «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου» (Δεκ. 1988). Το ΠΑΣΟΚ αντέδρασε ψηφίζοντας νέο εκλογικό νόμο, με απκλειστικό γνώμονα να εμποδίσει τη ΝΔ να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτό εξαργυρώθηκε με μια περίοδο καταστροφικής ακυβερνησίας και αλλεπάλληλων εκλογών.

     2. Στις 18/6/89 διεξήχθησαν οι βουλευτικές εκλογές κάτω από κλίμα έντασης και διάχυτη την οσμή της διαφθοράς. Εντούτοις τ’ αποτελέσματα δεν έδειχναν την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ! Έλαβαν: ΝΔ 44,3% (και 145 έδρες), ΠΑΣΟΚ 39,1% (και 125 έδρες) και Συνασπισμός της Αριστεράς 13,1% (και 28 έδρες).

     Κυρίαρχο αίτημα/σύνθημα αυτών των εκλογών ήταν «Κάθαρση» από τη διαφθορά και τους διεφθαρμένους. Αυτό οδήγησε στην προσέγγιση Αιστεράς – Δεξιάς κατά του ΠΑΣΟΚ και στη μετεκλογική συνεργασία ΝΔ – Συνασπισμού, ενόψει της αδυναμίας σχηματισμού μονοκομματικής κυβέρνησης. Πρωτοφανές στα ελληνικά πολιτικά χρονικά. Η σύμπραξη εδράστηκε σχεδόν αποκλειστικά πάνω στο καθολικό αίτημα της κάθαρσης και της δικαστικής διερεύνησης των διαφόρων σκανδάλων.

      Συγκροτήθηκε από τη Βουλή Εξεταστική Επιτροπή, η οποία πρότεινε και η Βουλή παρέπεμψε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο τον Ανδρ. Παπανδρέου και 4 υπουργούς του ΠΑΣΟΚ. Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονταν οι υποθέσεις: α) Γ. Κοσκωτά – Τράπεζας Κρήτης με κατηγορούμενους τους Ανδρ. Παπανδρέου, Αγαμ. Κουτσόγιωργα και Δημ. Τσοβόλα (υπ. Οικονομικών πλέον), β) παρακολούθησης και υποκλοπών τηλεφωνημάτων (δεν έφθασε στο ακροατήριο), και γ) της εισαγωγής και εξαγωγής σέρβικου «καλαμποκιού» σε χώρες της ΕΟΚ με κατηγορούμενο τον υπουργό Ν. Αθανασόπουλο.

   Μετά την εκπλήρωση του σκοπού της Κυβέρνησης συνεργασίας ΝΔ – Συνασπισμού ορίστηκαν νέες εκλογές για τις 5/11/89. Κατ’ αυτές το ΠΑΣΟΚ, προβάλλοντας τον αρχηγό του σαν πολιτικό «μάρτυρα» (ικανότατο στην προπαγάνδα) όχι μόνο δεν αποδυναμώθηκε αλλά ενισχύθηκε οριακά. Συγκεκριμένα έλαβαν: ΝΔ 46,2% (και 148 έδρες), ΠΑΣΟΚ 40,7% και Συνασπισμός 11%. Συνέπεια και πάλι η ακυβερνησία. Η χώρα βρισκόταν στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Αυτό ώθησε τα τρία κόμματα σε συνεννοήσεις για το σχηματισμό μιας «οικουμενικής κυβέρνησης» παρά το αρνητικότατο πολιτικό κλίμα. Οι συνεννοήσεις ευοδώθηκαν. Έτσι σχηματίστηκε μια τέτοια κυβέρνηση υπό τον ακαδημαϊκό και πρώην Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδας Ξεν. Ζολώτα. Σε αυτή δε μετείχαν (την κηδεμόνευαν όμως) οι τρεις αρχηγοί: Κ. Μητσοτάκης, Ανδ. Παπανδρέου και Χαρ. Φλωράκης. Ήταν μια Κυβέρνηση «υπό προθεσμία» (ως τον Απρ. 1990, αφού η Βουλή εξέλεγε Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αυτό, όμως, δεν κατέστη εφικτό λόγω της πρόθεσης της ΝΔ να οδηγηθεί η χώρα σε νέες εκλογές προκειμένου να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

     Η τρίτη εκλογική αναμέτρηση έγινε στις 8/4/90. Από αυτή προήλθε λύση στο κυβερνητικό αδιέξοδο, χωρίς όμως και πάλι καθαρή αυτοδυναμία. Αποτελέσματα: ΝΔ 46,9% (και 150 έδρες), ΠΑΣΟΚ 39,3% (και 125 έδρες), Συνασπισμός 10,6% (και 21 έδρες) και ΔΗΑΝΑ 1 έδρα. Προέκυψε αμιγής κυβέρνηση της ΝΔ μετά την προσχώρηση σε αυτή του βουλευτή της ΔΗΑΝΑ και την κατακύρωση υπέρ της μιας ακόμα έδρας.

     Κατέστη ακόμη δυνατή και η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Από τη ΝΔ προτάθηκε για δεύτερη θητεία ο Κων. Καραμανλής που εκλέχτηκε.
Β΄. Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


1. Από την οπτική του ΠΑΣΟΚ – Ανδρ. Παπανδρέου

    Οι μεταβατικές κυβερνήσεις ακολούθησαν βασικά τους κύριους άξονες της εξωτερικής πολιτικής των προηγηθεισών κυβερνήσεων: η κυβέρνηση του Γ. Ράλλη (εκείνη της ΝΔ), ενώ οι κυβερνήσεις Τζ. Τζαννετάκη και Ξεν. Ζολώτα (εκείνη του ΠΑΣΟΚ).

    Ο ιδρυτικός πυρήνας του ΠΑΣΟΚ προήλθε από αντιστασιακούς κατά της δικτατορίας που δραστηριοποιήθηκαν κυρίως στο εξωτερικό, κυρίως του ΠΑΚ και της Δημ. Άμυνας, που τους εξέφρασε κατά τον αυθεντικότερο τρόπο ο Ανδρ. Παπανδρέου. Άρα αυτό το υλικό ήταν φορέας κάποιων ιδεών κι εμπειριών αναγόμενων στη ζοφερή εκείνη περίοδο.

    Μια πρώτη επιλογή του Ανδ. Παπαν. στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής του κόμματός του (προτού γίνει κυβέρνηση) ήταν ο περίφημος «τρίτος δρόμος», τον οποίο εκθείαζε: δηλ. ούτε με το Δυτικό ούτε με το Ανατολικό μπλοκ. Αυτή η –ουτοπική- επιλογή πρέπει να συνδεθεί με τον αναδυόμνενο τότε Τρίτο Κόσμο: μια μεγάλη ομάδα κρατών ανένταχθων σε κάποιον από τους δυο ισχυρούς Συνασπισμούς και με ποικιλία πολιτιοικονομικών συστημάτων/καθεστώτων αποτέλεσαν ένα χαλαρό σύνολο που διεκδικούσε τη δική του θέση στο διεθνές σύστημα. Και ως κυβέρνηση, πάντως, το ΠΑΣΟΚ δεν έπαυσε να ερωτοτροπεί με αυτή –την ατυχή φυσικά- επιλογή, ενοχλώντας τους ισχυρούς εταίρους της χώρας και εξαπατώντας των ανυποψίαστο ελλ. λαό ότι τάχα ακολουθεί μια «ανεξάρτητη και περήφανη εξωτερική πολιτική»! Συνθηματικά η εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ συνοψιζόταν στο δίπολο: «λαϊκή κυριαρχία – εθνική ανεξαρτησία» υπό την έννοια ότι αυτά δεν διασφαλίζονταν ή και φαλκιδεύονταν στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, το οποίο αμερικανοκυριαρχείται.

     Οι έξονες της εξωτερικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, ως κυβέρνησης, πια, θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν ως εξής:

- Διατήρηση της ύφεσης στις διεθνείς σχέσεις και  προαγωγή της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών.

- Προώθηση της συνένωσης κρατών σε αντιπολεμικά σύνολα ανεξάρτητα από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

- Επαναπροσδιορισμός της θέσης της Ελλάδας μέσα στο δυτικό σύστημα διακυβέρνησης και άμυνας.

- Σκλήρυνση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στο Κυπριακό με διακοπή του ελληνοτουρκικού διαλόγου και διεθνοποίηση του Κυπριακού.

     Όλες αυτές οι ιδεαλιστικές αρχές, όμως, όταν κλήθηκαν να δοκιμαστούν στην πράξη, στην παγκόσμια και στη διακρατική πραγματικότητα, θα αποδεικνύονταν εύκολα και σύντομα αδύναμες. Όταν κατά τη 10ετία του ’80 αναθερμάνθηκε (με την πολτική Ρήγκαν) η ένταση Ανατολής – Δύσης υποχρέωσε τα κράτη σε επανασυσπείρωση, ισχυροποιώντας έτσι τους δυο Συνασπισμούς. Οι προϋποθέσεις χαλάρωσης καταρρέουν και έτσι από το 1985 εγκαταλείπεται από το ΠΑΣΟΚ η αντίστοιχη πολιτική.

    Το κλασικό μοτίβο της ΠΑΣΟΚικής ρητορείας, ο αντιαμερικανισμός, όταν ήρθε αντιμέτωπο με τη στυγνή πραγματικότητα απογυμνώθηκε και μετριάστηκε. Η Αμερική σταδιακά έπαυσε να είναι ο αίτιος όλων των κακών για την Ελλάδα!

      Αλλά και οι λαϊκίστικοι λεονταρισμοί προς τον απέναντι «σύμμαχο» εκλογικεύθηκαν ως το τέλος της 10ετίας, ώσπου να προσγειωθούν κατά την επόμενη και να μετουσιωθούν σε φιλίες μεταξύ των δυο υπουργών Εξωτερικών και σε πολυεπίπεδες συνομιλίες μεταξύ των δυο χωρών.
2. Η υφεσιακή κ.λ. πολιτική του ΠΑΣΟΚ - Στις σχέσεις Βορρά - Νότου
     Η νέα ελληνική Κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά στο πρώτο διεθνές ζήτημα που επηρέαζε κι έθετε σε δοκιμασία και τη δική της φιλειρηνική πολιτική, το πολωνικό: επιβολή στρατιωτικού νόμου, συλλήψεις και κρατήσεις συνδικαλιστών και παραβιάσεις βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Σε όλα αυτά αντέδρασαν έντονα ΗΠΑ και ΕΟΚ, καταδικάζοντας το καθεστώς Γιαρουζέλσκι. Η Ελλάδα διαφώνησε με την επιβολή κυρώσεων κατά της Πολωνίας με το σκεπτικό ότι αυτά θα επιδείνωναν τη θέση του πολωνικού λαού. Και όχι μόνο αυτό: πρώτη η Ελλάδα αναθέρμανε τις διπλωματικές της σχέσεις με την Πολωνία, εγκαινιάζοντάς τες, μάλιστα, με επίσκεψη του πρωθυπουργού (Οκτ. 1982) στη Βαρσοβία. Παρά την ενόχληση των ΗΠΑ κ.ά. συμμάχων, σύντομα τον μιμήθηκαν και άλλοι. Σε αυτό συντέλεσε και η βαθμιαία φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος. Ιδιαίτερα, όμως, η ανάληψη των ηνίων της εξουσίας στη Σοβ. Ένωση από το Μιχ. Γκορμπατσώφ (1985). Αυτό έλυωσε τους πάγους των σχέσεων και τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των δυο Συνασπισμών.

      Ένα άλλο επεισόδιο που έθεσε σε δοκιμασία την εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ ήταν η κατάρριψη από τους Σοβιετικούς  (Σεπτ. 1983) ενός επιβατηγού νοτιοκορεατικού αεροπλάνου που εισήλθε κατά λάθος(;) στον εναέριο χώρο τους. Οι ΗΠΑ και Δυτικοί, γενικότερα, αντέδρασαν οξύτατα. Αντίθετα, η Ελλάδα και ως Προεδρεύουσα της ΕΟΚ χλιαρά/ήπια. Απέτρεψε, μάλιστα, τη λήψη απόφασης από την ΕΟΚ στο Ζάππειο περί καταδίκης της ΕΣΣΔ από τους 10 υπουργούς Εξωτερικών με αρνησικυρία. Μετά ένα μήνα όμως, όταν επιβεβαιώθηκε ότι το αεροπλάνο δεν ενεργούσε κατασκοπία, η ελληνική στάση εναρμονίστηκε μ’ εκείνη των Δυτικών. Πάντως αυτή η στάση της Ελλάδας αποδυνάμωσε τη θέση της μέσα στην ΕΟΚ, εισπράξασα την έκφραση λύπης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (με 128 ψήφους έναντι 19).

   Το ΠΑΣΟΚ και ως Κυβέρνηση επέδειξε ιδιαίτερη δραστηριότητα στο φιλειρηνικό πεδίο. Έτσι: α) τάχθηκε αποφασιστικά κατά των φρενήρων εξοπλισμών, β) φιλοξένησε στη χώρα διάφορα ειρηνιστικά κινήματα, και γ) ο Ανδρ. Παπανδρέου εντάχθηκε στην ομάδα των διεθνών πολιτικών ηγετών, «Η Πρωτοβουλία των Έξι» (Ραούλ Αλφονσίν, Ίντιρα Γκάντι, Όλαφ Πάλμε κ.ά.), που προωθούσε την εμπέδωση της ειρήνης, τη μείωση των εξοπλισμών κτλ. Οι ελληνικές θέσεις κατά των εξοπλισμών προβλήθηκαν πρωτίστως και στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, αλλά και στην ΕΟΚ και στον ΟΗΕ.

      Το 1983 ο ηγέτης της ΕΣΣΔ Γιούρι Αντρόπωφ δήλωσε ότι η χώρα του ήταν έτοιμη να μειώσει τους πυραύλους μέσου βεληνεκούς που έχει εγκαταστήσει σε χώρες της Αν. Ευρώπης. Η Ελλάδα έσπευσε να χαιρετήσει την πρόταση, προτείνοντας την αναβολή εγκατάστασης σε δυτικές χώρες αντίστοιχων πυραύλων. Η πρόταση έπεσε στο κενό. Διαφοροποίηση της ελληνικής στάσης είχαμε και στο θέμα της διεθνούς τρομοκρατίας που αποτελούσε μάστιγα για πολλές (δυτικές κυρίως) χώρες.

     Οι ελληνικές θέσεις ως προς τις σχέσεις των χωρών του Βορρά κι εκείνες του Νότου θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα εξής:

     α) Ως προς τη νέα διεθνή οικονομική τάξη: υποστήριζε τις σφαιρικές διαπραγματεύσεις Βορρά – Νότου στα πλαίσια της νέας διεθνούς οικονομικής τάξης, με κατεύθυνση τη μείωση των πολιτικών και οικονομικών αποστάσεων ανάμεσα στα αναπτυγμένα κράτη του Βορρά και στα αναπτυσσόμενα του Νότου με την ανακατανομή του παγκόσμιου πλούτου.

     β) Για τα αφρικανικά κράτη και την εν γένει ασταθή κατάσταση στην Αφρική: Η Ελλάδα στον ΟΗΕ και στην ΕΟΚ υποστήριξε προωθημένες θέσεις σχετικά με τα ακανθώδη προβλήματα της περιοχής. Συγκεκριμένα: 1) Σχετικά με τον πόλεμο στη Ναμίμπια: υποστήριξε την εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβ. Ασφαλείας: κατάπαυση πυρός, απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, επιστροφή των προσφύγων, καταδίκη της κατοχής της από τη Ν. Αφρική κ.ά. 2) Σχετικά με το απαρτχάιντ στη Ν. Αφρική: καταδίκασε το καθεστώς των φυλετικών διακρίσεων, τον τεμαχισμό της μαύρης πλειονότητας και τον περιορισμό της σε «στεγανά». Παράλληλα περιόρισε τις οικονομικές σχέσεις της με το λευκό καθεστώς, έστω και αν θίγονταν τα ελληνικά συμφέροντα εκεί (πλούσια ελληνική κοινότητα, εμπορική ναυτιλία). Ακόμη, καταδίκασε τις επιθέσεις της Ν. Αφρικής κατά των γειτονικών της κρατών. 3) Σχετικά με την αστάθεια στο Τσαντ: η υπόθεση θα πρέπει να διευθετηθεί από τα αφρικανικά κράτη χωρίς έξωθεν επεμβάσεις. 4) Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε η Ελλάδα για την ολοκλήρωση της ενότητας των αφρικανικών κρατών στα πλαίσια του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας.

    γ) Η πολιτική της έναντι των κρατών της Λατινικής Αμερικής: Τα αναπτυσσόμενα κράτη της Λατ. Αμερικής θα πρέπει να βοηθηθούν από τις χώρες του Βορρά ανιδιοτελώς. Θα πρέπει, συνεπώς, ν’ απαλλαγούν από τη δυναμική κηδεμονία των ΗΠΑ. Συνεπώς υποστήριζε τη μη επέμβαση στα εσωτερικά αυτών των κρατών κι εκείνων της Κεντρικής Αμερικής. Υπέγραψε μεν τη σχετική δήλωση των μελών της ΕΟΚ της 19/7/83 αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό. Πρότεινε, χωρίς αποτέλεσμα, την αποστολή στην περιοχή Κοινοτικής αντιπροσωπίας προς άμεση εποπτεία της κατάστασης. Προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να πετύχει Κοινοτική καταδίκη για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε χώρες της Λατ. Αμερικής.

     δ) Σχετικά με τα συμβαίνοντα στον αραβικό κόσμο και το Παλαιστινιακό: Τα επιμέρους ζητήματα αυτού του κύκλου που απασχόλησαν την ελληνική διπλωματία ήταν 1) ο ευρωαραβικός διάλογος, 2) το Παλαιστινιακό, 3) το σχετιζόμενο με το Λιβανικό πρόβλημα, και 4) ο πόλεμος Ιράν – Ιράκ. Για το καθένα από αυτά οι ελληνικές θέσεις εξειδικεύθηκαν, προβάλλοντας όπου χρειάστηκε και τις προτάσεις της, ιδιαίτερα για το Παλαιστινιακό, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Δουβλίνου (Δεκ. 1984).

3. Στις διμερείς σχέσεις και στους διεθνείς Οργανισμούς

      1. Όσον αφορά τις διμερείς σχέσεις: Σε αυτές κυριάρχησαν οι σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ. Αυτές είχαν ήδη δηλητηριασθεί από την αντιαμερικανική κυβερνητική ρητορεία, που αποτελούσε συνέχεια της προκυβερνητικής περιόδου του ΠΑΣΟΚ. Πολλές ήταν οι κυβερνητικές δηλώσεις και ενέργειες που ενόχλησαν την αμερικανική πλευρά. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν έπραξε κάτι που θα μπορούσε να εκληφθεί ως εχθρική ενέργεια κατά των ΗΠΑ. Εντούτοις, μεγάλες δυσχέρειες ανέκυψαν κυρίως στις διαπραγματεύσεις για την ανανέωση του καθεστώτος των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα που έληγε το 1983. Τελικά υπογράφηκε η Συμφωνία Αμυντικής και Οικονομικής Συνεργασίας (10/9/83) 5ετούς διάρκειας, περιέχουσα μια άμβλυνση των αμερικανικών δικαιωμάτων ελεύθερης κι ανεμπόδιστης χρήσης των βάσεων. Αυτή η κατάληξη είχε ως παρεπόμενη συνέπεια τη μείωση της όποιας έντασης μεταξύ των δυο χωρών, χωρίς εντούτοις να την εξαλείψει. Η οξύτητα στις σχέσεις των δυο χωρών μειώθηκε περαιτέρω καθώς πλησίαζαν οι εκλογές του 1989. Διαπραγματεύσεις για τις βάσεις διεξήχθησαν και κατά τα έτη 1987-88 χωρίς αποτέλεσμα. Απλά η Βουλή παρέτεινε την παραμονή τους ως το Νοέμ. 1990.

      2. Κρίσιμη παράμετρο για την ελληνική εξωτερική πολιτική αποτελούσαν πάντα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εδώ η κυβέρνηση επιδίωξε να χρησιμοποιήσει τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ για να ισχυροποιήσει τη θέση της. Έτσι, το Δεκ. 1981 ζήτησε από το ΝΑΤΟ να εγγυηθεί την ασφάλεια των συνόρων όλων των μελών του από οποιαδήποτε απειλή. Η Τουρκία απέτρεψε μια τέτοια απόφαση. Άλλη συναφής κυβερνητική απόπειρα ήταν η περίληψη και της Λήμνου στους νατοϊκούς σχεδιασμούς (στρατιωτικές ασκήσεις κτλ.). Στην άρνηση της Συμμαχίας να πάρει θέση, η Κυβέρνηση αντέδρασε με αποχή από τις ασκήσεις του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο και απαγόρευση χρήσης του εναέριου χώρου της και της αιγιαλίτιδας ζώνης για συναφείς σκοπούς. Αυτή η θολότητα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις επέφερε αλλαγή στον αμυντικό σχεδιασμό της χώρας. Το δόγμα του «εκ Βορρά κινδύνου» υποκαταστάθηκε/αντικαταστάθηκε από το «εξ Ανατολών κινδύνου», που συνοδεύτηκε από ανάλογη μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων στα σύνορα με την Τουρκία και σε νησιά του Αιγαίου, και περαιτέρω ενίσχυση των εξοπλισμών των Ενόπλων Δυνάμεων. Το «χαρτί» του ΝΑΤΟ, όμως, δεν εγκαταλείφθηκε.

    3. Ως προς τις σχέσεις Ελλάδας – ΕΟΚ: Παρά τις προεκλογικές του διακηρύξει και «δεσμεύσεις», το ΠΑΣΟΚ δεν επιχείρησε να διαρρήξει τις σχέσεις Ελλάδας – ΕΟΚ. Ακόμα και τα περί «ειδικής σχέσης» ή δημιουργίας μιας μη-καπιταλιστικής Κοινότητας της Μεσογείου τέθηκαν σιωπηρά στο «ψυγείο». Εκείνο που έθεσε ως στόχο (και επιδίωξε;) ήταν η βελτίωση της θέσης της χώρας μέσα στην ΕΟΚ στα πλαίσια της οποίας επιχειρούσε κατά περίπτωση κάποιες διαφοροποιήσεις σε αποφάσεις βλαπτικές για τη χώρα. Σε αυτά τα πλαίσια υπέβαλε μνημόνιο (Φεβρ. 1982) ζητώντας α) εξαίρεση της Ελλάδας από τις περί κοινής αγοράς ρυθμίσεις, και β) οικονομική βοήθεια για την ενίσχυση των υποδομών της ελληνικής οικονομίας. Η Κοινότητα υπενθύμισε ότι η Συνθήκη της Ρώμης και το Κοινοτικό κεκτημένο δεν άλλαξαν. Εντούτοις η Κοινότητα έδειξε κατανόηση στα ελληνικά αιτήματα, δίνοντας μια «περίοδο χάριτος» για την εφαρμογή από την Ελλάδα ορισμένων θεσμικών μεταβολών.

   Μετά το 1985, όμως, οι σχέσεις ΕΟΚ – Ελλάδας διαφοροποιούνται. Και αυτό διότι επήλθαν δυο ουσιώδεις μεταβολές: α) Όσον αφορά την ΕΟΚ η μεταρρύθμιση του 1985 με την «Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη», με την οποία θεσμοθετήθηκαν η ενιαία εσωτερική αγορά, μικρότερος κρατικός παρεμβατισμός και η ενίσχυση πολιτικών για μια πιο γενικευμένη ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών κρατών. β) Από την πλευρά της η Ελλάδα προσχωρεί σε μια πολιτική διαπραγμάτευσης για την ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων των οικονομιών των χωρών-μελών του Νότου, και υιοθετεί μια πιο φιλευρωπαϊκή στάση. Από όλες αυτές τις διεργασίες και πιέσεις υπήρξε μια ευνοϊκή για τους Νότιους εξέλιξη: το «πακέτο Ντελόρ»: διπλασιασμός των πόρων για τα διαρθρωτικά προγράμματα κι ευχερέστεροι όροι απορρόφησης των Κοινοτικών κονδυλίων και δυνατότητα αποκλίσεων από τους αυστηρούς όρους εφαρμογής του προγράμματος της εσωτερικής αγοράς.

      4. Σχέσεις με τις σοσιαλιστικές χώρες: Το ΠΑΣΟΚ ευνοούσε τη σύσφιγξη των σχέσεων μαζί τους για τους εξής λόγους: α) για να διευκολυνθεί η χαλάρωση των σχέσεων με τους Δυτικούς, β) για να προωθήσει τη διακηρυγμένη (και πολύ ορθή) πολιτική της διεθνούς ύφεσης, και γ) για τη διεύρυνση των εθνικών ερεισμάτων (πολύ αναγκαίο) στο χειρισμό των κρίσιμων ελληνοτουρκικών σχέσεων. Για την αναθέρμανση αυτών των σχέσεων α) ο Ανδρ. Παπανδρέου το Δεκ. 1982 πήγε στη Μόσχα επ’ ευκαιρία της κηδείας του Μπρέζνιεφ όπου συναντήθηκε με το διάδοχό του Γ. Αντρόπωφ και υπογράφηκαν συμφωνίες. β) Τον Ιαν. 1983 η Κυβέρνηση επικρότησε τη σοβιετική πρόταση για σύναψη συμφωνία μη-επίθεσης μεταξύ ΕΣΣΔ και ΝΑΤΟ. γ) Το Φεβρ. 1983 ο Σοβιετικός πρωθυπουργός Ν. Τιχόνωφ υπέγραψε στην Αθήνα 10ετή συμφωνία οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας. Ευρύτατη μεν και σημαντική η συμφωνία αυτή, αλλά είναι αμφίβολο αν απέδωσε κάτι σημαντικό. δ) Το Φεβρ. 1984 ο Ανδ. Παπανδρέου  επισκέφθηκε εκ νέου τη Μόσχα. Για την κηδεία του Αντρόπωφ αυτή τη φορά.

       Αυτή η δραστηριότητα μετά το 1985 καταλάγιασε εξαιτίας α) της ανάδειξης στην ηγεσία της ΕΣΣΔ του Μιχ. Γκορμπατσώφ και των επαφών του με το Ρ. Ρήγκαν και του εντεύθεν μετριασμού της έντασης Ανατολής – Δύσης, β) της στροφής της ελλ. κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, και γ) της επιδείνωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων (ιδίως το 1987).

      Κινητικότητα παρατηρήθηκε την ίδια περίοδο (1981-85) και στις σχέσεις της Ελλάδας με άλλες χώρες της Κεντρικής και Ανατ. Ευρώπης. Έτσι: α) με την Ουγγαρία, ιδιαίτερα, οι επαφές γίνονταν στα πλαίσια της Μικτής Επιτροπής για Οικονομική, Βιομηχανική και Τεχνική Συνεργασία, χωρίς όμως ουσιαστικά απιτελέσματα· β) με την Πολωνία: ανάληψη ελληνικής μεσολάβησης για την αναβίωση των σχέσεων της χώρας με τη Δύση και το «σπάσιμο» της σχετικής απομόνωσης στο καθεστώς Γιαρουζέλσκι. Το μόνο που απέδωσε αυτή η προσπάθεια ήταν η βελτίωση των ελληνο-πολωνικών σχέσεων: διπλωματικές ανταλλαγές και συναντήσεις υψηλού επιπέδου.

   5. Με τις χώρες της περιοχής: Μία από τις πολλές μεγαλοστομίες του ΠΑΣΟΚ ήταν και η εκστρατεία του για τη δημιουργία «βαλκανικής αποπυρηνικοποιημένης ζώνης». Μολονότι στην περιοχή μόνο στην Ελλάδα και στην Τουρκία υπήρχαν πυρηνικά, ανέλαβε σχετική πρωτοβουλία προς τις βαλκανικές χώρες. Έτσι, τον Ιούλιο 1983 ο Ανδρ. Παπανδρέου απέστειλε επιστολή στους ομολόγους του καλώντας τους να συμφωνήσουν στην απομάκρυνση των αντίστοιχων όπλων. Στη συνέχεια ζήτησε να σταλούν στην Αθήνα εμπειρογνώμονες για μια διάσκεψη. Τελικά κατορθώθηκε να γίνει τον Ιαν. 1984 με πενιχρά αποτελέσματα, ώσπου τελικά «ξεθύμανε» ο ενθουσιασμός και η διάθεση, χάρη κυρίως στην αρνητική στάση της Τουρκίας. Στην Ελλάδα αυτή η πρωτοβουλία είχε και φαιδρές εκφράσεις (π.χ. κάποιοι Δήμοι κήρυξαν την πόλη τους αποπυρηνικοποιημένη ζώνη!....).

     Αντίθετα, πρόοδος σημειώθηκε στις διμερείς σχέσεις, με εντυπωσιακότερη την προσέγγιση με την Αλβανία: μονομερής ανακοίνωση άρσης της εμπόλεμης κατάστασης (από το 1945) τον Απρ. 1986 που οριστικοποιήθηκε τον Αύγ. 1987· πλήθυναν οι ελληνοαλβανικές ανταλλαγές· επίσκεψη υπ. Εξωτερικών στα Τίρανα (Νοέμ. 1987). Η αλβανική πλευρά πάντως ανταποκρίθηκε με χλιαρότητα, που απέτρεψε την ολοκλήρωση του εγχειρήματος.

    Όσον αφορά τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, αυτές εμπλουτίστηκαν περαιτέρω με ένα πλέγμα συμφωνιών πάνω σε ποικίλα θέματα, αλλά και σε θέματα «υψηλής πολιτικής», όπως είναι η βουλγαρική συμπαράσταση στο Κυπριακό. Ακόμη, κατά την επίσημη επίσκεψη στη Σόφια του Ανδρ. Παπαν. (1986) υπογράφηκε μια Διακοίνωση «Φιλίας, Καλής Γειτονίας και Συνεργασίας» συνοδευόμενη και με μια υποτυπώδη «αμυντική συμμαχία».

     Με τη Ρουμανία υπήρχε και μια ιδεολογική «συγγένεια» Παπανδρέου – Τσαουσέσκου. Επιδιώχθηκαν βάσει αυτής επαφές σε θέματα «χαμηλής» πολιτικής με πενιχρά αποτελέσματα, ενώ σε θέματα «υψηλής» πολιτικής υπήρξε μεγαλύτερη σύμπτωση θέσεων.

     Όσον αφορά τη Γιουγκοσλαβία, αυτή διερχόταν τη μετά Τίτο εποχή. Εδώ η ιδεολογική «συγγένεια» ήταν ευκρινέστερη. Γιαυτό ο Ανδρ. Παπανδ. άρχισε από το Βελιγράδι την «ταξιδιωτική διπλωματία» του (Μάης 1982). Συνάντησε ευνοϊκό κλίμα για μια ευρείας κλίμακας θεμάτων. Και αυτή, όμως, η κατάσταση διαταράχθηκε μετά το 1986, όταν Βελιγράδι και Σκόπια επιχείρησαν τη διεθνοποίηση του «Μακεδονικού» θέματος.

      6. Με τις αραβικές χώρες: Η βελτίωση και ανάπτυξη αυτών των σχέσεων ήταν μια άλλη επιλογή του ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια μιας σταδιακής απεξάρτησης από τους παραδοσιακούς συμμάχους της. Όψεις αυτής της πολιτικής: α) η ανοιχτή υποστήριξη των Παλαιστίνιων και ειδικά της PLO. Υποστήριξε ένθερμα στα πλαίσια της ΕΟΚ και πέτυχε την αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Παλαιστινίων. Αυτό, βέβαια, επέφερε την αποδυνάμωση των ελληνο-ισραηλινών σχέσεων. Έτσι: το 1982 καταδίκασε με σκληρότητα την κατάληψη από το Ισραήλ τμήματος του Λιβάνου· το Δεκ. 1983 η Κυβέρνηση συνέβαλε αποφασιστικά στη μεταφορά των Παλαιστινίων από την Τρίπολη της Λιβύης στη Ν. Υεμένη και στην Τυνησία. β) Χρησιμοποιώντας δε την ιδιότητά της του μέλους της ΕΟΚ, η Ελλάδα κατόρθωσε να «χτίσει» διμερείς σχέσεις με ορισμένες αραβικές χώρες, όπως τη Σ. Αραβία, το Κουβέιτ, την Αίγυπτο και το Λίβανο. Αποτέλεσμα αυτών των σχέσεων ήταν η προσέλκυση αραβικών κεφαλαίων και η αύξηση της παρουσίας ελληνικών συμφερόντων ιδίως σε χώρες του Κόλπου. Ένα άλλο αντάλλαγμα ήταν η ένθερμη αραβική υποστήριξη στο Κυπριακό, με αποκορύφωση την απόρριψη από την Ισλαμική Διάσκεψη αιτήματος των Τουρκοκυπρίων να καταστούν μέλος της.

    γ) Το ΠΑΣΟΚ δεν περιόρισε τις σχέσεις του μόνο με τα μετριοπαθή αραβικά καθεστώτα. Αγκάλιασε και τα περισσότερο ριζοσπαστικά, τη Συρία και τη Λιβύη. Αναπτύχθηκε επικοινωνία Παπανδρέου – Καντάφι. Το φθινόπωρο 1984 συναντήθηκαν στην Ελούντα της Κρήτης. Μετά από αυτό επαναλήφθηκε η ροή λιβυκού πετρελαίου προς την Ελλάδα. Η τελευταία δραστηριοποιήθηκε για τη βελτίωση των σχέσεων ΕΟΚ – Λιβύης. Αυτή η κίνηση βρήκε ανταπόκριση από τις Γαλλία, Ισπανία και Ιταλία. Στην Κρήτη συναντήθηκαν οι Πρόεδροι της Γαλλίας Μιττεράν και Καντάφι. Σημειωθήτω ότι στα κατάστιχα της Δύσης η Λιβύη ήταν καταχωρισμένη ως «διεθνής τρομοκράτης».

     Ανάλογη η προσέγγιση και με τη Συρία, αν και υπήρχαν περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης οικονομικών σχέσεων. Το Μάη 1986 επισκέφθηκε την Αθήνα ο Χαφέζ αλ-Άσαντ.

    Η ανάπτυξη των ελληνο-αραβικών σχέσεων απέβη γενικά πολλαπλά επωφελής για την Ελλάδα.

       7. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις: Η Τουρκία υπήρξε ανέκαθεν ο δυστροπότερος κι επικινδυνωδέστερος γείτονας της Ελλάδας. Οι σχέσεις των δυο χωρών μοιάζουν με πολυκύμαντη θάλασσα. Μιλήσαμε ήδη για τις πάγιες και κεφαλαιώδεις διαφορές. Για τη διευθέτησή τους η Ν.Δ. είχε υιοθετήσει το διμερή διάλογο σε επίπεδο (αρχικά) Γεν. Γραμματέων Υπ. Εξωτερικών. Το ΠΑΣΟΚ: α) περιόρισε τις συζητήσεις μόνο σε ό,τι αφορούσε το συνυποσχετικό για την παραπομπή των διαφορών στο Δ. Δικαστήριο της Χάγης· β) έθετε ως απαραίτητο όρο βελτίωσης των σχέσεων των δυο χωρών την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο. Από το 1983 προστέθηκε νέος παράγοντας επιδείνωσης των σχέσεων: η ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου». Επίσης, τη στιγμή που ο Ανδρ. Παπανδ. σχεδίαζε τη φιλοαραβική πολιτική του, η Τουρκία υπό το στρατηγό Κ. Εβρέν αναθεωρούσε τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο, υποστηρίζοντας την ένωση όλων των Μουσουλμάνων κατά του Ισραήλ. Συνέπεσε έτσι χρονικά, με διαφορετικές επιδιώξεις, μια αντιδυτική απόκλιση στην πολιτική των δυο χωρών.

      Από το 1983 την εξουσία στην Τουρκία κατέλαβε ο Τοργκούτ Οζάλ, ο πιο σημαντικός Τούρκος πολιτικός της 10ετίας του ’80. Ισλαμιστής. Θιασώτης της οικονομίας της αγοράς. Φιλοδυτικός. Κατάφερε να παντρέψει την ισλαμική παράδοση με το νεωτερισμό. Το 1987 επανεξελέγη.

      Την περίοδο 1983-87 η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις εκδηλώθηκε σε διάφορους τομείς: α) στον περίφημο αεροδριάδρομο J-60 στο Αιγαίο· β) για τις δηλώσεις του Οζάλ σχετικά με την «απώλεια» της Δωδεκανήσου· γ) για τις παραβιάσεις από τουρκικά αεροπλάνα του εναέριου ελληνικού χώρου στο Αιγαίο, και δ) εξαιτίας άλλων επεισοδίων στο Αιγαίο.

      Το 1984 η Ελλάδα ζήτησε τη συμπερίληψη και της Λήμνου στις ασκήσεις του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία πρόβαλε veto. (Μιλήσαμε ήδη γι’ αυτό).

    Το Μάρτη 1987 οι δυο χώρες έφθασαν στα πρόθυρα της αναμέτρησης. Αιτία/αφορμή η έξοδος στο Αιγαίο του τουρκικού ερευνητικού σκάφους «Πιρί Ρέις». Παρενέβη ο αμερικανικός παράγοντας και έτσι αποκλιμακώθηκε η κρίση.

      Κατά τους επόμενους μήνες ο Ανδρ. Παπανδ. επιδίωξε και πέτυχε συνάντηση με τον Τούρκο συνάδελφό του Οζάλ. Αυτή πραγματοποιήθηκε το Φεβρ. 1988 στο Νταβός της Ελβετίας. Η ελληνική πλευρά επιθυμούσε την εξέταση μόνο του Κυπριακού και του συνυποσχετικού για την υφαλοκρηπίδα. Τελικά συμφωνήθηκε η ανάθεση της διερεύνησης όλων των διαφορών σε ειδικές επιτροπές.

      Ο αρχικός ενθουσιασμός σε Ελλάδα και Τουρκία άρχισε πολύ γρήγορα να προσκρούει σε ανυπέρβλητα εμπόδια. Η οπισθοχώρηση άρχισε με την επίσημη τουρκική «ανησυχία» για την «τουρκική» μειονότητα της Θράκης και συμπληρώθηκε με δήλωση μη αποχώρησης από την Κύπρο.

     Παρά ταύτα, συντάχθηκε Μνημόνιο από τους δυο υπ. Εξωτερικών, Κάρ. Παπούλια και Μεσούτ Γιλμάζ, που περιορίστηκε σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης στο Αιγαίο. Συμφωνήθηκε η διαδικασία διενέργειας των στρατιωτικών ασκήσεων στην ανοιχτή θάλασσα και στο διεθνή εναέριο χώρο, ώστε ν’ αποφεύγονται οι εντάσεις.

      Οι εργασίες της μικτής επιτροπής άρχισαν στην Άγκυρα στις 5/9/88. Η τουρκική τακτική, όμως, να θέτει τα πάντα και συνεχώς περισσότερα θέματα προς συζήτηση και η άρνησή της να τεθεί σε ισχύ το συνυποσχετικό απέτρεψε κάθε αποτέλεσμα. Συμφώνησαν μόνο α) στην αποφυγή κάθε ενέργειας που θα τραυμάτιζε το αμοιβαίο κλίμα εμπιστοσύνης, και β) σε μέτρα πρόληψης «ατυχημάτων» στα διεθνή ύδατα και στο διεθνή εναέριο χώρο.

       Στα τέλη του 1988 και οι δυο χώρες περιήλθαν στο βούρκο πολιτικών σκανδάλων. Οι πρωτοβουλίες πάγωσαν. Με την είσοδο του 1989, όμως, αναθερμάνθηκαν, όταν κατά τις προπαρασκευαστικές συζητήσεις στη Βιέννη για τον περιορισμό των συμβατικών δυνάμεων στην Ευρώπη η Τουρκία ζήτησε την εξαίρεση περιοχών των συνόρων της με τη Συρία. Η Ελλάδα και η Κύπρος αντέδρασαν. Οι συζητήσεις ανεστάλησαν. Το τουρκικό αίτημα απορρίφθηκε. Το Δεκ. 1989 απορρίφθηκε τουρκικό αίτημα εισόδου στην ΕΟΚ. Αυτό επηρέασε την τουρκική αδιαλλαξία.