ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Δ΄. ΓΛΥΠΤΙΚΗ – ΓΛΥΠΤΕΣ


   1. Γιαννούλης Χαλεπάς (1851-1938): Ο Χαλεπάς έχει δικαιώματα και στον 20ό αι. Κυρίως με τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του. Από το 1918, επιστρέφοντας στην Τήνο, αρχίζει μια καινούργια δημιουργική περίοδος, εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη, γνωστή ως «μεταλογική». Κύριο χαρακτηριστικό της ο αφαιρετικός πρωτογονισμός. Αυτή τον κατατάσσει ανάμεσα στους μεγαλύτερους Ευρωπαίους καλλιτέχνες.

   2. Κώστας Δημητριάδης (1881-1943): Γεννήθηκε στη Στενήμαχο της Αν. Ρωμυλίας. Σπούδασε στην Αθήνα, στο Μόναχο και στο Παρίσι (1904) όπου και έζησε επί 26 χρόνια. Το 1930 επέστρεψε στην Αθήνα, διορίστηκε Διευθυντής της ΑΣΚΤ και ανακηρύχθηκε Ακαδημαϊκός. Τεχνούργησε τον περίφημο Δισκοβόλο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1924, κέρδισε το Α΄ Βραβείο και έγινε παγκοσμίως γνωστός. Άλλα έργα του: «Προσπάθεια» (1907), «Βακχίς», «Το δίλημμα» (1905), «Ο σκεπτιστής», προτομές των Αλ. Διομήδη (1930), Δημ. Μαξίμου (1932), Ιωάννη Δροσοπούλου (1937) κ.ά. Στις προθέσεις του ήταν να κατασκευάσει μια σειρά πολυπρόσωπων έργων αλλά τον πρόλαβε ο θάνατος.

    3. Αντώνης Σώχος (1888-1975): Τήνιος. Σπούδασε στην Αθήνα (μαθητής του Βρούτου) και στο Παρίσι. Το 1926 διορίστηκε καθηγητής της Αρχιτεκτονικής στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις εντός και εκτός Ελλάδας. Ακαδημαϊστής. Από το 1949 στράφηκε σε λαϊκότερες μορφές έκφρασης, σκαλίζοντας σε ξύλο κεφάλια Αγωνιστών, ξόανα, γοργόνες κτλ.

    4. Μιχ. Τόμπρος (1889-1974): Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αθήνα και στο Παρίσι. Καθηγητής της Αρχιτεκτονικής του Μετσοβίου Πολυτεχνείου και της ΑΣΚΤ. Υπερέβη τα παραδοσιακά πρότυπα. Στο έργο του αποτυπώνονται δυο τάσεις: μία νεορεαλιστική και μία που ξεκινάει από τη μελέτη καθαρά πλαστικών στοιχείων, με αναγωγές στα αιγαιοπελαγίτικα και αρχαϊκά ειδώλια.

       Μερικά από τα πολυάριθμα έργα του: «Δύο φίλες» (1929), «Ηρώον της Τεγέας» (1930), «Μνημείον της αιώνιας ποιήσεως» (1931), «Εργάτριες καπνών» (1931), «Δίδυμα τέρατα» (1952), αντριάντας έφιππου Καραϊσκάκη, κ.ά.

     5. Γεώργιος Ζογγολόπουλος (1903-2004): Γεννήθηκε στην Αθήνα. Γλύπτης και αρχιτέκτονας. Σπούδασε γλυπτική στην ΑΣΚΤ και στο Παρίσι. Εκπροσώπησε την Ελλάδα σε πολλές Μπιενάλε. Πρωτοτύπησε χρησιμοποιώντας το νερό για να δώσει στα γλυπτά του ιδιαίτερη λαμπρότητα. Περίφημες έγιναν οι «Ομπρέλες» του. Έργα του κοσμούν πολλές πόλεις (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, κ.ά.).

     6. Βάσος Φαληρέας (1905-1979): Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ και στο Παρίσι. Γλύπτης και Ακαδημαϊκός. Πήρε μέρος σε πολλές διεθνείς εκθέσεις εκτός Ελλάδας. Έργα του κοσμούν πολλές ξένες πόλεις κτλ. Στην πλούσια παραγωγή του περιλαμβάνονται γλυπτά, ξυλογραφίες, μετάλλια και αναμνηστικά νομίσματα. Μερικά από τα εξοχότερα γλυπτά του: το άγαλμα της προμάχου Αθηνάς (1951), η προτομή του Γ. Δροσίνη (1939), το Μνημείο του Λεωνίδα και των Τριακοσίων στις Θερμοπύλες (1955), το άγαλμα του Κ. Παλαμά (1975) μπροστά στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, κ.ά.

    7. Γιάννης Παππάς (1913-2005): Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Γλύπτης, ζωγράφος, πανεπιστημιακός και Ακαδημαϊκός. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ και στο Παρίσι. Επί 10ετία πρόεδρος Μπιενάλε της Βενετίας, αντεπιστέλλον μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών.

    Έργα του γλυπτά: πολλοί αντριάντες (Ελ. Βενιζέλου, Οδυσσέα Ελύτη κ.ά.), μνημείο Εμπορικής Ναυτιλίας στην Ερμούπολη, προτομές. Σημαντική ήταν η προσφορά του και στη ζωγραφική, αποσπώντας και βραβεύσεις.

     8. Λάζαρος Λαμέρας (1913-1998): Γεννήθηκε στην Αθήνα. Τήνιος την καταγωγή. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ και στο Παρίσι. Γλύπτης και πανεπιστημιακός. Πολλάκις εξέθεσε έργα του και εκτός Ελλάδας. Έργα: «Μαγικό όργανο» (1946), «Η κόρη του Θεού», «Η κόρη», «Η πατρίδα μου», «Χιροσίμα», «Κυκλαδίτικο» κ.ά. Το μικρό του γλυπτό «Η Πεντέλη σε έκσταση» (1948) προκάλεσε αίσθηση, διότι ήταν το πρώτο έργο αφηρημένης γλυπτικής στην Ελλάδα. Σημαντική ήταν η καλλιτεχνική του παρουσία και στο στήσιμο μνημείων-Ηρώων σε αρκετές ελληνικές πόλεις.

    9. Γεράσιμος Σκλάβος (1927-1967): Γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ. Στο έργο του συνδύασε τη σύγχρονη τεχνική και την κλασική τεχνοτροπία. Οι συνθέσεις του ήταν τεράστιες. Πολλά από τα έργα του ήταν υψηλής ποιότητας. Εξεμέτρησε πρόωρα το βίο του, θύμα επαγγελματικού ατυχήματος.

   10. Χρίστος Καπράλος (1909-1993): Γεννήθηκε στο Παναιτώλιο. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ και στο Παρίσι. Γλύπτης. Αρχικά ασχολήθηκε με τη χαλκογλυπτική στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Από το 1951 εγκαταστάθηκε στην Αίγινα όπου έστησε το εργαστήριό του. Διέπρεψε κυρίως ως ξυλογλύπτης, αλλά ασχολήθηκε και με την κεραμική, τα βότσαλα, τον πηλό κ.ά. Η φήμη του ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Έργα του: «Κυκλική σύνθεση», «Η μάννα», «Παρωδία» (σύνθεση στο αέτωμα της Ολυμπίας), «Ο βράχος» κ.ά. Περίφημη είναι (από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης ελληνικής Γλυπτικής) η τεραστίων διαστάσεων (40 μ.) σύνθεσή του «Η μάχη της Πίνδου», αποτελούμενη από 7 διαφορετικού μήκους σκηνές – επεισόδια.

     11. Αχιλλέας Απέργης (1909-1986): Γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ. Γλύπτης. Πολυταξιδεμένος. Ο πρώτος Έλληνας που ακολούθησε την αφηρημένη γλυπτική. Αρχικά επιδόθηκε σε ανθρωπομορφικές συνθέσεις, για να περάσει οριστικά σε συνθέσεις καθαρά αφαιρετικές. Έργα του: «Σκέψη», «Λήδα», «Κύκνος», «Λαοκόων» κ.ά. Την τεχνοτροπία του μιμήθηκαν και πολλοί άλλοι.

       12. Γιάννης Αβραμίδης (1922- ;): Γεννήθηκε στην Μπατούμι της Γεωργίας. Σπούδασε αρχικά στην εκεί Κρατική Σχολή Τέχνης (1937-39), στην ΑΣΚΤ (1939-43) και στην Ακαδημία Πλαστικών Τεχνών της Βιέννης (μετά το 1953), όπου και εγκαταστάθηκε. Γλύπτης. Απέσπασε πολλά αυστριακά βραβεία, Το έργο του είναι επηρεασμένο από την αρχαιοελληνική αρμονία. Επίκεντρο της θεματολογίας του είναι το ανθρώπινο σώμα.

     13. Τάκης Βασιλάκης – Takis (1925- ;): Γεννήθηκε στην Αθήνα. Γλύπτης (αυτοδίδακτος). Πρωτοεμφανίστηκε το 1946 με γλυπτά εμπνευσμένα από τον αρχαιοκυκλαδικό πολιτισμό. Το 1954 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, απόπου ξεκίνησε η καλλιχνική του σταδιοδρομία με τα «Σινιάλα» (1954-55), ένα από τα κορυφαία δείγματα της κινητικής τέχνης. Άλλες δημιουργίες του: «Τηλεμαγνητικά γλυπτά» (1959), τα «Γκογκς», μνημειακές κατασκευές (μετά το 1981). «Ηλέκτρα», στο θέατρο Επιδαύρου (1983), «Φωτεινό πάρκο» στο Παρίσι, παρέμβαση στη Διον. Αρεοπαγίτου κ.ά. Καθιερώθηκε διεθνώς ως ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους γλύπτες.

     14. Χρύσα (1933-;): Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της γλύπτριας Χρύσας Βαρδέα. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Παρίσι και στην Καλλιφόρνια. Εγκαταστάθηκε στη Ν.Υόρκη (1955) όπου σταδιοδρόμησε καλλιτεχνικά. Δανείστηκε στοιχεία από την αρχαία ελληνική γλυπτική και την τέχνη της Άπω Ανατολής, τα οποία μπόλιασε στη σύγχρονη τέχνη. Κατατάσσεται στους κορυφαίους γλύπτες του 20ού αι. Χρησιμοποιώντας δε στα έργα της το νέον-φως έγινε πρωτοπόρος διεθνώς της τεχνοτροπίας της «τέχνης του φωτός».

     15. Πολλοί είναι οι γλύπτες που δικαιούνται να μνημονευθούν εδώ, όπως: Κώστας Κουεντιανός, Αγαμέμνων (Μέμος) Μακρής, Κλέαρχος Λουκόπουλος, Γιάννης Χρήστου, Γιώργος Χρόνης, Στήβεν Αντωνάκος, Λουκάς Σαμαράς κ.π.ά. Τυχόν, όμως, σκιαγράφησή τους θα παραβίαζε περαιτέρω τα ήδη παραβιασμένα όρια της παρούσας εργασίας.

Ε΄. ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ – ΧΑΡΑΚΤΕΣ

    Μια πλειάδα αξιόλογων καλλιτεχνών αυτής της περιόδου κατάφεραν με το έργο τους να αναδείξουν τη Χαρακτική εις αυτόνομο καλλιτεχνικό είδος.

     1. Δημήτρης Γαλάνης (1882-1966): Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζωγράφος και χαράκτης. Από το 1944 καθηγητής στην ΑΣΚΤ. Από πολύ νεαρός εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά στην Ελλάδα και στο Παρίσι φτειάχνοντας σχέδια. Από το 1912 άρχισε να σκαλίζει το ξύλο και το χαλκό. Η σημαντικότερη παραγωγή του άρχισε το 1927 με την εικονογράφηση με ξυλογραφίες και χαλκογραφίες πολυτελείς εκδόσεις. Εκτός από την ξυλογραφία και τη χαλκογραφία, επιδόθηκε και στην τεχνική της μαύρης τεχνοτροπίας, στη οξυγραφία

    2. Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957): Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ζωγράφος και χαράκτης. Σπούδασε στη Γάνδη και στο Παρίσι. Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε το 1930. Θεωρείται από τους κορυφαίους εκπροσώπους (και από τους ιδρυτές) της ελληνικής Χαρακτικής. Ιδρυτής του Εργαστηρίου Χαρακτικής στην ΑΣΚΤ. Ασχολήθηκε δευτερευόντως με όλα τα είδη της ζωγραφικής (ιδιαίτερα την υδατογραφία). Διέπρεψε, όμως, ως χαράκτης και ξυλογράφος. Με τις ξυλογραφίες του εικονογραφήθηκαν πολλά σπουδαία βιβλία, ξένα και ελληνικά. Στη χαρακτική του επιδιώκει με δεξιοτεχνία να αποτυπώσει/εξωτερικεύσει την εσωτερικότητα των προσώπων και αντικειμένων, άλλοτε με αποτύπωση της λεπτομέρειας (αρχικά) και άλλοτε με την αδρότητα της γραμμής (σταδιακά).

     3. Άγγελος Θεοδωρόπουλος (1886-1965): Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζωγράφος και χαράκτης. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ. Δάσκαλοί του οι Γ. Ιακωβίδης και Γ. Ροϊλός στη ζωγραφική, και Νικ. Φέρμπος στη χαρακτική. Εργάστηκε σε εφημερίδες, περιοδικά και διαφημιστικές εταιρείες, σχεδιάζοντας πρωτότυπα σχέδια και γελοιογραφίες και αντιγράφοντας φωτογραφίες με ξυλογραφία. Τις ξυλογραφικές του γνώσεις τελειοποίησε σε Ιταλία, Αγγλία και κυρίως στη Γαλλία. Δεσπόζουσα θεματολογία του το γυναικείο γυμνό, οι νεκρές φύσεις και τοπία-ελιές. Μετά το 1930 εμφανίστηκε σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Το έργο-αξία του έτυχε εθνικής και διεθνούς αναγνώρισης.

     4. Λυκούργος Κογεβίνας (1887-1940): Κερκυραίος. Χαράκτης και ζωγράφος. Φοίτησε στην ΑΣΚΤ. Μετεκπαιδεύτηκε στη Γαλλία όπου ειδικεύτηκε στη χαλκογραφία. Στο έργο του αποτυπώνονται η αρμονία, η αίσθηση του μέτρου και η αποφυγή της υπερβολής. Η θεματογραφία του εν πολλοίς είναι εμπνευσμένη από τους Βαλκανικούς πολέμους όπου μετείχε. Το μεγαλύτερο τμήμα των χαλκογραφιών του είναι αποθησαυρισμένο σε σειρά λευκωμάτων του, όπως «Άγιον Όρος», «Κέρκυρα», «Τα καράβια του Αιγαίου» κ.ά.

       5. Τάσος (1914-1984): Ψευδώνυμο του χαράκτη και γλύπτη Αναστ. Αλεβίζου. Γεννήθηκε στο Λευκοχώρι Ηλείας. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ, μαθητής του Γιάννη Κεφαλληνού. Προικισμένος καλλιτέχνης. Κατατάσσεται στους κορυφαίους Έλληνες του είδους. Εικονογράφησε περιοδικά, βιβλία, λευκώματα, γραμματόσημα κ.ά. Μετέσχε σε πλήθος εκθέσεων ανά τον κόσμο. Από τα εμβληματικά έργα του: «Πείνα», «Αγρότισσα», «Σκοτωμένος γλάρος», «Οργισμένες γυναίκες» κ.ά. Στις ξυλογραφίες του διαπιστώνουμε μια ουσιώδη αλληλοπεριχώρηση βυζαντινής τέχνης και εξπρεσιονισμού.

     7. Βάσω Κατράκη (1914-1988): Γεννήθηκε στο Αιτωλικό. Χαράκτρια και ζωγράφος. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ (μαθήτρια του Γιάννη Κεφαλληνού), στην Ιταλία και στη Γερμανία. Από τους κορυφαίους Έλληνες χαράκτες. Τιμήθηκε με πολλά διεθνή βραβεία. Διαμόρφωσε μια δική της τεχνική χάραξης της πέτρας, την «πετρογραφία», δίδοντάς της μια εντυπωσιακή μοναδικότητα.

      8. Το χώρο υπηρέτησαν και πολλοί άλλοι αξιόλογοι χαράκτες (ή και ταυτόχρονα σπουδαίοι ζωγράφοι) κατά την υπόψη περίοδο, ανάμεσα στους οποίους και οι: Νίκος Βεντούρας (1894-1990), Σπ. Βασιλείου (1902-1985), Γ. Γουναρόπουλος ( 1880-1977), Λουκία Μαγγιώρου ( 1914-2008), Ξενής Σαχίνης (1954- ), Γιώργος Μόσχος (1906-1990), Χρ. Δαγκλής (1916-91), Γ. Παπαδάκης (1934- ), Όπυ Ζούνη (1941-2008), Μανόλης Γιανναδάκης (1954- ) κ.ά.

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΠΛΗΓΕΣ (1912 - 2012)

Α΄. ΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΥΠΟ ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ

1. Η κατάληψη

      Η ιταλοκρατία των Δωδεκανήσων προέκυψε ως αποτέλεσμα του ιταλο-τουρκικού πολέμου του 1911. Η ιταλική διεκδίκηση δεν ήταν, βέβαια, τα Δωδεκάνησα αλλά η Τρίπολη και η Κυρηναϊκή. Επειδή, όμως, προβλήθηκε από τους κατόχους τους Τούρκους σθεναρή αντίσταση, αναγκάστηκαν να στραφούν στην κατάληψη γειτονικών προς τη Μ. Ασία περιοχών, μεταξύ των οποίων ήταν και τα Δωδεκάνησα.

      Πρώτη και εύκολα καταλήφθηκε η Αστυπάλαια (14/4/1912). Με ορμητήριο αυτή άρχισε η κατάληψη και των άλλων νησιών του συμπλέγματος. Τελευταίος και δυσκολότερος στόχος ήταν η Ρόδος. Στις 21 προς 22/4 σαράντα ιταλικά πολεμικά και μεταγωγικά πλοία με 12 – 15.000 άντρες κατέπλευσαν στη Ρόδο και σε λίγες ώρες μετά άρχισε η απόβαση στον κόλπο της Καλλιθέας. Γενικός αρχηγός της επιχείρησης ήταν ο στρατηγός Giovanni Ameglio. Τούρκος διοικητής του νησιού ήταν ο Σουπχή μπέης. Αρνήθηκε να παραδώσει την πόλη. Ο Τούρκος, όμως, στρατιωτικός διοικητής Αβδουλάχ εφέντης αποσύρθηκε με τη χωροφυλακή στο εσωτερικό του νησιού. Έτσι η αποβατική επιχείρηση των Ιταλών συνεχίστηκε ακώλυτα. Στις 4/5 (ν. ημερ.) μπήκαν στην πόλη συνεπικουρούμενοι και από την ενθουσιώδη υποδοχή του ελλην. πληθυσμού. Στις 5/5 ολοκληρώθηκε η κατάληψη της πόλης. Ο Ameglio απηύθυνε αμέσως μήνυμα στο λαό.

     Στη συνέχεια ο Ameglio με ισχυρές δυνάμεις ξεκίνησε τον αγώνα για την κατάληψη και του υπόλοιπου νησιού. Είχε σύμμαχο και τον ελλην. πληθυσμό. Η κρίσιμη (και τελική) μάχη δόθηκε στο θύλακα της Ψίνθου όπου αιχμαλωτίστηκαν 800 Τούρκοι από τους 1200. Οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν και συνελήφθησαν αργότερα από τους Έλληνες.

       Η κατάληψη και των υπόλοιπων νησιών (Χάλκης, Νισύρου, Τήλου, Λέρου, Λειψών, Καλύμνου, Κω, Πάτμου, Καρπάθου, Κάσου και Σύμης) ολοκληρώθηκε στις 19/5. Από τα νησιά που ανήκαν στο βιλαέτι της Ρόδου δεν καταλήφθηκαν η Ικαρία και το Καστελόριζο. Η Ικαρία ακολούθησε την τύχη των νησιών του βορειουανατολικού Αιγαίου, αποσπασθείσα από τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα μετά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο. Το Καστελόριζο το προσέγγισαν οι Ιταλοί για πρώτη φορά στις 11/5 αλλά δεν το κατέλαβαν. Στις 20/5 η δημογεροντία του νησιού αποφάσισε την αποστολή στη Ρόδο αντιπροσωπίας για να ζητήσει από τον Ameglio την κατάληψη και του Καστελόριζου. Τους απάντησε ότι δεν έχει την έγκριση της κυβέρνησής του. Στις 25/11 η δημογεροντία έστειλε στον Ελ. Βενιζέλο αίτημα ένωσης του νησιού τους με την Ελλάδα. Άκαρπο απέβη και αυτό το διάβημά τους. Παρά ταύτα ο Ίωνας Δραγούμης και ο υπουρ. Εξωτερικών Λάμπρος Κορομηλάς προετοίμασαν απόβαση στο Καστελόριζο από 30 Κρητικούς υπό τον οπλαρχηγό Δασκαλάκη. Πραγματοποιήθηκε τη νύχτα της 28/2 προς 1/3/1913. Παραδόθηκε η μικρή τουρκική φρουρά. Υψώθηκε η ελληνική σημαία. Ο Βενιζέλος αντέδρασε στέλνοντας τον υπολοχαγό Τιλιγάδη μ’ εντολή ν’ αποχωρήσουν οι Κρήτες/Έλληνες επιδρομείς. Τη διοίκηση του νησιού ανέλαβε η δημογεροντία. Ακολούθησε επιδρομή Τουρκοκρητών από τις ακτές της Μ. Ασίας, σφάζοντας και λεηλατώντας. Έσπευσε στο νησί η ελληνική ναυτική μοίρα του Ιονίου. Αφού έλεγξε την κατάσταση, αποχώρησε. Εγκαταστάθηκε προσωρινή διοίκηση υπό Έλληνα Πρόεδρο. Την 1/8/1913 έφθασε στο νησί ο Βασ. Τζαβέλας ως διοικητής, απεσταλμένος της ελλην. κυβέρνησης. Έφυγε το Φεβρ. 1914. Τον διαδέχθηκε ο δικηγόρος Σταυράκης και αυτόν ο Ωρολογάς, τον οποίο και φυλάκισε στις 17/12/1915 η δημογεροντία για τη σκληρότητά του. Στις 28/12 (εν μέσω του Α΄ Παγκ. Πολέμου) η Γαλλία κατέλαβε το νησί. Την 1/3/1921 το παρέδωσε στους Ιταλούς.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

2. Το ιταλικό καθεστώς των Δωδεκανήσων

     1. Οι Ιταλοί δήλωσαν (κι επαναλάμβαναν με κάθε ευκαιρία) μετά την κατάληψη των νησιών ότι η παρουσία τους θα ήταν προσωρινή και ότι επιβαλλόταν λόγω του ιταλο-τουρκικού πολέμου. Υπόσχονταν δε σεβασμό στη θρησκεία, στα έθιμα και στις παραδόσεις των κατοίκων τους. Πάγια τακτική, βέβαια, κάθε κατακτητή για να κερδίσει την ανοχή των υποτελών του και τη διεθνή αναγνώριση του καθεστώτος του ώσπου αυτό να παγιωθεί.

       2. Το ιταλικό καθεστώς των Δωδεκανήσων παγιώθηκε με σειρά διεθνών συνθηκών που υπογράφηκαν κατά την πρώτη 10ετία (ευνοϊκή συγκυρία γι’ αυτό). Με αυτές καθορίζονταν κι επανακαθορίζονταν η διεθνής θέση των Δωδεκανήσων και η μορφή/ποιότητα του καθεστώτος, τα οποία πέρασαν σταδιακά από τα εξής στάδια: προσωρινό, ενεχυριακό και τέλος οριστικό. Η πρώτη συνθήκη υπογράφηκε στις 18/10/1912 μεταξύ Ιταλών και Τούρκων. Κατ’ αυτήν προβλεπόταν η επιστροφή των νησιών στην Τουρκία μόλις αυτή αποχωρούσε από Τρίπολη και Κυρηναϊκή (ενεχυριακό καθεστώς). Η δεύτερη (μυστική συνθήκη) υπογράφηκε στο Λονδίνο στις 26/4/1915 μεταξύ Ιταλίας (αφενός) και των Αγγλίας και Γαλλίας (αφετέρου), με την οποία παρεχόταν στην Ιταλία πλήρης κυριαρχία στα νησιά.

      3. Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκ. Πολέμου διαμορφώθηκαν νέα δεδομένα. Οι νικήτριες Δυνάμεις καθιέρωσαν την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών. Βάσει αυτής οι Δωδεκανήσιοι διενέργησαν δημοψηφίσματα και το Πάσχα του 1919 σημειώθηκε αιματηρό επεισόδιο (βλ. παρακάτω). Ο Βενιζέλος στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού υπέβαλε υπόμνημα με τις ελληνικές διεκδικήσεις, στο οποίο εξέφραζε την ευχή και την ελπίδα ότι η Ιταλία θα προχωρήσει στην παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Η Ιταλία αντέδρασε έντονα. Ο Βενιζέλος, όμως, κατάφερε να πείσει τον Ιταλό υπουργό Εξωτερικών Titoni. Στις 29/7/1919 υπογράφηκε η γνωστή μας συνθήκη Titoni – Bενιζέλου. Σε αυτή προβλεπόταν και η παραχώρηση στην Ελλάδα της κυριότητας της Δωδεκανήσου, πλην της Ρόδου, στην οποία θα παραχωρούνταν εν καιρώ τοπική αυτονομία υπό ιταλική επικυριαρχία. Αυτή η συμφωνία κυρώθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο της Ειρήνης του Παρισιού.

     Η Ιταλία, όμως, βρήκε προφάσεις (μη ικανοποίηση των αξιώσεών της στη Μ.Ασία) να μην εφαρμόσει τη συμφωνία. Στις 22/7/1920, μάλιστα, ο νέος Ιταλός υπ. Εξωτερικών ανακοίνωσε στο Βενιζέλο ότι η κυβέρνησή του καταγγέλλει το σύμφωνο. Ο Βενιζέλος κινητοποίησε το διεθνή παράγοντα. Η Ιταλία υποχώρησε, και στις 10/8/1920 υπέγραψε στις Σέβρες, στα πλαίσια της υπογραφής και 4 συμφωνιών, χωριστή συνθήκη με την Ελλάδα. Με την πρώτη από τις 4 συνθήκες ανάμεσα στους Συμμάχους και στην Τουρκία, η τελευταία παραχωρούσε στην Ελλάδα τα νησιά Ίμβρο, Τένεδο, Σαμοθράκη, Χίο, Σάμο, Λέσβο και Ικαρία και παραιτούνταν από κάθε δικαίωμα τίτλου επί των Δωδεκανήσων και του Καστελόριζου. Στην επακολουθήσασα ελληνο-ιταλική συνθήκη η Ιταλία παραιτείται υπέρ της Ελλάδος πάντων των δικαιωμάτων και τίτλων αυτής επί των παρ’ αυτής κατεχομένων νήσων ……… και των εξ αυτών εξηρτημένων νησίδων» του Αιγαίου Πελάγους. Όσο για τη Ρόδο και «τας εξηρτημένας εξ αυτής νησίδας θα παραμείνωσιν εις την κυριαρχίαν της Ιταλίας» με ευρεία τοπική αυτονομία. Αυτή η συμφωνία ικανοποιούσε αρκετά τα όνειρα των Δωδεκανησίων.

       4. Τα πράγματα για τα Δωδεκάνησα, όμως, πήραν δυσμενή τροπή μετά τη μικρασιατική τραγωδία και την άνοδο στην εξουσία της Ιταλίας του φασισμού. Έτσι, στις 8/9/1922 ο Μουσολίνι κατήγγειλε την ελληνο-ιταλική συνθήκη των Σεβρών και στις 24/7/1923 με τη συνθήκη της Λωζάννης η Ιταλία οριστικοποίησε την επί των Δωδεκανήσων κυριαρχία της. Με την ίδια συνθήκη α) παραχωρούνταν στην Ελλάδα η Ικαρία, β) η Ίμβρος και η Τένεδος επανέρχονταν στην τουρκική κυριαρχία, και γ) η Τουρκία παραιτούνταν (και πάλι) υπέρ της Ιταλίας κάθε δικαιώματός της επί των νησιών της Δωδεκανήσου, των εξαρτημένων νησίδων/βραχονησίδων και του Καστελόριζου. Αυτό το καθεστώς διατηρήθηκε ως το 1943, το τέλος της ιταλοκρατίας. Η πολυπόθητη Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα ήρθε αργότερα, μετά τη λήξη του Β΄ Παγκ. Πολέμου, ως δώρο προς την Ελλάδα για τις θυσίες της και τίμημα για τη φασιστική Ιταλία.
3. Το διοικητικό καθεστώς - Πληθυσμιακή σύνθεση

     1. Πρώτη περίοδος (1912-23): Επικρατεί το σύστημα της στρατιωτικο-πολεμικής διοίκησης των νησιών. Κατ’ αυτήν: α) έχουμε παρεμβάσεις στην εφαρμογή των από τουρκοκρατίας προνομίων και σταδιακή, χωρίς τελικά να ολοκληρωθεί, κατάργησή τους· β) συνάπτονται περιοδικά ελληνο-ιταλικές συμφωνίες που επηρεάζουν ή και μεταβάλλουν προσωρινά ή και οριστικά τη διεθνή θέση τους, πότε υπέρ της Ελλάδας και πότε υπέρ της Ιταλίας· γ) ισχυρή ελληνική αντίδραση, εσωτερική και διεθνής, κατά της ιταλικής κατοχής, και δ) συνεχής και πείσμων αγώνας των Δωδεκανησίων για την ένωσή τους με την Ελλάδα.

        Κατά την υπόψη περίοδο τη διοίκηση των νησιών ασκούσε ο Γενικός Διοικητής τους με έδρα τη Ρόδο. Σε κάθε νησί είχε αντιπρόσωπό του-διοικητή έναν αξιωματικό της κατοχικής δύναμης, έχοντας στη διάθεσή του στρατιώτες, χωροφύλακες (καραμπινιέρους) και τελωνοφύλακες. Κατά την περίοδο του Α΄ Παγκ. Πολέμου οι επιμέρους διοικητές αναγνώρισαν τις ντόπιες αρχές και διατήρησαν τα προνόμια που έφερναν από την Τουρκοκρατία. Σταδιακά, όμως, άρχισαν να παρεμβαίνουν στις δικαιοδοσίες και στα προνόμιά τους και μεθοδικά να τις/τα περιορίζουν και να τις/τα καταργούν. Ο Γεν. Διοικητής αναγνώρισε τη δημογεροντία της Ρόδου με τα διοικητικά, δικαστικά και οικονομικά/φορολογικά προνόμιά της. Παράλληλα ιδρύθηκαν στη Ρόδο Πρωτοδικείο και Εφετείο, στην Κω (ισοδύναμο σε προνόμια νησί επί Τουρκοκρατίας) 3μελή δικαστήρια από ντόπιους κατοίκους· το ίδιο και στα νησιά Κάλυμνο, Σύμη, Λέρο και Κάρπαθο· στα άλλα νησιά ιδρύθηκαν Ειρηνοδικεία.

     2. Δεύτερη περίοδος (1923-43): Οριοθετήθηκε και παγιώθηκε η ιταλοκρατία. Τερματίστηκε το Σεπτ. του 1943 με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Ήταν η απεχθέστερη για τον Ελληνισμό της Δωδεκανήσου. Διότι συντελέστηκαν ή έστω επιχειρήθηκαν καταλυτικές/αλλοιωτικές για τη ζωή, την εθνική συνείδηση, το χαρακτήρα, τη γλώσσα, την ιστορία, την παιδεία, τη θρησκεία κτλ. των κατοίκων της. Με λίγα λόγια: ο πλήρης εξιταλισμός των νησιών. Η διοίκησή τους από στρατιωτική έγινε πολιτική. Όλα αυτά έγιναν ή επιχειρήθηκαν στη διάρκεια του φασισμού.

    Με διάταγμα της 31/1/1924 τα νησιά χαρακτηρίστηκαν αυτόνομη κτήση, που σηματοδότησε τη νομοθετική αυτονομία της Γενικής Ιταλικής Διοικήσεως των Δωδεκανήσων και την πλήρη τελωνειακή τους αυτονόμηση. Σήμανε ακόμη την έναρξη της απροσχημάτιστης παραβίασης του προνομιακού καθεστώτος και τη μετατροπή των ελεύθερων ελληνικών κοινοτήτων σε ιταλικές επαρχίες. Με προηγούμενο διάταγμα (12/10/1922) τα Δωδεκάνησα διαιρέθηκαν σε 10 διοικητικές περιφέρειες. Το 1925 περιορίστηκαν σε 7.

   Με νομ. διάταγμα της 28/8/1924 ο Γεν. Διοικητής αναγορευόταν σε απόλυτο άρχοντα των Δωδεκανήσων με όλες τις εξουσίες που αυτό συνεπαγόταν (νομοθετική κτλ.). Με άλλο διάταγμα, της 21/1/1936, διευρύνθηκαν οι εξουσίες του Γεν. Διοικητή τόσο που οι ιταλικοί μητροπολικοί νόμοι δεν ίσχυαν πλέον στα Δωδεκάνησα, εκτός αν υπήρχε ειδική πρόβλεψη. Το 1941 συστάθηκε θέση υποδιοικητή με περιορισμένες εξουσίες.

      Από το 1924 ως το 1943 καταργήθηκαν όλα τα προνόμια των νησιών και νησιωτών. Οι κάτοικοί τους δε μετείχαν πλέον στην άσκηση της διοικητικής και δικαστικής εξουσίας· καθορίστηκε η ιταλική ως επίσημη γλώσσα‘ οι δήμαρχοι διορίζονταν από το Διοικητή· τα μικτά εκκλησιαστικά δικαστήρια καταργήθηκαν και υποκαταστάθηκαν από τα ιταλικά τακτικά δικαστήρια· εισήχθη στο σύνολό του το ιταλικό δίκαιο (αστικό, ποινικό, δικονομικό κτλ.).

      3. Κατά την παράδοση της κατοχής από τους Τούρκους στους Ιταλούς ο συνολικός πληθυσμός των νησιών (πλην Ικαρίας και Καστελόριζου) ανερχόταν σε 155.000. Από αυτούς: 145.000 ήταν Έλληνες, 6,5 – 7.000 Τούρκοι και 2,5 – 3.000 Εβραίοι κ.ά. Σύμφωνα με υπόμνημα που Επιτροπή Δωδεκανήσιων της Αιγύπτου υπέβαλε το 1912 στις Μεγάλες Δυνάμεις, αυτοί οι αριθμοί παρουσιάζονται ελαφρά διαφοροποιημένοι. Υπήρχαν νησιά με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό, ενώ σε άλλα υπήρχαν και μειονότητες (στη Ρόδο, π.χ.: 38.000 Έλληνες, 4.500 Τούρκοι, 2.500 Εβραίοι κ.ά.).

       Σημαντική μείωση του πληθυσμού παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1917-22. Αιτίες: α) οι πολεμικές απώλειες, και β) οι αθρόες μεταναστεύσεις προς διάφορες κατευθύνσεις (Ελλάδα, Αίγυπτο, Ευρώπη κ.α.). Πληθυσμιακές διακυμάνσεις εμφανίζονται και σε επόμενες απογραφές, συνολικές, κατά νησί και κατά μειονότητα. Σημαντικό στοιχείο της απογραφής του 1941 ήταν η εμφάνιση (σχεδόν για πρώτη φορά) και μιας αξιόλογης (14.285) ιταλικής μειονότητας που σταδιακά είχαν εγκατασταθεί στα νησιά, κυρίως στη Ρόδο.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

4. Οι οικονομικές δραστηριότητες των     κατοίκων και η καθεστωτική στάση

    1. Γεωργία – κτηνοτροφία: Ήταν από τις περισσότερο διαδεδομένες κι εντονότερες ενασχολήσεις των κατοίκων των νησιών, ιδίως στη Ρόδο, στην Κω, στην Κάρπαθο, στη Λέρο και στην Κάλυμνο. Κατά την περίοδο 1924-36, όμως, το καθεστώς με σειρά μέτρων επιδίωξε την αποσύνδεση του ελληνικού πληθυσμού από τις πατροπαράδοτες αυτές δραστηριότητές του και το πέρασμά τους σε ιταλικά χέρια.

      2. Εμπόριο: Η επαγγελματική αυτή δραστηριότητα πέρασε σταδιακά (εξ ολοκλήρου σχεδόν) στα χέρια μεγάλων ιταλικών εμποροβιομηχανικών εταιρειών, σε πολλές από τις οποίες ήταν μέτοχος ο ίδιος ο Γεν. Διοικητής. Πολλοί τρόποι χρησιμοποιήθηκαν προς τούτο: τα ευνοϊκά δάνεια σε Ιταλούς επιχειρηματίες των ιταλικών τραπεζών που κατέκλυσαν τα νησιά, τα προσκόμματα που έβαζαν οι αρχές στις δανειοδοτήσεις Ελλήνων ενδιαφερομένων, κτλ.

      Στα νησιά εισάγονταν κυρίως υφάσματα, τρόφιμα, σιδερικά, αποικιακά και οικοδομικά υλικά από Ιταλία, Ελλάδα, Τουρκία κ.α. Εξάγονταν λάδι, καπνός, μετάξι κ.ά. Η διακίνηση των εμπορευμάτων γινόταν σχεδόν στο σύνολό τους από τη Ρόδο.

      3. Βιομηχανία: Κατά την πρώτη περίοδο κυριαρχούσαν οι βιοτεχνίες, με πρωταγωνίστριες τη σαπουνοποιία, την οινοπνευματοποιία, των αλευρομύλων, των σιδηρουργείων και των ελαιοτριβείων.

    Το 1922 εισήχθη στα Δωδεκάνησα ο ηλεκτρισμός. Αυτό σηματοδότησε την έναρξη της βιομηχανικής ανάπτυξης. Η κορύφωσή της συντελέστηκε μετά το 1930. Εξυπακούεται ότι πρωταγωνιστές ήταν οι Ιταλοί των νησιών. Κυριότεροι τομείς: οινοποιία (με εστίαση στα επιτραπέζια κρασιά), η οινοπνευματοποιία, η καπνοβιομηχανία, η ηλεκτρική βιομηχανία κ.ά.

        Οι Έλληνες, παρά τη δυσμενέστατη μεταχείρισή τους από τον κατακτητή, όχι μόνο κατάφεραν να διασώσουν πολλές από τις παλιές τους επιχειρήσεις αλλά και να ιδρύουν νέες σε αρκετούς τομείς, υπογραμμίζοντας έτσι και τη δική τους έντονη παρουσία στην οικονομική δραστηριότητα των νησιών.

     4. Τον τραπεζικό τομέα τον έλεγχαν οι Εβραίοι, στους οποίους τώρα προστέθηκαν και Ιταλοί.

       5. Φορολογία: Μέχρι το 1930 διατηρήθηκε το προϋπάρχον επί τουρκοκρατίας φορολογικό καθεστώς. Μετά επιβλήθηκαν νέα φορολογικά μέτρα. Το 1938 ίσχυσε σε όλα τα νησιά το ιταλικό μονοπώλιο καπνού κι επιβλήθηκαν δημοτικοί φόροι. Επόμενος φορολογικός σταθμός ήταν το 1939. Η φορολογική καταπίεση οδήγησε στην ενδυνάμωση του μεταναστευτικού ρεύματος των Δωδεκανήσιων.
5. Καθεστώς και Εκκλησία - Η Εκπαίδευση

     1. Όταν επιβλήθηκε το ιταλικό καθεστώς, υποσχέθηκε σεβασμό και ανεκτικότητα στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των κατοίκων των νησιών.

     Αυτή η υπόσχεση (όπως και άλλες) δε θα ίσχυε για πολύ. Στις 31/12/1912 οι Ρόδιοι εξέδωσαν ψήφισμα, ζητώντας ένωση με την Ελλάδα. Την ημέρα των Θεοφανίων του 1913 ο Διοικητής κάλεσε το μητροπολίτη Βενιαμίν και τους δημογέροντες και απαίτησε την ανάκληση αυτής της διακήρυξης. Όταν αυτοί αρνήθηκαν, ο Διοικητής απαγόρευσε την τελετή της κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού στη θάλασσα. Θα μπορούσε να γίνει μόνο μέσα στο ναό, τον οποίο όμως περικύκλωρατιώτες.

    Δεύτερη και σοβαρότερη παρέμβαση του Διοικητή στα εκκλησιαστικά έγινε μερικούς μήνες αργότερα. Στις 13/6 το Οικ. Πατριαρχείο διόρισε νέο μητροπολίτη Ρόδου τον αρχιμανδρίτη Απόστολο Τρύφωνος. Χρειάστηκε να περάσουν 10 μήνες (1/4/1914) για να εγκριθεί από το καθεστώς η εγκατάστασή του.

    Έκτοτε οι σχέσεις Εκκλησίας – κατακτητή έβαιναν επιδεινούμενες. Η ένταση κορυφώθηκε με τα αιματηρά επεισόδια του Πάσχα 1919. Ενόψει της συζήτησης του προβλήματός τους στο Συνέδριο Ειρήνης, οι κάτοικοι των νησιών, με πρωτοπόρους τους Ρόδιους, οργάνωσαν παλλαϊκά συλλαλητήρια για την Κυριακή του Πάσχα (7/4). Κατά τη διάρκειά τους οι ιταλικές αρχές επιτέθηκαν κατά των διαδηλωτών, βεβήλωσαν εκκλησίες και προέβησαν και σε άλλες  βιαιότητες, με κορωνίδα τη δολοφονία του ηρωικού ιερέα του Παραδεισιού, Παπαλουκά.

    Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν το καθεστώς πολιτικοποιήθηκε, και προπάντων την περίοδο του φασισμού. Οι αρχές σκλήρυναν τις μεθοδεύσεις τους για να εξουδετερώσουν την επιρροή της Εκκλησίας στο λαό. Έτσι, στις 26/9/1921 εξορίστηκε ο μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος και στις 6/7/1922 ο μητροπολίτης Καρπάθου Γερμανός.

      Τον Οκτ. 1934 ο Διοικητής, έχοντας τη συμπαράσταση και των μητροπολιτών Ρόδου, Καρπάθου και Λέρου-Καλύμνου, έθεσε θέμα ίδρυσης αυτοκέφαλης εκκλησίας Δωδεκανήσου με προοπτική ίδρυσης Πατριαρχείου ορθοδόξων υπηκόων με έδρα τη Βενετία και απώτερο στόχο την πλήρη υποταγή της Δωδεκανησιακής Εκκλησίας στον πάπα. Η έντονη, όμως, αντίδραση του Πατριαρχείου και σύσσωμου του Ελληνισμού (στην Κάλυμνο σημειώθηκε λαϊκή εξέγερση) απέτρεψε την πραγματοποίηση αυτού του σατανικού σχεδίου. Η ιταλική αρχή πέρασε σε αντίποινα: Το 1936 κατήργησε όλα τα εκκλησιαστικά προνόμια, απαγόρευσε τις χειροτονίες ιερέων, κατήργησε τα πνευματικά και μικτά δικαστήρια, απαγόρευσε τις προσφυγές στο Πατριαρχείο και το διορισμό μητροπολιτών χωρίς την έγκρισή της· επιδότησε τους γάμους Ιταλών με Ελληνίδες και καθόρισε όπως τα έκθετα παιδιά εντάσσονται στην καθολική εκκλησία· έστειλε καθολικούς μοναχούς και μοναχές στη Ρόδο και στην Κω όπου ίδρυσαν σχολεία με δωρεάν φοίτηση. Το 1936, μάλιστα, απαγορεύτηκαν οι ιερές τελετές, οι λιτανείες και η περιφορά των εικόνων και του Επιταφίου.

      Η Εκκλησία, όμως, και ο λαός της δε δέχθηκαν απαθώς και μοιρολατρικά αυτά τα καταπιεστικά μέτρα. Συχνά αγνοήθηκαν οι απαγορεύσεις. Οι πρόκριτοι της Ρόδου απέρριψαν την πρόταση του μητροπολίτη για το Αυτοκέφαλο. Το ίδιο έντονη ήταν και η αντίδραση των ιερέων και των εκκλησιαστικών επιτρόπων των χωριών. Στη Σύμη και στην Κάλυμνο τον Απρ. 1935 εξεγέρθηκαν κατά του Αυτοκέφαλου με αιματηρά επεισόδια: 1 Έλληνας νεκρός, 7 ιερείς και 15 επιστήμονες φυλακίστηκαν ως ηθικοί αυτουργοί. Κατά δε τη διάρκεια του Β΄ Παγκ. Πολέμου ο αγώνας/αντίσταση της Εκκλησίας ἐντάθηκε.

      2. Όταν οι Ιταλοί κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα βρήκαν μια ανθούσα εκπαίδευση, ιδίως στη Ρόδο. Λειτουργούσαν 128 ελληνικά σχολεία (αρρένων και θηλέων) με 6.728 μαθητές και 3.557 μαθήτριες, 179 δασκάλους και 65 δασκάλες.

     Η εκπαίδευση τελούσε υπό την εποπτεία και καθοδήγηση Εκπαιδευτικής Επιτροπής υπό το μητροπολίτη Ρόδου. Αυτή η Επιτροπή αποτελούσε ως το 1921 την ανώτατη εκπαιδευτική αρχή, παρέμεινε δε εν ζωή ως ο 1926. Παράλληλα λειτουργούσαν σε κάθε σχολείο εφορείες, οι οποίες διόριζαν και μισθοδοτούσαν τους δασκάλους. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ήταν ενιαίο σε όλα τα σχολεία και βασιζόταν στο πρόγραμμα του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας. Σημαντικά συνέβαλε στην εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία των σχολείων και ο θεσμός του επόπτη παιδείας που καθιερώθηκε το 1915.

     Από το 1926 όλα χειροτέρευσαν εξαιτίας της ωμής επέμβασης του κατακτητή στα εκπαιδευτικά πράγματα. Η Εκπαιδευτική Επιτροπή εξαφανίστηκε. Ο επόπτης αναχώρησε. Η Εκκλησία και η Παιδεία ήταν οι επικινδυνότεροι παράγοντες για τον κατακτητή κι έκανε το παν για να τους αποδυναμώσει, θέτοντάς τους στον απόλυτο έλεγχό του.

      Με διάταγμα της 1/1/1926: α) οι ορθόδοξες κοινότητες θα διατηρούσαν τη συντήρηση και γενική διαχείριση των σχολείων, το διορισμό του διδακτικού προσωπικού και την εκλογή διδακτικών βιβλίων που να μη θίγουν το καθεστώς και τη θρησκεία του, β) καταργούνταν η Εκπαιδευτική Επιτροπή, γ) αφαιρέθηκε από τις μητροπόλεις η εποπτεία των σχολείων, δ) οι διοικητές δικαιούνταν να ελέγχουν τα οικονομικά των σχολείων, τα οποία θα δικαιούνταν χρηματοδότησης, αλλά με την υποχρέωση ν’ ακολουθούν το ιταλικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα και σύστημα διδασκαλίας, ε) όσοι δάσκαλοι δεν ξεπερνούσαν 10ετή υπηρεσία υποχρεώνονταν να εκμάθουν την Ιταλική, και στ) εισαγόταν στα σχολεία η υποχρεωτική δδασκαλία της Ιταλικής.

    Η κατάσταση έγινε τρισχειρότερη από το 1937 όταν: απαγορεύτηκε η χρήση στα δημοτικά σχολεία της Ελληνικής, έγινε υποχρεωτική η Ιταλική, απαγορεύτηκαν: οι χάρτες της Ελλάδας, η αναφορά στην Ελληνική Επανάσταση, τα ελληνικά έντυπα και περιοδικά, η κατοχή ελληνικής σημαίας κ.ά.

      Η αντίσταση του Ελληνισμού στη βάναυση αυτή προσπάθεια ιταλοποίησης του ελληνικού πληθυσμού υπήρξε καθολική και ανυποχώρητη, με πρωτοπόρους την Εκκλησία, τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές. Η ανυπακοή δασκάλων και μαθητών στις μεθοδεύσεις και καταπιέσεις του κατακτητή ήταν απίστευτα σθεναρή.σαν στ
6. Η αντίσταση στον κατακτητή - Δωδεκανήσιοι στον πόλεμο 1940-41

   1. Ως ελευθερωτές υποδέχτηκε τους Ιταλούς ο δωδεκανησιακός λαός, και διότι θεωρούσαν απίθανο να μην είναι κάτι καλύτερο από την οθωμαμανική σκλαβιά και διότι έδωσαν πίστη στις διαβεβαιώσεις των νέων κατακτητών για την προσωρινότητα της κατοχικής τους παρουσίας και σεβασμό στις θρησκευτικές τους ελευθερίες και στα ατομικά τους δικαιώματα, οι οποίες, όμως, πολύ γρήγορα αποδείχθηκαν ψευδείς και παραπλανητικές.

       Αμέσως μετά την κατάληψη των νησιών, οι Δωδεκανήσιοι εξέλεξαν αντιπροσώπους για να μελετήσουν τη νέα κατάσταση. Στις 4/6/1912 συνήλθαν στην Πάτμο. Εξέδωσαν ψήφισμα, στο οποίο διακήρυσσαν α) την απόφασή τους ποτέ πια να μην επανέλθουν υπό τουρκικό ζυγό, β) τον πόθο της ένωσής τους με την Ελλάδα, γ) ζητούσαν την αυτονομία και αυτοδιοίκησή τους, δ) όριζαν ότι το σύνολο των νησιών αποτελούσε την Πολιτεία Αιγαίου με ίδια σημαία, παρεμφερή με την ελληνική, ε) επέλεγαν ως βάση του δικαίου τους τους υφιστάμενους (ακόμη) τότε κοινοτικούς νόμους και τους νόμους της ελεύθερης Ελλάδας, και στ) απηύθυναν έκκληση στη διεθνή κοινότητα για αναγνώριση και προστασία της Πολιτείας τους. Άφησαν για ευθετότερο χρόνο την εκλογή α) ανωτάτου άρχοντα της Πολιτείας και β) νομοθετικού σώματος. Το Ψήφισμα επιδόθηκε στην ιταλική κυβέρνηση και στις Μεγάλες Δυνάμεις. Ο Ameglio το απέρριψε και φέρθηκε με σκαιότητα στα μέλη της επιτροπής. Με τους συμπατριώτες τους συντονίστηκαν και οι απόδημοι Δωδεκανήσιοι.

     Η προσπάθεια επαναλήφθηκε στις 9/6/1922 από τους Δωδεκανήσιους της Αθήνας και του Πειραιά. Με υπόμνημά τους στο ιταλικό Υπ. Εξωτερικών ζητούσαν: α) τη διατήρηση των προνομίων της Τουρκοκρατίας, β) την αναγνώριση της ελληνικότητας του συνόλου σχεδόν πληθυσμού των νησιών, γ) κατήγγελλαν την εις βάρος τους αδικία ν’ αποκοπούν το 1830 από τα όρια του ελεύθερου ελληνικού κράτους, και δ) ζητούσαν, εφόσον το αίτημα της ένωσης δεν ικανοποιείται, κοινοτική αυτονομία και διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας τους. Σε ανάλογη ενέργεια προς τις Μ. Δυνάμεις προέβησαν και οι Δωδεκανήσιοι της Αιγύπτου. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, οι Δωδεκανήσιοι των ΗΠΑ, το Φεβρ. 1923, υπέβαλαν συναφές υπόμνημα στη Διάσκεψη των Πρεσβευτών στο Λονδίνο.

    Κατά τους πρώτους μήνες του 1913 διενεργήθηκαν στα νησιά δημοψηφίσματα για ένωση με την Ελλάδα, παρά τη σφοδρή αντίδραση του κατακτητή.

       Το τέλος του Α΄ Παγκ. Πολέμου έδωσε τη δυνατότητα για περισσότερο δυναμικές κινήσεις των Δωδεκανησίων. Το καθεστώς, όμως, τις ξεπέρασε, πειθαναγκάζοντας τους δημάρχους να του στείλουν ευχαριστήριες επιστολές. Παρά ταύτα οι κάτοικοι αντέδρασαν, αναθέτοντας στη δημογεροντία της Ρόδου να οργανώσει συλλαλητήρια που γίνανε το Πάσχα του 1919 σε όλα τα νησιά. Στη διάρκειά τους οι αρχές προέβησαν σε βιαιοπραγίες κατά των διαδηλωτών.

       2. Ο πανεθνικός ξεσηκωμός της 28ης Οκτ. 1940 συνεπήρε και τους Δωδεκανησίους που ζούσαν στην Αθήνα και στον Πειραιά. Αυτοί είχαν ένα λόγο παραπάνω: Ήταν η ευκαιρία για την εθνική τους δικαίωση. Οι Ιταλοί γι’ αυτούς ήταν δυο φορές μισητοί. Ήταν όμως και Ιταλοί πολίτες. Γιαυτό κινδύνευαν, αν πιάνονταν αιχμάλωτοι, να εκτελεστούν ως προδότες. Οι οργανώσεις τους κινητοποιήθηκαν. Συνάντησαν το Μεταξά και ζήτησαν να καταταγούν ως εθελοντές. Αυτός αρνήθηκε τη συμμετοχή Ιταλών πολιτών. Οι διαδηλώσεις και οι πιέσεις, όμως, γίνονταν όλο και εντονότερες. Ο Μεταξάς τελικά υπέκυψε, δεχθείς τη συγκρότηση Τάγματος Δωδεκανησίων Εθελοντών. Στις 9/11 εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία το βενιζελικό λοχαγό Μάρκο Κλαδάκη και του ανέθεσε την εκπαίδευση των εθελοντών.

    Στις 19/11 τοιχοκολλήθηκε έξω από τους συλλόγους η πρόσκληση προς κατάταξη στο στρατόπεδο του Γουδή όσων Δωδεκανήσιων επιθυμούσαν. Δεκτοί θα γίνονταν άντρες 20-45 ετών ικανοί να φέρουν όπλα. Προσήλθαν και πολλοί μαθητές που άλλαξαν τη χρονολογία γέννησής τους. Η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική. Προσήλθαν 1.924, επιλέχθηκαν 1.665. Έτσι, αντί για τάγμα συγκροτήθηκε σύνταγμα.

       Η εκπαίδευση άρχισε περί το τέλος Νοεμ. και θα διαρκούσε 6 εβδομάδες. Όπλα, όμως, δεν υπήρχαν. Στις 19/1/1941 έγινε η ορκωμοσία στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Στους εθελοντές καλλιεργήθηκε (σιωπηρά οπωσδήποτε) η εντύπωση ότι προορίζονταν για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου. Διοικητής του συντάγματος ορίστηκε ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Νικολάου. Στις 18/2 αναχώρησαν για το Μέτωπο. Εντάχθηκαν στην 20ή μεραρχία. Η μη αποστολή τους στα Δωδεκάνησα προκάλεσε συγκρατημένη απογοήτευση στους εθελοντές.

     Έφθασαν στα ελληνο-γιουγκοσλαβικά σύνορα, στην πιο προωθημένη θέση του Μετώπου. Κατέγιναν στην κατασκευή οχυρωματικών έργων. Στο ύψωμα Γκλάβα έδωσαν την πρώτη και μοναδική τους νικηφόρα μάχη κατά των Γερμανών (11/4). Κατά την υποχώρηση το σύνταγμα εντάχθηκε στη βρετανική διοίκηση. Δεν είχαν την ευκαιρία, σε αυτή τη φάση τουλάχιστο, να πολεμήσουν για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου τους….


7. Η έλευση του ‘ποθούμενου’!

Οι πόθοι και οι αγώνες των Δωδεκανήσιων Ελλήνων δικαιώθηκαν επιτέλους στις 27/6/46 με απόφαση της Διάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού. Η ενσωμάτωση/παραχώρηση συντελέστηκε στις 10/2/1947 με την υπογραφή στο Παρίσι της Συνθήκης Ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, ενώ η επίσημη παράδοσή τους έγινε στις 31/3 με την πρέπουσα επισημότητα. Βλ. περισσότερα ανωτέρω.

Β΄. ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ (1914 – 1941)

1. Στα πλαίσια του Α΄ Παγκ. Πολέμου

   1. Κύματα ενθουσιασμού κι ελπίδων σκόρπισαν στους Κυπρίους Έλληνες οι Βαλκανικοί πόλεμοι και οι θρίαμβοι του ελλην. στρατού. Μόνο που αυτά δε θα σήμαιναν την εκπλήρωση και των δικών τους προαιώνιων εθνικών πόθων.

       2. Λίγους μήνες μετά την έναρξη του Α΄ Παγκ. Πολέμου η Μ. Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο και κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας (5/11/1914). Συνέπεια αυτού ήτανε και η καταγγελία της ισχύος των μεταξύ τους συνθηκών/συμβάσεων, εν αις και εκείνη της Κωνσταντινούπολης του 1878, με την οποία η Κύπρος προσαρτήθηκε επίσημα στις κτήσεις του βρετανικού στέμματος. Η εκκρεμότητα που προκλήθηκε ως προς την Κύπρο μεταξύ Αγγλίας - Τουρκίας διευθετήθηκε το 1923 με τη Συνθήκη της Λωζάννης. Δι’ αυτής η Τουρκία παραιτήθηκε παντός δικαιώματός της επί του νησιού. Το Μάιο του 1925 η Κύπρος ανακηρύχθηκε ως αποικία της Μ. Βρετανίας. Εκφραστής της αγγλικής κυριαρχίας και εκπρόσωπος του στέμματος στο νησί ήταν ο κυβερνήτης.

    Το γεγονός χαιρετίστηκε σχεδόν ενθουσιωδώς από τον αρχιεπίσκοπο και τον κυπριακό λαό «δια την τελειωτικήν απαλλαγήν της πατρίδος» των «από της τουρκικής κυριαρχίας». Θεωρούσαν ότι ήταν ο τελευταίος/προσωρινός σταθμός πριν από την οριστική τους αποκατάσταση, που, δυστυχώς γι’ αυτούς, ή θ’ αργούσε πολύ ή δε θα ερχότανε ποτέ.

        3. Η έναρξη του Α΄ Παγκ. Πολέμου και η εν συνεχεία όλο και μεγαλύτερη διεύρυνσή του γέννησε, πολύ λογικά, πρόσθετες ελπίδες στον Κυπριακό Ελληνισμό για την επέλευση του ποθούμενου. Ένδειξη αυτής της εθνικής ευφορίας αποτελεί και το γεγονός ότι 15.000 Κύπριοι έσπευσαν να καταταγούν ως εθελοντές στις βοηθητικές δυνάμεις του αγγλικού στρατού. Στάλθηκαν στο μέτωπο της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Στο ίδιο ελπιδοφόρο κλίμα κινούνταν και ο κυπριακός Τύπος της εποχής. Συνέβη εντούτοις κάτι παροδικό το φθινόπωρο του 1915 που φάνηκε ότι θα μπορούσε να δικαιώσει προσδοκίες αιώνων. Στις 17/10/1915 η Αγγλία, προκειμένου να δελεάσει την Ελλάδα να εγκαταλείψει την ουδετερότητα και να βγει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, πρότεινε να της παραχωρήσει την Κύπρο. Η κυβέρνηση, όμως, Ζαϊμη απέρριψε την πρόταση γιατί τυχόν αποδοχή της θα παραβίαζε την ουδετερότητά της. Η Αγγλία απέσυρε αμέσως την προσφορά της. Αυτή η, στιγμιαία έστω, αναλαμπή όταν την πληροφορήθηκαν καθυστερημένα, οι Κύπριοι αναθέρμαναν τις ελπίδες τους. Έστω και έτσι πάντως, η αγγλική πρόταση αποτελούσε μια ουσιώδη παραδοχή με προοπτικές.

      4. Πριν από την αγγλική πρόταση και την απόρριψή της Ελληνοκύπριοι-μέλη του έθεσαν στο Νομοθετικό Συμβούλιο αίτημα ένωσης του νησιού με την Ελλάδα. Όπως ήταν επόμενο, με τις ψήφους των Τουρκοκυπρίων και των επίσημων Άγγλων-μελών του απορρίφθηκε.

         Ο ενωτικός αγώνας δε σταμάτησε. Το φθινόπωρο του 1917 εξελέγησαν ενωτικοί βουλευτές. Το Νοέμβ. 1917 κορυφώθηκαν οι προσδοκίες με την επίσκεψη του Βενιζέλου στο Λονδίνο. Εκεί έλαβε σωρεία τηλεγραφημάτων και υπομνημάτων από τους Ελληνοκυπρίους. Πήραν δε τέτοιες διαστάσεις οι ενωτικές εκδηλώσεις που αναγκάστηκαν οι αγγλικές αρχές να πάρουν περιοριστικά μέτρα. Επιχειρήθηκε δε να απαγορευθεί η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας και η χρήση από Κυπρίους επίσημων ελληνικών παρασήμων. Υποχρεώθηκε μάλιστα ο ύπατος αρμοστής, τον Ιαν. 1916, να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα και να δεχθεί ότι τα έντονα ελληνικά αισθήματα των Κυπρίων δεν αντιστρατεύονται στους αγγλικούς θεσμούς και στα ιδεώδη και ο εθνικισμός τους θα μπορούσε να συνυπάρξει με το βρετανικό ιμπεριαλισμό.

    Μετά τη λήξη του πολέμου, κυπριακή αντιπροσωπία από τους αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Γ΄ και όλους τους Έλληνες βουλευτές μετέβη στο Λονδίνο. Η αποστολή της κράτησε από το 1918 ως το 1920, όσο κρατούσαν οι εργασίες της Διάσκεψης της Ειρήνης στο Παρίσι. Αρχικά ο Βενιζέλος τούς έδωσε κάποιες ελπίδες. Στο Λονδίνο οι προσπάθειές τους αντιμετωπίστηκαν παγερά. Τον Αύγ. 1920 ο Βενιζέλος ανακοίνωσε στην επιτροπή ότι η Αγγλία απέρριψε οριστικά την ένωση με την Ελλάδα. Η άρνηση επαναλήφθηκε αργότερα και από το Υπουργείο Αποικιών.