Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΗΡΟΥΛΑΡΙΟΣ. ΤΟ ΟΡΙΣΤΙΚΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
1. Το 1045 ο πάπας Βενέδικτος Θ΄ πούλησε την αρχιεροσύνη και το θρόνο του στο συγγενή του Γρηγόριο ΣΤ΄ αντί χιλίων λιτρών αργύρου. Έτσι, το επόμενο έτος στη Ρώμη υπήρχαν τρεις πάπες: ο Γρηγόριος ΣΤ΄, ο Σίλβεστρος Γ΄ και ο Βενέδικτος Θ΄. Και ήταν ασαφές ποιος είχε το «πάνω χέρι».
2. Όπως είδαμε, στις 25/3/1043 στον πατριαρχικό θρόνο της Κων/πολης ανήλθε ο Μιχαήλ Κηρουλάριος. Επρόκειτο για άντρα απότομο, φίλαρχο, φιλόδοξο και πολυπράγμονα. Ανήκε σε αυτούς που αντέδρασαν κατά των Μιχαήλ. Δ΄ και Ιωάννη του Ορφανοτρόφου. Εξορίστηκε και δημεύτηκε η περιουσία του. Με τον Κων/νο Θ΄ συνυπήρξαν αρμονικά. Μιλήσαμε ήδη για το ρόλο του στην ανάρρηση του Ισαακίου Κομνηνού στο θρόνο και τον παραμερισμό του Μιχαήλ Δ΄. Αρχικά και με τον Κομνηνό οι σχέσεις τους ήταν ειρηνικές. Δεν άργησε, όμως, να εκδηλωθεί ο αγέρωχος χαρακτήρας του πατριάρχη που κατέληξε μετά τρία έτη στην εκθρόνισή του. Ένας τέτοιος χαρακτήρας ήταν ακατάλληλος να συντελέσει στη γεφύρωση των διαφορών Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας.
3. Σύμφωνα με δυτικές πηγές, το 1053 ο Μιχαήλ Κηρουλάριος έκλεισε όλες τις εκκλησίες των δυτικών στην Κων/πολη και αφαίρεσε τα μοναστήρια από τους ηγουμένους τους. Οι ανατολικές πηγές δεν αναφέρουν κάτι σχετικό. Το μόνο κείμενο που υπάρχει αυτής της χρονικής στιγμής είναι μια επιστολή του επισκόπου Αχρίδας Λέοντα στην οποία κατηγορεί τους δυτικούς κυρίως για εθιμικές παρεκτροπές (άζυμα, νηστείες, προσευχές). Θεωρείται ότι αυτό έγινε με υπόδειξη του πατριάρχη. Ο πάπας Λέων Θ΄ απάντησε με ύβρεις και ευφάνταστες εικασίες.
4. Τον Ιανουάριο του 1054 ο βασιλιάς και ο πατριάρχης έστειλαν επιστολές στον πάπα Λέοντα Θ΄ σε ήπιους και συμφιλιωτικούς τόνους. Οι απαντήσεις του πάπα στάλθηκαν με τρεις αποκρισιαρίους. Επαινούσε το βασιλιά για την ευσέβειά του, την ειρηνόφιλη πολιτεία του και την αφοσίωσή του στον αποστολικό θρόνο. Παράλληλα ζητούσε την προστασία του από τους εχθρούς που τον περιβάλλανε, ιδίως τους Νορμανδούς. Δεν είχαν περάσει, όμως, παρά λίγοι μήνες από τότε που ο ίδιος ευλογούσε τις κατακτήσεις των Νορμανδών στην Καλαβρία και όσες μελλοντικά θα είχαν στη Σικελία. Ακόμα ο πάπας παραπονούνταν για την αγερωχία του πατριάρχη, αλλά περισσότερα για τις παρεκτροπές του πατριάρχη θα του έλεγαν προφορικά οι απεσταλμένοι του. Γράφοντας στον πατριάρχη, τον επαινούσε για τις ειρηνόφιλες διαθέσεις του και την πρόθεσή του να εργαστεί για την αποκατάσταση της ενότητας ανάμεσα στις δύο εκκλησίες. Ταυτόχρονα εξέφραζε τη λύπη του για όσα άτοπα άκουσε γι’ αυτόν (χειροτονία επισκόπου κατευθεία από λαϊκού, καταπάτηση των προνομίων των πατριαρχών Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, σφετερισμός του τίτλου του οικουμ. πατριάρχη, διωγμοί κατά των Λατίνων κ.ά.), αλλ’ αυτός δυσκολεύεται να τα πιστέψει. Παραπονιόταν για μια φράση στην επιστολή του που χαρακτήριζε τη Ρωμαϊκή Εκκλησία κατώτερη της Ανατολικής.
Οι επιστολές του αυτοκράτορα και του πατριάρχη δε διασώθηκαν. Από τις απαντήσεις του πάπα συνάγεται το περιεχόμενό τους, και αυτό ήταν ήπιο και ειρηνόφιλο. Πώς απάντησε ο πάπας; Με απειλές, με κατηγορίες για πράγματα που συνέβησαν (όσα συνέβησαν) πολύ παλαιότερα ή δεν ήταν καν βεβαιωμένα, με σοφιστικές παρεξηγήσεις και με υιοθέτηση ανυπόστατων φημών. Πιο συγκεκριμένα: α) Το ζήτημα της από λαϊκού εις επίσκοπον απευθείας χειροτονίας είχε πολλάκις συζητηθεί κατά το παρελθόν ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες χωρίς να επηρεάσει σοβαρά τις σχέσεις τους. β) Ο τίτλος «οικουμενικός» συνόδευε εκείνον του πατριάρχη εδώ και πέντε αιώνες χωρίς, ή με ήπιες, αντιδράσεις. γ) Δεν είναι σαφές τι υπονοεί σχετικά με την καταπάτηση των προνομίων των δύο πατριαρχείων. Αφότου, πάντως, οι Άραβες κατέλαβαν την Αίγυπτο και τη Συρία τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας ήταν συνήθως σε αδυναμία να αναδείξουν πατριάρχη. Ήταν συνεπώς αναγκαιότατη η παρέμβαση της Κων/πολης για τη διατήρηση αυτών των εκκλησιών και της πίστης στην περιοχή τους. δ) Όσο για τους διωγμούς των Λατίνων της Κων/πολης, αν αυτοί συνέβησαν, δικαίως ο πάπας διαμαρτύρεται. ε) Τέλος, σχετικά με τη μειωτική για τη ρωμαϊκή εκκλησία φράση της πατριαρχικής επιστολής, αυτή αξιολογείται ως δευτερεύουσας σημασίας, αναφέρεται δε στα της μνημόνευσης των δύο πατριαρχών από τις αντίστοιχες εκκλησίες. Το όνομα του πάπα είχε διαγραφεί από τα δίπτυχα της Ανατολικής Εκκλησίας περί το 1009 επί πατριάρχου Σεργίου εξαιτίας της εκτροπής στο θέμα της εκπόρευσης του Αγ. Πνεύματος. Ο Κηρουλάριος απλά κατακρίνει την αξίωση του πάπα ώστε η επαναφορά του στα δίπτυχα της Κων/πολης να ισοδυναμεί με μνημόνευσή του από όλες τις εκκλησίες της Ανατολής, ενώ ο πατριάρχης θα μνημονεύεται μόνο στη Ρώμη και όχι από όλες τις εκκλησίες της Δύσης. Από όλα αυτά προκύπτει ότι ο πάπας ζητούσε αφορμές διένεξης. Αυτό συνάγεται και από τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν στην Κων/πολη οι απεσταλμένοι του, ιδίως ο επικεφαλής τους Ουμβέρτος.
5. Oι απεσταλμένοι του πάπα έφθασαν στην Κων/πολη τον Ιούνιο του 1054. Ο βασιλιάς κι ο πατριάρχης τους δέχθηκαν με τις αρμόζουσες τιμές. Ο πατριάρχης αρνήθηκε να συζητήσει μαζί τους για τις κατηγορίες που περιέχονταν στις παπικές επιστολές, για να μην αναγνωρίσει στον πάπα τις δικαιοδοσίες που διεκδικούσε. Ο Ουμβέρτος, όμως, ήταν διατεθειμένος (είχε άραγε τέτοιες οδηγίες;) να προκαλέσει σκάνδαλο. Συνέταξε, λοιπόν, και δημοσίευσε απάντηση στις κατηγορίες του αρχιεπισκόπου Αχρίδας Λέοντα κατά των Λατίνων. Αντί να τις συζητήσει εκτράπηκε σε ύβρεις και συκοφαντίες κατά της Ανατολικής Εκκλησίας (πατρίδα κάθε αίρεσης) και του πατριάρχη (αναβαπτίζει τους Λατίνους). Με άλλο κείμενό του επιτέθηκε και κατά του Στουδίτη μοναχού Νικήτα Στηθάτου που με μετριοπάθεια έγραψε κατά των αζύμων κτλ. Η ανάμιξη του Στηθάτου προέκυψε όταν ο Ουμβέρτος έφερε στη δημοσιότητα την ελληνική μετάφραση της παπικής απάντησης προς τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας Λέοντα. Ο Νικήτας Στηθάτος στην απάντησή του επέκρινε τους δυτικούς για τη χρήση των αζύμων, την αγαμία του λατινικού κλήρου και την εμμονή τους στην τέλεση κατά τη διάρκεια της Τεσσαρακοστής, κατά τις καθημερινές, της κανονικής Θ. Λειτουργίας και όχι της Προηγιασμένης, όπως στην Ανατολή. Η αντίδραση του Ουμβέρτου ήταν βίαιη και υβριστική. Ανταπαντώντας, αποκαλούσε το Νικήτα τυχοδιώκτη, γαϊδούρι, επικούρειο, πόρνο, αρχιαιρετικό κτλ. Η αντίδραση υπήρξε μετριοπαθής. Ο βασιλιάς υποχρέωσε το Νικήτα ν’ ανακαλέσει και να παύσει ν’ ασχολείτα. Ο πατριάρχης συνέχισε να φέρεται ευγενικά προς τους παπικούς απεσταλμένους, αλλ’ επέμενε ότι οι διαφορές θα έπρεπε να συζητηθούν παρουσία και των άλλων πατριαρχών σε συγκληθησόμενη σύνοδο. Όταν, όμως, αυτοί έπαυσαν να του συμπεριφέρονται ανάλογα, διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί τους και τους απαγόρευσε να ιερουργούν στην ενορία τους.
6. Αυτή ήταν περίπου η κατάσταση στα μέσα Ιουλίου. Στις 16 Ιουλ. στην Αγ. Σοφία τελούνταν θ. Λειτουργία ενώπιον κλήρου και λαού. Ο Ουμβέρτος με τη συνοδία του εισέβαλαν στο ναό με ασέβεια και έφθασαν μέχρι την αγία τράπεζα, και αφού απέθεσαν πάνω της αφορισμό κατά του πατριάρχη Μιχαήλ, αποχώρησαν τινάζοντας επιδεικτικά τον κονιορτό των ποδιών τους και επικαλούμενοι τη θεία τιμωρία. Παρ’ όλα αυτά ο πατριάρχης κράτησε την ψυχραιμία του κι επέτρεψε την ασφαλή αποχώρησή τους από το ναό. Μετά δύο μέρες αναχώρησαν και από την Κων/πολη, παραλαμβάνοντας δώρα από το βασιλιά. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, όταν έφθασαν στη Σηλυβρία έλαβαν μήνυμα από το βασιλιά και τον πατριάρχη να επιστρέψουν στην Κων/πολη για μια νέα προσπάθεια συμβιβασμού. Πράγματι επέστρεψαν στις 20 Ιουλ. Επειδή, όμως, αυτοί μεν αρνούνταν να έρθουν σε οποιαδήποτε επικοινωνία με την ιερά σύνοδο και να δώσουν εξηγήσεις για το βλάσφημο/αφοριστικό τους έγγραφο, αφετέρου δε η κοινή γνώμη της Κων/πολης είχε τόσο εκτραχυνθεί εναντίον τους που κινδύνευαν να λιντζαριστούν αν παρέτειναν την παραμονή τους, ο βασιλιάς αναγκάστηκε να τους συστήσει να φύγουν το γρηγορότερο. Η λαϊκή οργή εντούτοις ξέσπασε και μετά την αναχώρησή τους.
Για να καταδειχθεί το μέγεθος της παπικής πρόκλησης, αλλά και το δίκαιο της αγανάκτησης που προκάλεσε στην Κων/πολη, αρκεί να αναφερθεί μόνο ότι στο αφοριστικό έγγραφο που απέθεσαν οι παπικοί στην αγία Τράπεζα κατηγορούσαν τους Ανατολικούς ως α) Σιμωνιακούς, β) Ουαλεντιανούς, γ) Αρειανούς, δ) Δονατιστές, ε) Νικολαΐτες, στ) Σιβηριανούς, ζ) Πνευματομάχους ή Θεομάχους, η) Μανιχαίους και θ) Ναζαρηνούς, δηλ. ως οπαδούς όλων των αιρέσεων που ως τότε φάνηκαν.
Μετά την αναχώρηση των παπικών ο πατριάρχης Μιχαήλ συγκάλεσε την πατριαρχική σύνοδο, η οποία αποδοκίμασε το βλάσφημο και συκοφαντικό λίβελλο. Ιδιαίτερα ασχολήθηκε η σύνοδος με το ζήτημα της εκπόρευσης του Αγ. Πνεύματος. Αρκέστηκαν εις αυτό, διότι θεώρησαν ότι ενεργούσαν οι περί τον Ουμβέρτο αυτόβουλα και δεν εξέφραζαν εν προκειμένω τη βούληση του πάπα Λέοντα Θ΄, που άλλωστε στο μεταξύ (19 Απρ.) είχε πεθάνει. Ο διάδοχός του εντούτοις δεν αποδοκίμασε τις ενέργειες και τον αφορισμό του Ουμβέρτο. Αυτό ώθησε τον πατριάρχη να συγκαλέσει νέα, πολύ ευρύτερη, σύνοδο (είτε μέσα στο 1054 είτε το 1057), στην οποία έλαβαν μέρος, εκτός των άλλων, ο πατριάρχης Αντιοχείας και οι μητροπολίτες Κύπρου και Βουλγαρίας. Η σύνοδος αυτή απέκοψε τους Λατίνους από το σώμα της Καθολικής Εκκλησίας. Αυτή την απόφαση επικύρωσαν και οι απουσιάζοντες πατριάρχες Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων.
Το ζήτημα της ακριβούς χρονολογίας του οριστικού σχίσματος ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες διχογνωμείται. Η πλέον διαδεδομένη άποψη το τοποθετεί στο 1054. Υπάρχουν, όμως, κι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών συνεχίστηκαν επί πολλά χρόνια και μετά τους αφορισμούς. Κατά την άποψη αυτή το σχίσμα κατέστη τελεσίδικο εξαιτίας των αγριοτήτων που διέπραξαν οι Λατίνοι κατά την κατάληψη της Κων/πολης (1204). Και αυτή η εκδοχή έχει πολλούς υποστηρικτές.
7. Έπρεπε να περάσουν 900 περίπου χρόνια αφότου διατυπώθηκαν οι αμοιβαίοι μεταξύ των δύο Εκκλησιών αφορισμοί, που αποτέλεσαν την αφορμή -και όχι τη βαθύτερη αιτία- του μεγάλου σχίσματος ανάμεσά τους, για ν’ ανακληθούν. Η άρση των αφορισμών ως τότε συσχετιζόταν απόλυτα με τη διευθέτηση των δογματικών κι εκκλησιολογικών διαφορών που θα οδηγούσε στην πλήρη ένωση των δύο Εκκλησιών. Ενωτικές δε προσπάθειες έγιναν πολλές στο διάστημα αυτό, αλλ’ όλες απέτυχαν. Τελικά η ανάκληση των αφορισμών πραγματοποιήθηκε κατά την ιστορικής σημασίας συνάντηση των ηγετών των δύο Εκκλησιών, του πατριάρχη Αθηναγόρα και του πάπα Παύλου ΣΤ΄, στα Ιεροσόλυμα την 5η και 6η Ιαν. 1964.
Η άρση, όμως, των αναθεματισμών πολύ απέχει από το να συνεπάγεται και την πλήρη κοινωνία και ένωση των δύο Εκκλησιών. Τούτο, ανθρωπίνως θεωρούμενο, φαίνεται μάλλον αδύνατο. Διότι το μεταξύ τους χάσμα όχι μόνο παρέμεινε αμετάβλητο, αλλά και διευρύνθηκε. Στις αρχικές διαφορές προστέθηκαν και άλλες, από τις οποίες κυριότερες είναι η ιδεολογική ισχυροποίηση του πρωτείου εξουσίας του πάπα, η αναγωγή σε δόγμα της θεωρίας του προσωπικού παπικού «αλαθήτου» και η κατάργηση του συνοδικού συστήματος διοίκησης της Δυτικής Εκκλησίας. Αυτών των απαραδέκτων καινοτομιών -που συνιστούν τους αμετάθετους ογκόλιθους στο δρόμο προς την ένωση- αποκλείεται να παραιτηθεί η παπική δικτατορία. Έγιναν, όμως, και γίνονται στις μέρες μας μερικές φιλότιμες προσπάθειες/βήματα επικοινωνίας και προσέγγισης ανάμεσα στα διεστώτα μέρη. Αυτές οι επαφές λειτουργούν με δύο μορφές, με το «Διάλογο της αγάπης» και με το «Θεολογικό διάλογο» που καρκινοβατεί, προσκρούοντας διαρκώς σε αδιέξοδα, π.χ. της άρνησης της Ρώμης ν’ αποκηρύξει την περιβόητη Ουνία-δούρειο ίππο της. Κι αυτό χωρίς καν ν’ ασχοληθεί με τις κρίσιμες διαφορές...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου