ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Βρίσκεται στον αντίποδα των σοφιστών. Ο Σωκράτης ψάχνει για τη μία και καθολική αλήθεια, ενώ οι σοφιστές αρκούνται στο ν’ ακούγονται πολλές γνώμες για το ίδιο πράγμα. Το μόνο που τους ένωνε ήταν η διαπίστωση ότι η μόρφωση που δινόταν στους νέους ήταν ατελής, ανεπαρκής.

Ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε. Μόνο συζητούσε με τους μαθητές-ακροατές του. Τις ιδέες του τις αντλούμε από τα έργα του σημαντικότερου μαθητή του, του Πλάτωνα, και, δευτερευόντως, από τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντα. Πληροφορίες, όμως, για το Σωκράτη βρίσκουμε και σε έργα άλλων Σωκρατικών φιλοσόφων, όπως του Αντισθένη, του Αρίστιππου, του Ευκλείδη και του Αισχίνη, καθώς και στον Αριστοτέλη.

Η διδασκαλία του Σωκράτη είναι κατ’ εξοχήν ηθική: αναζήτηση του ηθικού αγαθού, της αρετής και της δικαιοσύνης, που στην ουσία είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Ούτε ρήτορας ήταν, ούτε μαθήματα παρέδιδε επ’ αμοιβή. Έμεινε διά βίου στην Αθήνα. Την ευδαιμονία την ταύτισε με την ηθική τελειοποίηση του ανθρώπου. Το ανώτατο αγαθό δεν είναι η ζωή, αλλά το ορθώς ζην. Καλύτερα ν’ αδικείται κανείς παρά ν’ αδικεί. Εστίασε το ενδιαφέρον του στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, δηλαδή στην ανθρώπινη προσωπικότητα. Για τον ηθικό άνθρωπο δεν υπάρχει κανένα κακό, ούτε στη ζωή ούτε στο θάνατο. Ταυτίζει την αρετή με τη γνώση, τη σοφία, γιαυτό και η αρετή είναι διδακτή, μία και ενιαία: «ουδείς εκών κακός». Αιτία του κακού είναι η άγνοια. Ο άνθρωπος πράττει το κακό όχι από ενσυνείδητη επιλογή, αλλά από αδυναμία να διακρίνει τι είναι καλό και τι κακό. Η αρετή προϋποθέτει τη νόηση. Χωρίς ορθή γνώση δεν μπορούμε να έχουμε ορθή πράξη. Γνώση δε για το Σωκράτη είναι η συνείδηση της αξίας του αντικειμένου της γνώσης και η πεποίθηση ότι η αξία αυτή επιδρά ευεργετικά στη ζωή του ατόμου και της κοινωνίας.

Ο δρόμος που ακολούθησε ο Σωκράτης για να φθάσουν οι ιδέες του στους νέους και να τους πείσει για την ορθότητά τους ήταν ο διάλογος. Ο ίδιος αυτός δρόμος είναι ο μοναδικός που φθάνει ασφαλώς στην αλήθεια. Αυτός ο διάλογος, όμως, δεν μπορεί να γίνεται άναρχα κι αμεθόδευτα, αλλ’ οφείλει ν’ ακολουθεί ορισμένους παραμόνιμους κανόνες και μια παραγωγική μέθοδο. Αυτή τη διαλογική διαδικασία ο ίδιος την ονόμασε «μαιευτική τέχνη». Αυτή η τέχνη συμπληρωνόταν και από μια άλλη, την ελεγκτική, με την οποία έλεγχε το συλλογισμό του συνομιλητή του αν είναι ορθός και σύμφωνος με την αλήθεια ή όχι. Ακόμη, την ελεγκτική συνόδευε η λεγόμενη «σωκρατική ειρωνεία». Αυτή συνίστατο στη συνήθεια του Σωκράτη να παρουσιάζει τον εαυτό του ως ανίδεο, οδηγώντας το συνομιλητή του σε κομπασμό. Στη διαδρομή της συζήτησης, όμως, τα πράγματα ανατρέπονταν, χωρίς εντούτοις ο ίδιος να μετατραπεί σε κομπαστή. Βασικό εργαλείο του διαλόγου ήταν η ερώτηση, ακριβέστερα οι αλλεπάλληλες ερωτήσεις ωσότου οδηγήσει το συνομιλητή του να αναγνωρίσει την εσφαλμένη αρχική του θέση και να φθάσει στη συγκεκριμένη αλήθεια.

Το μεγαλείο του μεγάλου φιλοσόφου δεν έγκειται κυρίως στο, αναμφισβήτητο, μεγαλείο της διδασκαλίας του, αλλά στη συμπόρευση της ζωής του με αυτή.

Για τα βιογραφικά του Σωκράτη έχουμε ήδη μιλήσει. Στη συνέχεια θα μνημονεύσουμε τους σημαντικότερους της «σχολής» του.

1. Αντισθένης (445-360 π.Χ.): Γεννήθηκε στην Αθήνα. Και ο πατέρας λεγόταν Αντισθένης. Ιδρυτής της Σχολής των Κυνικών. Αρχικά υπήρξε μαθητής του Γοργία. Κατοικούσε στον Πειραιά, αλλά συχνά ανέβαινε στην Αθήνα για ν’ ακούσει το Σωκράτη, του οποίου τελικά ακολούθησε τη διδασκαλία. Ως κύριο επάγγελμά του είχε τη ρητορική και την επ’ αμοιβή ερμηνεία των ποιητών. Μετά το θάνατο του Σωκράτη (399 π.Χ.) εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Δίδαξε στο ιερό του Ηρακλή και στο «γυμνάσιον» του Κυνοσάργους.

Η διδασκαλία του είχε ως επίκεντρο την ανθρώπινη συμπεριφορά, η οποία προϋποθέτει τη σωκρατική αυτογνωσία. Από την αυτογνωσία και δι’ αυτής φθάνουμε στην αρετή, η οποία είναι η πηγή της ευδαιμονίας, της αυτονομίας και της αυτάρκειας. Η αρετή κατακτιέται ακομη με την εργασία, τη σκληραγωγία και την αυτοπειθαρχία. Δεχόταν και αυτός, όπως ο Σωκράτης, το διδακτό της αρετής. Οι ανάγκες, οι επιθυμίες και τα πάθη υποδουλώνουν τον άνθρωπο. Γιαυτό πρέπει να περιορίζονται, η δε ικανοποίησή τους να ‘ναι μετρημένη. Η ολιγάρκεια είναι μέγα αγαθό της ζωής. Η ηδονή είναι το χειρότερο από όλα τα κακά. Σοφός είναι όποιος αποκτά την ηθική αυτονομία. Ο σοφός δεν ενεργεί σύμφωνα με τους νόμους της πολιτείας αλλά με γνώμονα τους νόμους της αρετής. Απέρριπτε τη γεωμετρία, τη μουσική και τις άλλες τέχνες. Ο πολιτισμός είναι εχθρός της αρετής, επειδή αντιστρατεύεται στην άκρα ολιγάρκεια.

Είχε πολλούς εχθρούς. Οι σοφιστές δεν του συγχωρούσαν τη μεταπήδησή του στο σωκρατικό στρατόπεδο. Τον πολέμησε και ο Πλάτωνας για την απλοϊκότητα της φιλοσοφίας του.

2. Διογένης ο Κυνικός (412 ή 404-323 π.Χ.): Καταγόταν από τη Σινώπη της Παφλαγονίας του Πόντου. Στην Αθήνα ήρθε νέος, διωγμένος από την πατρίδα του ως παραχαράκτης. Κατ’ άλλη εκδοχή, ο πατέρας του Ικεσίας ήταν ο παραχαράκτης κι όχι ο Διογένης. Υπήρξε μαθητής του Αντισθένη. Στην Αθήνα ήταν γνωστός ως Διογένης ο Κύων, επειδή περιφερόταν στην Αθήνα ξυπόλυτος, συχνά χωρίς τροφή, κρατώντας μακρύ ραβδί κι έχοντας στον ώμο ένα σακούλι, κοιμόταν δε εδώ κι εκεί μέσα σ’ ένα βαρέλι. Κατά μία άποψη αυτός ήταν ο ιδρυτής της Κυνικής Σχολής και όχι ο Αντισθένης. Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι ήταν ο σπουδαιότερος κυνικός και ότι από αυτόν η Σχολή ονομάσθηκε Κυνική. Κι ακόμη ότι αυτός ασπάστηκε κι εφήρμοσε τις ιδέες περί λιτότητας και ένδειας του Αντισθένη. Εισήγαγε έναν εντελώς φυσικό και πρωτόγονο τρόπο ζωής. Αυτό δίδασκε κι έτσι ζούσε. Επίκεντρο της φιλοσοφίας του ήταν η αρετή, η οποία ταυτίζεται με τη φυσική ζωή. Περιφρονούσε τις ιδέες του Πλάτωνα, τον οποίο και χλεύαζε. Ο Πλάτωνας από την πλευρά του χαρακτήριζε ως πολιτεία των χοίρων τον τρόπο ζωής που πρότεινε και ζούσε ο Διογένης.

Ως μαθητές του Διογένη αναφέρονται οι Μόνιμος, Ονησίκριτος, Φιλίσκος και ο Κράτης από τη Θήβα.

Πέθανε σε βαθιά γεράματα στην Κόρινθο. Ο ερχομός του εδώ υπήρξε περιπετειώδης. Πηγαίνοντας στην Αίγινα συνελήφθη από πειρατές. Τον πήγαν στην Κρήτη για να τον πουλήσουν ως δούλο. Κατά τη διαδικασία της πώλησής του είδε εκεί έναν καλοντυμένο κύριο, τον Ξενιάδη. «Σ’ αυτόν εκεί να με πουλήσεις» είπε στον κήρυκα. «Αυτός χρειάζεται δεσπότη...». Ο Ξενιάδης τον πήρε μαζί του στην Κόρινθο και του ανέθεσε την ανατροφή των παιδιών του. Οι Αθηναίοι προσφέρθηκαν να τον εξαγοράσουν. Ο Διογένης αρνήθηκε την προσφορά λέγοντας: ένα αιχμάλωτο λιοντάρι δεν είναι δούλος του τροφοδότη του, αλλ’ αυτός είναι δούλος του λιονταριού...

3. Αρίστιππος (435-356 π.Χ.): Γεννήθηκε στην Κυρήνη της Β. Αφρικής. Ο πατέρας του Αριτάδης ήταν έμπορος. Είναι ο ιδρυτής της Κυρηναϊκής φιλοσοφικής σχολής. Όντας ακόμα στην πατρίδα του επιδόθηκε σε φιλοσοφικές μελέτες. Ξεκίνησε ως μαθητής του Πρωταγόρα. Στην Αθήνα ήρθε σε αντρική ηλικία και φιλοσοφικώς συγκροτημένος. Παρακολούθησε τις διδασκαλίες του Σωκράτη και ασπάστηκε τις ιδέες του μεγάλου φιλοσόφου. Εισάγοντας, όμως, ο ίδιος την έννοια της ηδονής ως ανώτατο αγαθό της ζωής, στην ουσία ακύρωσε στο σύνολό τους τις διαμετρικά αντίθετες ιδέες και αρχές του Σωκράτη. Υποστήριζε ότι ο άνθρωπος ρέπει από τη φύση του προς την ηδονή κι από τη φύση του πάλι αποφεύγει τα δυσάρεστα. Σε τρεις καταστάσεις μπορεί να βρεθεί ο άνθρωπος: τον πόνο, την ηδονή και την ουδέτερη, τη νηνεμία. Η ηδονή είναι η θετική κατάσταση, ενώ ο πόνος η αρνητική. Μέσα στις ηδονές κατέτασσε και τις πνευματικές. Προτιμά, εντούτοις, τις σωματικές ηδονές. Προτιμότερη, επίσης, είναι η εύκολα αποκτώμενη ηδονή από τη δυσαπόκτητη. Δέχεται μεν την αξία της σωκρατικής εσωτερικής ελευθερίας, αλλά και αυτή την εντάσσει στα πλαίσια της ηδονής. Η γνώση είναι χρήσιμη, διότι αυτή μας βοηθεί να επιλέξουμε μια ηδονή, ανάλογα με τις συνέπειες που θα έχει σ’ εμάς, αν πρόκειται δηλαδή να μας φέρει μεγαλύτερο πόνο την απορρίπτουμε. Δεν πρέπει ο άνθρωπος να υποκύπτει σε κάθε ηδονικό ερεθισμό. Εντεύθεν και το γνωστό απόφθεγμα: «έχω και ουκ έχομαι»: έχω δηλ. την ηδονή αλλά δεν υποτάσσομαι σε αυτή.

Η γνώση εξαρτάται από τις υποκειμενικές καταστάσεις. Ο ίδιος ερεθισμός στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές στιγμές ή σε άλλον άνθρωπο κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις μπορεί να προκαλεί διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις.

4. Θεόδωρος: Έζησε ανάμεσα στους Γ΄ και Δ΄ αι. Υπήρξε μαθητής του Αρίστιππου του νεότερου. Ονομάστηκε άθεος, επειδή στο έργο του «Περί θεών», επηρεασμένος από τον Κριτία, αμφισβήτησε την ύπαρξη των θεών της αρχαίας θρησκείας, και του θεού γενικότερα. Δίδασκε ότι σκοπός της ζωής είναι η διατήρηση αδιατάρακτης της ψυχικής γαλήνης. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη γνώση και τη φρόνηση. Το πραγματικό αγαθό της ζωής είναι η φρόνηση, και το πραγματικό κακό η αφροσύνη. Σοφός είναι ο αυτάρκης. Δεν υπάρχει αντικειμενική ηθική. Αν πρόκειται κάποιος να ωφεληθεί, μπορεί και να κλέβει και να μοιχεύει και να βεβηλώνει τα ιερά! Αυτές οι ιδέες του στοίχισαν την εξορία από την Αθήνα.

5. Ηγησίας ο Πεισιθάνατος: Σύγχρονος περίπου του προηγουμένου. Δίδασκε ότι η ζωή δεν έχει καμία αξία, είναι κάτι το αδιάφορο. Η τάση και η λαχράρα του ανθρώπου να εξασφαλίσει την ηδονή μένει ανικανοποίητες. Επειδή δε δίδασκε ότι δεν αξίζει κανείς να ζει και έπειθε τους ανθρώπους να αυτοκτονούν, ονομάστηκε Πεισιθάνατος. Πρωτοπόρος της απαισιοδοξίας, του πεσιμισμού, της αποστροφής προς τη ζωή.

Έδρασε κυρίως στην Αλεξάνδρεια. Οι κοινωνικά επικίνδυνες ιδέες του ανάγκασαν τον Πτολεμαίο Α΄, το βασιλιά της Αιγύπτου, να του απαγορεύσει τη διδασκαλία.

6. Αννίκερις: Μαθητής του Αρίστιππου και πιστός στη θεωρία του: σκοπός της ζωής είναι η ηδονή. Δίδει, όμως, μεγαλύτερη σημασία στις ψυχικές και πνευματικές ηδονές.

7. Ευκλείδης (450-380 π.Χ.): Γεννήθηκε στα Μέγαρα, γιαυτό και Μεγαρικός λέγεται. Λέγεται ακπομα και Σωκρατικός, επειδή υπήρξε μαθητής του Σωκράτη. Γιαυτό πολλοί μαθητές του τελευταίου, μετά το θάνατό του, κατέφυγαν στα Μέγαρα κοντά στον Ευκλείδη.

Ο Ευκλείδης στη φιλοσοφία του συνδύαζε τη σωκρατική με την ελεατική φιλοσοφία. Ταύτιζε, δηλ., το αγαθό ως το υπέρτατο αντικείμενο της φιλοσοφίας (σωκρατική αντίληψη) με το Ένα των Ελεατών. Το ανώτατο αγαθό το ονόμασε νου, φρόνηση, θεό. Όσα κινούνται, μεταβάλλονται, γεννιούνται και φθείρονται δεν υπάρχουν. Η προσπάθειά του ν’ αποδείξει ότι η αισθητή εικόνα είναι απατηλή τον οδήγησε στη Διαλεκτική και την Εριστική.

Ο Ευκλείδης είναι ο ιδρυτής της Μεγαρικής Σχολής, η οποία εξελίχθηκε σε Εριστική. Στη σχολή αυτή ανήκουν οι Ευβουλίδης, Διόδωρος ο Κρόνος από την Καρία και Στίλπωνας. Ο Διόδωρος έμεινε γνωστός για τη θεωρία του για το αδύνατο της κίνησης και της φθοράς, καθώς και για την απόδειξή του για το δυνατό: η άποψη ότι τίποτε που δεν υπάρχει ή δε θα υπάρξει δεν είναι δυνατόν, επαληθεύεται από το επιχείρημα ότι από το δυνατόν δεν προέρχεται τίποτε το αδύνατο. Αν από δύο περιπτώσεις που αλληλοαποκλείονται η μία πραγματοποιηθεί, τότε η άλλη είναι αδύνατη. Ο Στίλπωνας πολέμησε τη θεωρία περί αξιών του Πλάτωνα, στράφηκε δε προς την ηθική φιλοσοφία και ιδιαίτερα την κυνική. Ανώτατο αγαθό είναι η απάθεια. Μαθητής του ήταν ο ιδρυτής της Στοάς Ζήνων ο Κιτιέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου