Στην Ανατολική Στερεά και Εύβοια
Στην ευρύτερη αυτή περιοχή η Επανάσταση άρχισε σχεδόν ταυτόχρονα με την Πελοπόννησο, προηγήθηκε δε κατά δύο μήνες εκείνης της Δυτ. Στερεάς. Και τούτο διότι α) εδώ υπήρχε μακρόχρονη και έντονη κλεφταρματολίτικη παράδοση, και β) η περιοχή διέθετε άξιους οπλαρχηγούς: Οδυσσέα Ανδρούτσο, Πανουργιά, Δήμο Σκαλτσά, Βασ. Μπούσγο, Αθαμ. Διάκο, Δυοβουνιώτη κ.ά.
1. Πρώτη επαναστάτησε η Φωκίδα (24/3). Τα Σάλωνα (΄Αμφισσα) ελευθερώθηκαν στις 27/3, ενώ το κάστρο τους ήταν το πρώτο που καταλήφθηκε (10/4). Πρωταγωνιστής σε αυτές τις επιτυχίες ήταν ο Πανουργιάς. Στο πλευρό του στάθηκαν και οι πρόκριτοι της περιοχής: Αναγνώστης Γιαγιτσής, Ρήγας Κοντορήγας και Αναγνώστης Κεχαγιάς. Η απόφαση πάρθηκε στον Προφήτη Ηλία.
2. Η επιτυχία του Πανουργιά ώθησε το Δήμο Σκαλτσά να ξεσηκώσει τη γειτονική Δωρίδα. ΄Ετσι, στις 28/3 μαζί με τους Αναγνώστη Λιδωρίκη και Παπαγεωργίου Πολίτη ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης και μπήκαν στο Λιδωρίκι. Αντίσταση δεν προβλήθηκε. Αντίθετα, πεισματική αντίσταση προβλήθηκε στο γειτονικό Μαλανδρίνο, όπου στάλθηκε ο Θεόδ. Χαλβατζής.
3. Η Λιβαδιά, ιδιαίτερα κατά το τελευταίο αιώνα της Σκλαβιάς, αναδείχτηκε η πολυανθρωπότερη και πλουσιότερη πόλη της Στερεάς. Γιαυτό και οι Φιλικοί από το 1820 την κατέστησαν κέντρο της δράσης τους στη Στερεά με κεντρικό πρόσωπο τον Αθανάσιο Ζαφείρη. Στις προετοιμασίες για την εξέγερση έλαβε μέρος και ο Αθανάσιος Διάκος. ΄Οταν ο Αλή πασάς ανέθεσε το αρματολίκι της Λιβαδιάς στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ο Αθαν. Διάκος τάχθηκε στο πλευρό του. ΄Οταν δε ο Ανδρούτσος έφυγε από την περιοχή για να σωθεί από τον Μπαμπά, τα παλληκάρια της περιοχής εξέλεξαν αρχηγό της Λιβαδιάς το Διάκο (26/10/1820). ΄Εσπευσε να συνεργαστεί με τους Πανουργιά και Δυοβουνιώτη. Σε σύσκεψη που έγινε (μέσα Μαρτίου 1821) στη μονή Οσίου Λουκά, αποφασίστηκε (με επικράτηση της γνώμης του Διάκου) η άμεση έναρξη του Αγώνα και στη Λιβαδιά. ΄Επρεπε, όμως, να πάρουν έγκριση από ελλαδικό κέντρο των Φιλικών, την Πάτρα. Αυτή την έφερε ο απεσταλμένος τους Βασ. Μπούσγος. ΄Ετσι, στις 27/3 στη μονή του Οσίου Λουκά έγινε η επίσημη έναρξη του Αγώνα με κατανυκτική δοξολογία. Αμέσως μετά ο Διάκος και οι άλλοι οπλαρχηγοί επιδόθηκαν δραστήρια στη στρατολόγηση αγωνιστών, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στο Λυκούρεσι. Οι καλόγεροι του Οσίου Λουκά υπό το Μελέτιο Μελισσάρη με εντολή του Διάκου επέδραμαν στο Δίστομο όπου αιχμαλώτισαν Τούρκους και τον αρχηγό τους.
Τρομοκρατημένοι οι Τούρκοι της Λιβαδιάς κατέφυγαν στο οχυρό ενετικό κάστρο της, παίρνοντας ως ομήρους-εγγυητές τούς προκρίτους Νικόλαο Νάκο (κυρίαρχη μορφή στη Λιβαδιά) και Ιωάννη Λογοθέτη. Στις 28 προς 29/3 οι επαναστάτες έφυγαν από το Λυκούρεσι για τη Λιβαδιά. ΄Εφθασαν απέναντι από το φρούριο. Ο Διάκος πρότεινε όρους παράδοσης της πόλης, αλλιώς θα σκότωνε τους αιχμαλώτους του. ΄Εγινε ανταλλαγή αιχμαλώτων. Αμέσως μετά ο Διάκος αποφάσισε επίθεση κατά των Τούρκων της Λιβαδιάς. Αρχικά εξουδετερώθηκε η αντίσταση των οχυρών κονακίων. Οι Τούρκοι παραδόθηκαν. Μετά οι επαναστάτες επιτέθηκαν στο Διοικητήριο που το υπεράσπιζαν Αλβανοί. Έφεξε και το φρούριο ακόμα αντιστεκόταν. Ο Λογοθέτης ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους και τη νύχτα 30 προς 31/3 παραδόθηκε το πρώτο τείχος του κάστρου και την επομένη ολόκληρο το κάστρο, αφού προηγήθηκε αλληλοσφαγή Τούρκων και Αλβανών.
Την 1/4 έγινε πανηγυρική δοξολογία από τους επισκόπους Σαλώνων και Ταλαντίου και του Αθηνών Διονυσίου, οι οποίοι ευλόγησαν την επαναστατική σημαία του Διάκου: λευκή με την εικόνα του αγ. Γεωργίου και κυκλικά οι λέξεις «Ελευθερία ή Θάνατος». Μετά συγκροτήθηκε Επαναστατική Επιτροπή της Στερεάς υπό τους Νικόλαο Νάκο, Ιω. Λογοθέτη και Ιω. Φίλωνα. Αρχηγός των επαναστατών διορίστηκε ο Αθαν. Διάκος.
Στις 31/3 ελευθερώθηκε και η Αταλάντη, παρά τη σθεναρή αντίσταση των Τούρκων.
4. Στα τέλη Μαρτίου ο Διάκος έστειλε στη Θήβα, που δυναστευόταν, το Γιάννη Λάππα με μικρή δύναμη. Καθοδόν ενισχύθηκε από Θηβαίους και Δερβενοχωρίτες. Οι 800 Τούρκοι πρόβαλαν ισχυρή αντίσταση. Στάλθηκε άλλη δύναμη υπό το Βασ. Μπούσγο κι έτσι οι Τούρκοι της πόλης την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στη Χαλκίδα.
5. Ο Ιω. Δυοβουνιώτης πολιόρκησε το ισχυρότατο φρούριο της Μενδενίτσας. Οι Τούρκοι δεν θα παραδίνονταν αν δεν έρχονταν ένισχύσεις, αρχικά υπό τον Κομνά Τράκα και στις 8/4 υπό τον Αθαν. Διάκο. Προτού πέσει η Μενδενίτσα, οι Διάκος και Δυοβουνιώτης απέκλεισαν τα στενά του Σπερχειού.
6. Στην Αθήνα ζούσαν πολλοί Τούρκοι. Τα επαναστατικά κύματα, όμως, έφθασαν και ως εδώ. Πρωταγωνιστές ήταν ο Μελέτης Βασιλείου από τα Χασιά, ο Αναγνώστης Κιουρκακιώτης από το Μενίδι και ο Γιάννης Ντάβαρης από το Λιόπεσι. Οι Τούρκοι, αντιδρώντας, στις 9 προς 10/4 συνέλαβαν τους προκρίτους της Αθήνας.
Οι επαναστάτες ξεκίνησαν στις 25/4 από το Μενίδι υπό το Δήμο Αντωνίου, που στάλθηκε από τη Λιβαδιά, μπήκαν από μια πύλη της περίφρακτης πόλης και, αφού τέλεσαν δοξολογία, ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο διοικητήριο. Οι Τούρκοι, έντρομοι, κατέφυγαν στην Ακρόπολη. ΄Ηρθαν ενισχύσεις και από τα γειτονικά νησιά. Στον Πειραιά κατέπλευσε και ένα υδραίικο πλοίο με 11 κανόνια.
7. Η μάχη της Αλαμάνας: Μιλήσαμε ήδη για την έναρξη του Αγώνα στην Αν. Στερεά. Ιδιαίτερα απασχόλησε τους οπλαρχηγούς η περιοχή της Υπάτης. Ο οπλαρχηγός της Μήτσος Κοντογιάννης ήταν διστακτικός. Ο Διάκος και ο Δυοβουνιώτης ήρθαν στους Κομποτάδες για να τον συναντήσουν στις 10/4. Αυτός τους απέφευγε. ΄Ετσι οι δυο οπλαρχηγοί κι ο Πανουργιάς αποφάσισαν να χτυπήσουν την Υπάτη. Στις 18/4 έγινε η επίθεση από δύο κατευθύνσεις. Η πόλη κατελήφθη με τη βοήθεια και του Κοντογιάννη. Οι Τούρκοι συνθηκολόγησαν.
Οι Τούρκοι ήδη είχαν κινητοποιηθεί. Ο Χουρσίτ πασάς από τα Ιωάννινα διέταξε τον Κιοσέ Μεχμέτ να οδηγήσει ισχυρές δυνάμεις προς την Πελοπόννησο μέσω της Θεσσαλίας, Βοιωτίας και του Ισθμού για να καταστείλει την Επανάσταση. Ταυτόχρονα διέταξε άλλες δύο δυνάμεις να κινηθούνε, μία υπό τον Ομέρ Βρυώνη και μία υπό το Μουσταφά (μέσω της Αιτωλοακαρνανίας η τελευταία).
Οι Κιοσέ Μεχμέτ και Βρυώνης με 8.000 περίπου άντρες έφθασαν στις 17/4 στο Λιανοκλάδι. Οι τρεις οπλαρχηγοί (Διάκος, Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης) στις 20/4 έφθασαν στη Χαλκωμάτα σχεδιάζοντας τον τρόπο αντιμετώπισης των υπέρτερων τουρκικών δυνάμεων. Ο Δυοβουνιώτης πρότεινε να μην πολυδιασπαστούν οι δυνάμεις τους, αλλά να πιάσουν δυο οχυρώματα κοντά στο Γοργοπόταμο. Οι άλλοι δύο υποστήριζαν ότι έπρεπε να πιαστούν ο δρόμος που οδηγούσε στη Λοκρίδα και στη Βοιωτία κι ο δρόμος που οδηγούσε στη Φωκίδα. Τελικά επικράτησε αυτή η λύση. Στη συνέχεια ο Δυοβουνιώτης με 400 άντρες κατέλαβε τη γέφυρα του Γοργοπόταμου, ο Πανουργιάς με 600 έπιασε το δρόμο προς τα Σάλωνα, και ο Διάκος με 500 κατέλαβε τη γέφυρα της Αλαμάνας και τα Πουριά, στο δρόμο προς τις Θερμοπύλες. Στους Καλύβα και Μπακογιάννη ανέθεσε τη φύλαξη της γέφυρας, ενώ ο ίδιος οχυρώθηκε στη Δαμάστα.
Στις 22 ή 23/4 οι δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη από το Λιανοκλάδι και του Κιοσέ Μεχμέτ από τη Λαμία κινήθηκαν εναντίον των Ελλήνων. Ο Βρυώνης, ικανότατος στρατηγός καθώς ήταν, πρόκρινε να επιτεθεί ταυτόχρονα σε όλες τις ελληνικές θέσεις. Ο Δυοβουνιώτης γρήγορα υποχώρησε. Σε άλλη θέση ο Κομνάς Τράκας αντιστάθηκε και ανάγκασε τον εχθρό να οπισθοχωρήσει. Η κύρια δύναμη των Τούρκων επιτέθηκε κατά του Πανουργιά στη Χαλκωμάτα. ΄Αλλο τουρκικό τμήμα στο οποίο προστέθηκε και η δύναμη του Κιοσέ Μεχμέτ επιτέθηκε κατά του Διάκου στην Αλαμάνα.
Οι δυνάμεις του Πανουργιά αντιστάθηκαν γενναία αλλά μετά τον τραυματισμό και του αρχηγού τους αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ανάμεσα στους ΄Ελληνες νεκρούς ήταν και ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας. Οι δυνάμεις του Διάκου συνέχιζαν να προβάλλουν σθεναρά αντίσταση. Κάποια στιγμή οι άντρες του Διάκου, βλέποντας ότι η συνέχιση της μάχης ήταν ανώφελη, προσπάθησαν, μάταια, να τον πείσουν να φύγει για να γλυτώσει. Συνέχισε απτόητος να μάχεται μαζί με 50 παλληκάρια που του μείνανε πιστά. Τραυματίστηκε στον ώμο και συνελήφθη από 5 Αλβανούς. Οι 50 έπεσαν νεκροί. Το ίδιο και οι γενναίοι Καλύβας και Μπακογιάννης που έτρεξαν κοντά στον αρχηγό τους.
Ο Διάκος μεταφέρθηκε στη Λαμία. Ο Βρυώνης, εντυπωσιασμένος από την παλληκαριά του, του πρότεινε να πάει μαζί του. Εκείνος το ίδιο περήφανα αρνήθηκε. Το τίμημα ήταν να βρει φρικτό θάνατο με ανασκολοπισμό (παλούκωμα-σούφλισμα).
Η μάχη της Αλαμάνας είχε πολλαπλές συνέπειες για τον Αγώνα, πέρα από τους 200 περίπου Έλληνες νεκρούς.
8. Επεισόδια στην Εύβοια: Την Εύβοια την έλεγχαν οι Τούρκοι από δύο οχυρά στη Χαλκίδα, εκατέρωθεν του Ευρίπου, από την έδρα του πασά στη Χαλκίδα και από τις χωριστές διοικήσεις της Καρύστου και της Ιστιαίας. Και ο έλεγχος ήταν ασφυκτικός μέχρι σκληρός. Εντούτοις οι σκλάβοι αποφάσισαν να ξεσηκωθούν. Πρώτη εξεγέρθη η Ιστιαία, όταν στις 8/5 έφθασε εκεί από το Τρίκερι ο οπλαρχηγός Βερούσης Μουτσανάς. Στις 17/5 επαναστάτησε και η Λίμνη. Ο Τομαράς συγκρότησε στρατόπεδο. Στα τέλη Μαΐου επαναστάτησαν οι Συμαίοι υπό το Γ. Παππά και τη σημαντική συμβολή του επισκόπου Καρύστου, Νεοφύτου. Στις 27/5 έφθασε στον ΄Αγιο το σώμα του Β. Μουτσανά που κατευθύνθηκε αμέσως στο χωριό Βασιλικά. Από εκεί ξεκίνησαν για τη Χαλκίδα. ΄Ηταν περίπου 2000 αλλά μόνο 500 ήταν οπλισμένοι, όλοι δε απειροπόλεμοι. Δυο φορές επιχείρησαν να πολιορκήσουν το κάστρο, αλλ’ εύκολα αποκρούστηκαν. Το τουρκικό ιππικό μάλιστα θα τους είχε αποδεκατίσει στην πεδιάδα, αν δεν επενέβαινε με τα κανόνια του ο πλοίαρχος Αλέξανδρος Κριεζής. Οι Ευβοείς άλλαξαν τον αρχηγό τους Μουτσανά με τον Αγγελή Γοβγίνα ή Γοβιό.
9. Aποτυχημένα κινήματα στη Θεσσαλία: α) Αν δεν ήταν ο ΄Ανθιμος Γαζής, φαίνεται πως δύσκολα η ΝΑ Θεσσαλία και κυρίως το Πήλιο θα έβγαινε και από την αδράνεια και από την καλοπέρασή της. Ο Γαζής μύησε στη Φ. Εταιρεία και τον οπλαρχηγό της περιοχής Κυριάκο Μπασδέκη.
β) Στις 7/5 εμφανίστηκαν στον Παγασητικό 7 υδραιοσπετσιώτικα πλοία υπό τον Υδραίο ναύαρχο Αναστ. Τσαμαδό. Πολλοί Τούρκοι εγκατέλειψαν τα Λεχώνια και κατέφυγαν στο Βόλο. Κέντρο των επαναστατών έγιναν οι Μηλιές, όπου συγκεντρώθηκαν οι πολεμιστές. Από εκεί ξεκίνησαν για τα Λεχώνια απόπου στις 9/5 αναχώρησαν για το Βόλο. Αποκρούστηκαν, όμως, εύκολα από τους Τούρκους και τραυματίστηκε ο Μπασδέκης. Οι επαναστάτες υπό τον Κοντονίκο υποχώρησαν και στρατοπέδευσαν στον ΄Αγ. Γεώργιο, στ’ ανατολικά του Βελεστίνου. Στο σώμα των επαναστατών επικρατούσε, δυστυχώς, απειθαρχία, γιαυτό οι νέες απόπειρες κατά των τουρκικών οχυρών του Βελεστίνου που έγιναν ήταν ασυντόνιστες κι απέτυχαν. Οι Τούρκοι ζήτησαν ενισχύσεις από τη Λάρισα. Σε λίγο κατέφθασε ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης. Ο Δράμαλης καθάρισε όλη σχεδόν την περιοχή. Μόνο στις Μηλιές διατηρήθηκε για λίγο μια εστία αντίστασης, αλλά δε βρήκε ανταπόκριση από το λαό.
Η επανάσταση της ΝΑ Θεσσαλίας στα τέλη Μαΐου είχε ουσιαστικά σβήσει.
10. Η μάχη της Γραβιάς: Ο θάνατος του Διάκου έφερε ζάλη στο ελληνικό στρατόπεδο. ΄Εγινε αμέσως προσπάθεια ανασύνταξης των επαναστατικών δυνάμεων. Νέος οπλαρχηγός ορίστηκε ο Βασ. Μπούσγος. Ευτυχώς που ήρθε ένα σφάλμα του Ομέρ Βρυώνη για να σώσει την κατάσταση. Πιστεύοντας αυτός ότι ευκολότερα θα καταστελλόταν η επανάσταση στην Πελοπόννησο αν έπαιρνε μαζί του και ΄Ελληνες αρματολούς, αποφάσισε να προσεταιριστεί τους επιφανέστερους οπλαρχηγούς της Στερεάς. Η άφιξη, μάλιστα, στην περιοχή του παλιού του γνώριμου Οδυσσέα Ανδρούτσου τον έκαμε περισσότερο αισιόδοξο.
Ο Οδυσ. Ανδρούτσος έλεγχε το σημαντικότερο αρματολίκι της Αν. Στερεάς που του το παραχώρησε ο Αλή πασάς. Στις αρχές Μαΐου ο Ανδρ. βρισκόταν στο χάνι της Γραβιάς. Εκεί έσπευσαν και οι Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης. Ο Γκούρας πήγε στα Σάλωνα όπου έσφαξε τους αιχμάλωτους Τούρκους.
Ο Βρυώνης έβαλε σ’ ενέργεια το σχέδιό του. Με επιστολή του στον Ανδρ. α) του ζητούσε να συνεργαστεί μαζί του, β) αν ανταποκρινόταν, θα τον έκανε οπλαρχηγό όλης της Αν. Στερεάς, και γ) του ζητούσε να συναντηθούν στη Γραβιά. Οι επαναστάτες συμπέραναν ότι ο Βρυώνης θα κατευθυνόταν στην Πελοπόννησο μέσω Σαλώνων και Γαλαξιδίου.
Οι Ανδρ., Δυοβ. και Πανουργιάς αποφάσισαν να δράσουν. Ο Ανδρ. πρότεινε να οχυρωθούν στο Χάνι. Οι άλλοι δύο πρότειναν να πιάσουν θέσεις δεξια - αριστερά του δρόμου για να ‘χουν δυνατότητα ασφαλούς διαφυγής σε περίπτωση ανάγκης.
Κι ενώ οι αρχηγοί συζητούσαν τα πολεμικά τους σχέδια, στις 7/5 ο Βρυώνης ξεκινούσε από τη Λαμία με 9000 άντρες. Εσπευσμένα τοποθετήθηκαν στ’ αριστερά του δρόμου προς το Χλωμό οι Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς, στα δεξιά ο έμπιστος του Ανδρ. Χρ. Κοσμάς Σουλιώτης, ενώ ο Ανδρ. επωμίστηκε το κύριο βάρος αντιμετώπισης του εχθρού στο Χάνι. Στην παράτολμη απόφασή του τον ακολούθησαν άλλοι 120 άντρες, ανάμεσα στους οποίους και οι Γκούρας, Παπαντρέας, Κομνάς Τράκας και Αγγελής Γοβγίνας/Γοβιός.
Ο Βρυώνης διαίρεσε το στρατό του σε τρία τμήματα. Η αντίσταση των Ελλήνων του δρόμου εύκολα εξουδετερώθηκε και οι επαναστάτες καταδιώχθηκαν στα γύρω βουνά. Απέμεινε το Χάνι. Ο Βρυώνης προσπάθησε και πάλι να προσεταιριστεί τον Ανδρ.. Η απάντηση ήταν ο σκοτωμός του απεσταλμένου του δερβίση. Οι Αλβανοί επιτέθηκαν κατ’ επανάληψη με ορμή αλλ’ όλες τους οι επιθέσεις αποκρούονταν. Ο Βρ. ζήτησε κανόνια από τη Λαμία. Ο Ανδρ. κατάλαβε τι θα γινόταν γιαυτό διέταξε τους μαχητές του ν’ αποχωρήσουν τη νύχτα, αφήνοντας πίσω τους 6 νεκρούς. Οι Τούρκοι είχαν περί τους 300 νεκρούς και διπλάσιους τραυματίες.
Οι ΄Ελληνες οπλαρχηγοί συναντήθηκαν στο Χλωρό όπου ανασυντάχθηκαν με ακμαίο ηθικό. Ο Βρ. με 3000 άντρες κατευθύνθηκε προς την Γκιώνα για να χτυπήσει τα Βλαχοχώρια. Το σχέδιό του, όμως, το ματαίωσε ο Γκούρας. ΄Ετσι αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Μπουδουνίτσα όπου μαζί με τον Κιοσέ Μεχμέτ αποφάσισαν να αναβάλουν την κάθοδό τους στην Πελοπ.
11. Αναμετρήσεις στη Λιβαδιά: Ο Ανδρ. υποπτεύθηκε ότι οι Τούρκοι θα στρέφονταν προς τη Λιβαδιά, γιαυτό με τους Δυοβουνιώτη και Θ. Μανίκα και 2000 άντρες έσπευσαν να καταλάβουν το Καστράκι και να του κόψουν την πορεία προς τη Λιβαδιά. Ταυτόχρονα οι Γκούρας, Σκαλτσάς και Σαφάκας κινήθηκαν να καταλάβουν την Υπάτη για αντιπερισπασμό, αλλ’ απέτυχαν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί και το Καστράκι με την έναρξη της τουρκικής επίθεσης. Παρά ταύτα οι Τούρκοι δεν προχώρησαν προς τη Λιβαδιά. Ο Βρ. επιχείρησε και πάλι να φέρει στη δούλεψή του τον Ανδρ. Αυτή τη φορά ο ήρωας έδειξε ν’ ανταποκρίνεται στην πρόσκληση, βάζοντας όμως έναν όρο: να σταματήσουν οι Τούρκοι τις επιθέσεις ώσπου να καταφέρει να πείσει και τους άλλους οπλαρχηγούς. ΄Ετσι κερδιζόταν χρόνος ώσπου να λάβει βοήθεια. Και η βοήθεια ήρθε από τους: Νικηταρά, Ηλία Μαυρομιχάλη, Δημ. Κριεζή, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και Μελέτη Βασιλείου. Συνολικά 1250. Ο Βρ. υποπτεύθηκε την τακτική του Ανδρ. και στις 9/6 έφθασε στη Λιβαδιά. Κάλεσε τους κατοίκους να παραδοθούν. Εκείνοι αρνήθηκαν. Στις 10/6 μπήκε στην πόλη. Οι ΄Ελληνες υπερασπιστές κλείστηκαν στο κάστρο. Οι συνέπειες τραγικές: 1000 νεκροί και 2000 αιχμάλωτοι ΄Ελληνες.
Οι δυνάμεις του Ανδρ. και του Γκούρα στρατοπέδευσαν δύο ώρες μακριά από τη Λιβαδιά. ΄Ελαβαν μήνυμα από τους πολιορκημένους ότι αν δεν τους βοηθήσουν θ’ αναγκαστούν να παραδοθούν. Οι ΄Ελληνες σχεδίασαν να κάνουν νυκτερινές επιθέσεις σε διάφορα σημεία της πόλης. Το σχέδιο, όμως, ματαιώθηκε γιατί ο Γκούρας εξέλαβε την ελληνική εμπροσθοφυλακή ως τουρκική δύναμη και πυροβόλησε. Προκλήθηκε σύγχυση. Ο Βρ. βρήκε την ευκαιρία, επιτέθηκε πρώτος και διέλυσε το ελληνικό στρατόπεδο (14/6). Οι Λιβαδίτες αποφάσισαν να παραδοθούν. Τη στιγμή, όμως, που άνοιγαν την πύλη, ο Παλάσκας που συνόδευε το Βρ. τους έκαμε νόημα να μη βγουν, φοβούμενος ότι θ’ ακολουθούσε σφαγή. Στις 28/6 οι έγκλειστοι στο κάστρο επιχείρησαν ηρωική, και επιτυχημένη, έξοδο με μικρές απώλειες. Ο Βρ. δεν προχώρησε σε εκδικήσεις. ΄Αφησε στη Λιβαδιά φρουρά 1500 αντρών κι έφυγε για τη Θήβα.
Ο Ανδρ. στρατοπέδευσε στο στενό του Ζεπενού. Εκεί ήρθαν από τα Σάλωνα οι Γκούρας και Κοντοσόπουλος και από τη δυτική Ελλάδα ο Κατσικογιάννης. Ο Ανδρ., σκοπεύοντας να ανακαταλάβει τη Λιβ., μετακινήθηκε στην Πέτρα, ανάμεσα στη Θήβα και στη Λιβ. Εκεί συγκρούστηκε με τουρκικό σώμα που πήγαινε στη Λιβ. και το ανάγκασε να γυρίσει στη Θήβα.
Στη Λιβ. ήρθαν τουρκικές ενισχύσεις υπό τον Δεμήρ πασά. Παρά ταύτα ο Ανδρ. ήταν αποφασισμένος να ανακαταλάβει την πόλη. ΄Ηρθε σε συνεννόηση με τον Παλάσκα που ήταν μέσα. Μόλις πληροφορήθηκε ότι ο πασάς έφυγε για τη Θήβα, συγκέντρωσε 2000 άντρες και με τη βοήθεια του Παλάσκα εισήλθε στην πόλη. ΄Ενα μέρος των Τούρκων κλείστηκαν στο κάστρο, ενώ ένα άλλο οχυρώθηκαν στην ΄Ωρα. Οι ΄Ελληνες χτύπησαν τους τελευταίους και σκότωσαν πάνω από 100. Την επομένη παραδόθηκαν. Εκείνοι του κάστρου αμύνονταν. Μετά όμως από 3 μέρες ήρθε ο Κιοσέ Μεχμέτ και τους οδήγησε στη Θήβα. Ο κύριος της πόλης πλέον Ανδρ. εκτέλεσε μερικούς από τους ΄Ελληνες προκρίτους που συνεργάστηκαν με το Βρ.
12. Ευβοϊκά: Στα τέλη Μαΐου/αρχές Ιουν. έφθασε στα Βρυσάκια της Εύβοιας ο Αγγελής Γοβγίνας για να οργανώσει τον Αγώνα. Εναντίον του έφθασε στην Εύβοια ο Ομ. Βρυώνης (14/7). Από την ξηρά τα Βρυσάκια προστατεύονταν μ’ ένα μεγάλο οχυρό. ΄Οταν ο Γοβγίνας έμαθε την κίνηση του Βρ. έσπευσε με 300 πολεμιστές να καταλάβει το οχυρό. Ο Βρ. επιτέθηκε με 2000 άντρες. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Οι ιερείς περιέρχονταν και εμψύχωναν τους υπερασπιστές του οχυρού. Μετά από 7ωρη μάχη ο Βρ. αναγκάστηκε να υποχωρήσει με σημαντικές απώλειες. Σημαντικό μερίδιο στη νίκη του Γοβγίνα είχε και ο Υδραίος πλοίαρχος Αλ. Κριεζής που με τα τηλεβόλα του προκάλεσε φθορές στους Τούρκους. Στη μάχη αυτή αναδείχθηκε ο ηρωισμός και του Νικ. Κριεζώτη.
Μετά 3 μέρες ο Βρ. επανήλθε στα Βρυσάκια, αλλ’ ο Γοβγίνας με τους άντρες του είχε φύγει για τον ΄Αγιο. Ο Βρ. με όλες τις δυνάμεις του αναχώρησε για την Αθήνα, όπου οι πολιορκημένοι Τούρκοι της Ακρόπολης δεινοπαθούσαν.
Ο Γοβγίνας μετά την αναχώρηση του Βρ. ανακατέλαβε τα Βρυσάκια.
Ο επίσκοπος Καρύστου Νεόφυτος, επωφελούμενος από την απουσία του Βρ., στις αρχές Αυγ. απέπλευσε από την ΄Ανδρο με μικρό σώμα Τηνίων για να καταλάβει το κάστρο των Στύρων. Ο Τούρκος φρούραρχος έφυγε εσπευσμένα προς την Κάρυστο. Ο Νεόφυτος προσπάθησε, μάταια, να πείσει τους Τηνίους να επιτεθούν εκεί. Ο Νεόφυτος πήγε στα Βρυσάκια για να πείσει το Γοβγίνα να στρατοπεδεύσει κοντά στο φρούριο της Καρύστου, ώστε να εμποδίσει την επάνοδο του Βρ. Ο τελευταίος, όμως, πρόλαβε και στα μέσα Αυγ. διέλυσε τους επαναστάτες.
Μετά την αποτυχία του επισκόπου Νεοφύτου να μεταφέρει την επανάσταση στην Καρυστία, ο Ομέρ μπέης κατέλαβε τα Στύρα. Οι Καρυστινοί ζήτησαν από το Γοβγίνα να τους στείλει για αρχηγό το Νικ. Κριεζώτη. Αυτός μαζί με το Βάσο Μαυροβουνιώτη οργάνωσαν επιχείρηση κατά του Μαχμούτ Ξυνού. Τον εντόπισαν στο χωριό Πετριές, τον απέκλεισαν σε σπίτι και τον ανάγκασαν να παραδοθεί (27/9). Ο Ομέρ μπέης, αντιδρώντας, κατέλαβε την Κύμη, την οποία κατέκαυσε (20/11).
Ο επίσκοπος Νεόφυτος αναζητούσε έναν έμπειρο και με κύρος οπλαρχηγό για την αρχηγία των Καρυστινών και της εκστρατείας κατά της Καρύστου. Προτάθηκε στον Ηλία Μαυρομιχάλη και αυτός δέχθηκε.
Οι Καρυστινοί, όμως, ανέδειξαν αρχηγό τους το Βάσο Μαυροβουνιώτη, επικεφαλής των Κυμαίων. Ο Κριεζώτης το αποδέχθηκε και μαζί επιτέθηκαν και έδιωξαν από την Ιστιαία και τον Καστροβαλά τους Τούρκους.
Ο επίσκοπος Νεόφυτος με τους 700 άντρες κατέλαβε τον ενετικό πύργο του Αλιβερίου και τον κατέστησαν ορμητήριο για την απελευθέρωση της Καρύστου.
13. Η λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης: Η πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών, που άρχισε στις 25/4, συνεχιζόταν και μέσα στο Μάιο. Ανάμεσα στους πολιορκητές, όμως, άρχισαν διαλυτικές έριδες και δεν υπήρχε κεντρικός συντονισμός, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να βρίσκουν τρόπους ν’ ανεφοδιάζονται.
Αρχικά ο Δ. Υψηλ. όρισε αρχηγό της πολιορκίας τον Υδραίο Γεώργ. Νέγκα, αλλά δεν έγινε δεκτός, κυρίως από το Μελέτη Βασιλείου. Μετά διόρισε το Λιβέριο Λιβερόπουλο που έφτασε στην Αθήνα στις 29/6. Δε διέθετε πολεμική πείρα. Οι Τούρκοι απέρριψαν επανειλημμένες προτάσεις του Λιβερόπουλου για παράδοσή τους.
Στις 19/7 έφθασε στην Αθήνα ο Βρυώνης και στρατοπέδευσε στα Πατήσια. Το ελληνικό στρατόπεδο διαλύθηκε χωρίς μάχη. Την επομένη ο Βρ. μπήκε στην έρημη Αθήνα. Οι Αθηναίοι κατέφυγαν στην Αίγινα και στη Σαλαμίνα όπου συγκρότησαν σώματα υπό τους Αν. Λέκκα και Δ. Σχινά, τα οποία επιχειρούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις κατά των Τούρκων. Σε μία από αυτές κινδύνεψε η ζωή του ίδιου του Βρυώνη.
Στις 28/9 ο Ομ. Βρυώνης αποχώρησε με τις μεγαλύτερες δυνάμεις του από την Αττική. Μαζί δε με το Μεχμέτ Κιοσέ εκμεταλλεύθηκαν την αποδυνάμωση των ελληνικών δυνάμεων και διέσχισαν τη Βοιωτία σχεδόν ανενόχλητοι, προκαλώντας αρκετές καταστροφές. Κατέλαβαν την Αταλάντη και την έκαψαν. Μετά μέσω Λαμίας επέστρεψαν στα Γιάννενα. Τη φρούρηση της Ακρόπολης ανέλαβαν οι ντόπιοι Τούρκοι με λίγους Αλβανούς. Οι αυτοεξόριστοι Αθηναίοι άρχισαν να επιστρέφουν, αποφασισμένοι να ελευθερώσουν την πόλη. Ζήτησαν βοήθεια από τον Υψηλ.. Την 1/11 Αθηναίοι αγωνιστές αποβιβάστηκαν στις ακτές της Αττικής. Καθ’ οδόν προς την Αθήνα ενισχύθηκαν περισσότερο. Στα περίχωρα της πόλης σημειώθηκαν μικροσυγκρούσεις με τους Τούρκους. Οι Τούρκοι της πόλης στις 3 προς 4/11 κλείστηκαν στην Ακρόπολη.
Την ίδια νύχτα 1000 ΄Ελληνες εισήλθαν στην πόλη και κατευθύνθηκαν στην Ακρόπολη. Οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο κι έκλεισαν την πύλη της Ακρόπολης. Από αρχές Σεπτ. αρχηγός της επανάστασης στην Αττική διορίστηκε ο Νικηταράς. Οι πρόσφυγες Αθηναίοι άρχισαν να συγκεντρώνονται στο στρατόπεδο του Νικηταρά με σκοπό να πολιορκήσουν και πάλι την Ακρόπολη. Ο Νικηταράς, όμως, στάλθηκε στο Ναύπλιο ως αρχηγός της πολιορκίας του.
Στις 13/11 οι Αθηναίοι πολιορκητές προχώρησαν στο παράτολμο εγχείρημα κατάληψης του οχυρώματος Σερπεντζέ στη νοτιοανατολική πλευρά της Ακρόπολης που φυλαγόταν προσεκτικά από Τουρκαλβανούς. Αναρριχήθηκαν με σκάλες στο τείχος και κατέλαβαν την πρώτη πύλη και τον «έσω τεκέ». Ο Σερπεντζές με τα τρία πηγάδια, πηγή ύδρευσης των Τούρκων, έπεσε. Στα τέλη Νοεμβρ. αρχηγός ορίστηκε ο Ηλ. Μαυρομιχάλης. Στις 3 και 5 Δεκ. οι επαναστάτες επιχείρησαν ανεπιτυχώς να πάρουν την Ακρόπολη. Στις 16/12 οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά των Ελλήνων που κατείχαν τις δύο πύλες. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή.
14. Η μάχη των Βασιλικών: Οι Ο. Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ ζήτησαν ενισχύσεις για ν’ αναπληρώσουν τις απώλειές τους προκειμένου να επιχειρήσουν τη λύση της πολιορκίας της Τρίπολης. Ο πασάς τούς έστειλε 8000 άντρες υπό τον Μπεϋράν πασά. Αυτή η στρατιά, αφού κατέστειλε την επανάσταση στη Μακεδονία, προχώρησε νότια κι έφθασε στη Λαμία. Μια άλλη στρατιά 4000 υπό τον πασά της Δράμας στρατοπέδευσε στο Δομοκό. Και οι δύο κατευθύνονταν στην Πελοπ.
Ο Δυοβουνιώτης πληροφορήθηκε την άφιξη στη Λαμία της τεράστιας αυτής δύναμης και στις 15/8 ειδοποίησε αμέσως τους οπλαρχηγούς της Ανατ. Στερεάς. Αμέσως έσπευσαν στο Μόδι οι Νάκος Πανουργιάς, Γιάννης Γκούρας, Κομνάς Τράκας, Παπανδρέας κ.ά. για ν’ ανακόψουν την πορεία των Τούρκων προς Πελοπ. Δυο ήταν τα δυνατά περάσματα των Τούρκων, της Φοντάνας (ανάμεσα στο Εργίνι και στο Μόδι, στενή, απόκρημνη και ανώμαλη διάβαση) και των Βασιλικών (χωριού ακατοίκητου της Φθιώτιδας, άσχετου με τα σημερινά Βασιλικά). Οι Γκούρας και Νάκος Πανουργιάς υποστήριξαν ότι οι Τούρκοι θα περνούσαν από τη Φοντάνα, ο Δυοβουνιώτης, όμως, υποστήριξε ότι οι Τούρκοι θ’ ακολουθούσαν το δρόμο των Βασιλικών. Επικράτησε η γνώμη του. Εκεί οχυρώθηκαν οι ΄Ελληνες.
Στις 22/8 ξεκίνησαν οι Τούρκοι από τη Λαμία. Στις 25/8 στάλθηκαν ανιχνευτικά τμήματα από 200 ιππείς στα Βασιλικά και 300 πεζούς στη Φοντάνα. Η πρώτη δύναμη έπεσε σε ενέδρα των Ελλήνων στα Βασιλικά και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν αφήνοντας 40 νεκρούς και πολλά πολεμικά άλογα. ΄Ιδια τύχη είχε και η άλλη ανιχνευτική δύναμη στη Φοντάνα όπου χτυπήθηκε από τον Παπανδρέα κι άφησε 25 νεκρούς.
Στις 26/8 ξεκίνησαν οι Τούρκοι του Μπεϋράν πασά από το στρατόπεδό τους στον Πλατανιά, παίρνοντας το δρόμο προς τα Βασιλικά. Πάνω από τα Βασιλικά, στη θέση Ανίβιτσα, υπήρχε ένα παράπλευρο πέρασμα, το οποίο οι ΄Ελληνες φρόντισαν να καλύψουν. Οι Τούρκοι πλησίασαν με θορυβώδη τρόπο κι εκκωφαντικούς πυροβολισμούς. Κινήθηκαν προς το πέρασμα της Ανίβιτσας, το οποίο φύλαγαν 400 ΄Ελληνες υπό τους Δυοβουνιώτη, Κοντοσόπουλο καί Καλύβα. Η έφοδος των Τούρκων ανακόπηκε. Στάλθηκαν μετά 4000 Τούρκοι για ν’ ανοίξουν το πέρασμα. ΄Εσπευσε σε βοήθεια και ο Γκούρας. Εντούτοις δεν άντεξε η ελληνική άμυνα και υποχώρησε στο διάσελο των Βασιλικών. Την αρχηγία των Ελλήνων ανέλαβε ο Γκούρας. Οχυρώθηκε σ’ ένα παλιό ερημοκλήσι. ΄Ολες οι τουρκικές δυνάμεις ενήργησαν γενική επίθεση κατά των Ελλήνων του Γκούρα που αμύνονταν σθεναρά. Στην πιο κρίσιμη στιγμή ακούστηκαν τουφεκισμοί πίσω από τις ελληνικές θέσεις. ΄Ερχονταν λιβαδίτικες ενισχύσεις υπό τους Μπούσγο, Τριανταφυλλίνα και Λάππα. Ο Γκούρας έγρουξε: «ήρθε, μωρέ, ο καπετάνιος....». Οι Τούρκοι νόμισαν πως ήρθε ο Ανδρούτσος και πανικοβλήθηκαν. Ο Γκούρας εκμεταλλεύτηκε την τουρκική σύγχυση και με κυκλωτική κίνηση βρέθηκε στα νώτα των Τούρκων. Μετά διέταξε γενική αντεπίθεση. Οι Τούρκοι περικυκλώθηκαν και αποδεκατίστηκαν. Τα χέρια του Γκούρα ρόζιασαν να σφάζουν Τούρκους. ΄Οσοι επέζησαν καταδιώχθηκαν ως το στρατόπεδό τους στον Πλατανιά. Οι Αγιοριανίτες έγδαραν ζωντανό τον Τουρκαλβανό μπουλούμπαση Φρασάρη.
Το τουρκικό στρατόπεδο στον Πλατανιά κυριεύτηκε και λεηλατήθηκε. Λάφυρα: 400 άμαξες γεμάτες τροφές και πολεμοφόδια, 8 κανόνια, άλογα, βουβάλια και αγελάδες. Απώλειες: Τούρκοι νεκροί 1000-1200, τραυματίες 1500, αιχμάλωτοι 220. ΄Ελληνες νεκροί 20-42, τραυματίες 35.
Ούτε οι δυνάμεις, όμως, του Μαχμούτ πασά κατάφεραν να περάσουν από τα στενά που φύλαγαν οι ΄Ελληνες. ΄Ετσι η πολιορκία της Τρίπολης δεν κινδύνεψε.
15. Καταστροφή του Γαλαξιδίου: Στις 11/9 ο μισός τουρκικός στόλος υπό τον Ισμαήλ Γιβραλτάρ και 2.500 στρατιώτες, αφού τροφοδότησε τα φρούρια του Ρίου, Αντιρρίου και Ναυπάκτου, έφθασε στο Αίγιο όπου αποβίβασε δυνάμεις. Μετά πέρασε απέναντι και βρέθηκε στ’ ανοιχτά του Γαλαξιδίου και στις 22/9 μπήκε στο λιμάνι απόπου άρχισε τον κανονιοβολισμό της πόλης. Οι Γαλαξιδιώτες άντεξαν όλη την ημέρα κι απέτρεψαν απόβαση των Τούρκων. Τη νύχτα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Οι άντρες του Πανουργιά (200) αποχώρησαν. Δημιουργήθηκε έτσι ρήγμα στην άμυνα της πόλης κι επικράτησε σύγχυση. Οι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη. Οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν την κατάσταση και στις 23/9 αποβίβασαν όλο το στράτευμα. Το Γαλαξίδι γνώρισε την καταστροφική μανία των Τούρκων. Ο σημαντικότατος γαλαξιδιώτικος στόλος άλλος καταστράφηκε κι άλλος περιήλθε στους Τούρκους.
Αν είχε ευδοκιμήσει το σχέδιο του Δημ. Μακρή για την εξαγορά του Τούρκου διοικητή των φρουρίων Ρίου και Αντιρρίου, θα είχε αποφευχθεί η καταστροφή του Γαλαξιδίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου