ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ
Οι Ε΄ και Δ΄ ελληνικοί αιώνες π.Χ. έμειναν στην παγκόσμια ιστορία των πολιτισμών ως «κλασικοί χρόνοι» και τα προϊόντα του ελληνικού πνεύματος αυτής της περιόδου ως «κλασικός πολιτισμός» ή –με μια ευρύτερη διάσταση– «αρχαίος ελληνικός πολιτισμός». Αυτοί οι όροι κλείνουν μέσα τους τόσο και τέτοιο πλούτο, τόσα και τέτοια δημιουργήματα του πνεύματος στις πιο ακραίες του εκφράσεις και πτήσεις, που είναι αδύνατο να περικλειστούν σε μια κατ’ ανάγκη συντετμημένη ιστορική αναφορά. Ούτε καν λογιστική καταγραφή της ποικιλίας και της πολλαπλότητας αυτού του συσσωρευμένου πνευματικού θησαυρού είναι δυνατή εδώ. Θα περιοριστούμε, κατ’ ανάγκη, στη συνέχεια στην παράθεση των πλέον αναγκαίων πληροφοριών γύρω από ορισμένες πτυχές αυτού του εκπάγλου ωραιότητας κι ανυπέρβλητης αξίας πολιτισμού.
Για την πορεία εξέλιξης της θεατρικής τέχνης πριν από τον Ε΄ αι. π.Χ. οι πληροφορίες είναι από ανύπαρκτες έως ελάχιστες. Ίσως τα πρώτα σπέρματά της να βρίσκονται στις διάφορες θρησκευτικές εορτές που είχαν λαϊκή απήχηση, κυρίως στην ύπαιθρο. Οπωσδήποτε, όμως, με τα Μεγάλα Διονύσια συνδέεται η εμφάνιση του δράματος. Πάντως στο 534 π.Χ. τοποθετείται η πρώτη επίσημη παράσταση δράματος και στο 472 π.X. έχουμε την εμφάνιση του πρώτου ακέραιου κειμένου δράματος. Οι θεατρικές μορφές που κυριάρχησαν στην αρχαιότητα ήταν η τραγωδία-δράμα και η κωμωδία - σάτιρα.
ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Βασική πηγή πληροφοριών για το θεατρικό αυτό είδος είναι η «Ποιητική» του Αριστοτέλη. Κατά τον Αριστοτέλη, λοιπόν, η τραγωδία: α) ξεκίνησε από το επίπεδο των αυτοσχεδιασμών· β) δημιουργήθηκε από τους «εξάρχοντες» του διθυράμβου· γ) πέρασε από μια εξελικτική διαδικασία ώσπου να διαμορφωθεί στο γνωστό μας άρτιο ποιητικό είδος· δ) με την εισαγωγή του διαλόγου απέκτησε το μετρικό της όργανο, και ε) ολοκληρώθηκε τεχνικά με την προσθήκη τρίτου προσώπου στο διάλογο.
Πρόδρομος της τραγωδίας υπήρξε το λυρικό ποιητικό είδος του διθυράμβου, με κύριο εκφραστή εν προκειμένω το Μηθύμνιο κιθαρωδό Αρίωνα (ΣΤ΄ αι.). Ο Αριστοτέλης συνδέει τη γένεση της τραγωδίας, έμμεσα, με τη λατρεία του Διονύσου, με την οποία συνδέεται και ο διθύραμβος. Η σύνδεση της τραγωδίας με το διονυσιακό διθύραμβο προκύπτει και από την πιθανότερη ετυμολόγηση των όρων τραγωδία και τραγικός: τράγος + ωδή. Και τούτο διότι η απαγγελία αυτών των ποιημάτων γινόταν από ένα χορό σατύρων που λέγονταν τράγοι, είτε διότι έφεραν τη μορφή τράγων είτε διότι χόρευαν για να πάρουν ως αμοιβή έναν τράγο.
Άρα στην αρχική της μορφή η τραγωδία ήταν μια σύνθεση καθαρά λυρική, που η ερμηνεία της, όμως, προϋπέθετε το χορό και τη μιμική. Η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτή τη μορφή και στην κλασική τραγωδία είναι πολύ μεγάλη. Το αποφασιστικό βήμα έγινε στην Αττική με πρωταγωνιστή το Θέσπι, ένα αμφίβολη ιστορικότητας πρόσωπο. Κατά τον Αριστοτέλη ο Θέσπις πρόσθεσε στους διονυσιακούς διθυράμβους «πρόλογο» και «ρήσι», στοιχεία πιο θεατρικά, που παρεμβάλλονταν ανάμεσα στα χορικά κομμάτια και κάνανε το ποίημα πιο αφηγηματικό, κατάλληλο για το μύθο της τραγωδίας. Η απώτερη προέλευση των χορικών είναι δωρική. Είναι αυτονόητο ότι οι αρχικές μορφές της τραγωδίας ήταν άτεχνες. Στους πρωτοπόρους αυτής της περιόδου αναφέρονται οι Χοιρίλος και Φρύνιχος. Από το «πάριο Μάρμαρο» (μια επιγραφή του 3ου π.Χ. αι.) πληροφορούμαστε ότι ο Θέσπις, το 535/34 π.Χ., στη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων νίκησε και πήρε ως έπαθλο έναν τράγο, εγκαινιάζοντας ίσως την επίσημη εισαγωγή της τραγωδίας στη γιορτή. Ο Φρύνιχος ήταν ένας καινοτόμος ποιητής. Μία από τις καινοτομίες του είναι η παρουσίαση γυναικείων προσώπων. Και μια άλλη πρωτοπορία του: σε δύο τουλάχιστο περιπτώσεις άντλησε τα θέματά του όχι από τη μυθολογία, αλλά από την άμεση ιστορική πραγματικότητα. Πρόκειται για τα έργα του «Μιλήτου άλωσις» και «Φοίνισσες» (προπομπός και πρότυπο για τους «Πέρσες» του Αισχύλου).
ΣΑΤΥΡΙΚΟ ΔΡΑΜΑ
Πρόκειται για δραματικό είδος συγγενικό με την τραγωδία. Διαφέρει δε από αυτήν λόγω της παρουσίας ενός χορού σατύρων, οι οποίοι δεν εκπροσωπούσαν μόνο το διονυσιακό στοιχείο, αλλά δημιουργούσαν με τη βωμολοχία, την αφέλεια και τον αχαλίνωτο ερωτισμό μια ατμόσφαιρα κεφιού. Έγινε έτσι το σατυρικό δράμα ο αντίποδας της τραγωδίας: απέναντι στην οδυνηρή εμπειρία αυτής αντιπαρέθετε μια καταπραϋντική κάθαρση. Γιαυτό και μετά την παράσταση τριών τραγωδιών παρουσιαζόταν και ένα σατυρικό δράμα. Εξάλλου, πέρα από τις άλλες συγγένειες, και τα δύο θεατρικά είδη αντλούσαν τα θέματά τους από την ίδια δεξαμενή, τη μυθολογία.
Το σατυρικό δράμα έχει ως κοιτίδα την Πελοπόννησο απόπου ήρθε ατελές στην Αττική, όπου και τελειοποιήθηκε με σημαντική επίδραση της τραγωδίας. Αυτή δε η μετακίνησή του οφείλεται –κατά πάσα πιθανότητα– στον ποιητή Προτίνα, ο οποίος συντέλεσε και στη διαμόρφωσή του και την εισαγωγή του στους δραματικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων.
ΚΩΜΩΔΙΑ
Είναι μεταγενέστερο της τραγωδίας θεατρικό είδος. Εντάχθηκε στις εκδηλώσεις των Μεγάλων Διονυσίων το 486 π.Χ. Το αρχαιότερο ακέραιο δείγμα του είδους είναι οι «Αχαρνής» του Αριστοφάνη (πρώτη παράσταση το 426 π.Χ.). Γιαυτό σ’ αυτόν ανάγεται ουσιαστικά η αρχή της ιστορίας της Κωμωδίας. Για την πριν περίοδο οι πληροφορίες είναι σχεδόν ανύπαρκτες.
Μπορεί η κωμωδία να δέχθηκε πολλές επιδράσεις από την τραγωδία, αλλά έχουν και σημαντικές διαφορές, όπως: α) η κωμωδία αντλούσε συνήθως τα θέματά της από την τρέχουσα πραγματικότητα, γιαυτό και λειτουργούσε αμεσότερα· β) ως προς τη μορφή, στη μεν τραγωδία παρατηρείται μια τάση για συνοχή, η κωμωδία χαρακτηρίζεται από μια χαλαρότητα στη διάρθρωση, μια τάση αυτοσχεδιασμού.
Στοιχεία της κλασικής κωμωδίας που τη συνδέουν με προγενέστερες περιόδους και προδραματικά στάδια: α) ο χορός, β) η αμφίεση των κωμικών ερμηνευτών μοιάζει μ’ εκείνη των χορευτών σε παραστάσεις αγγείων του ΣΤ’ αι., είτε ανθρώπων είτε θηριομορφικών, γ) ο «αγών» (κωμική αναμέτρηση δύο αντιπάλων) και η «επιρρηματική συζυγία» (ο συνδυασμός λυρικών και διαλογικών μέτρων).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου