ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

ΙΙ. ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΡΟΥΜΑΝ

1. Η πρόδρομη κατάσταση

   Στο εσωτερικό της χώρας η κατάσταση όλο και εκτραχυνόταν. Οι ΗΠΑ βρέθηκαν στο δίλημμα: ν’ αφήσουν την Ελλάδα να διολισθήσει στο κομουνιστικό στρατόπεδο ή να το αποτρέψουν; Ήξεραν ότι η Αθήνα μόνη της, χωρίς εξωτερική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, δε θα τα κατάφερνε. Η εξέλιξη των πραγμάτων (κυρίως η διαρκώς εντεινόμενη δράση των ανταρτών) υποχρέωσε τις ΗΠΑ το Σεπτ. του 1946 να επανεξετάσουν την πολιτική τους στην περιοχή και στην Εγγύς και Μέση Ανατολή γενικότερα, όπου παρουσιαζόταν διαρκώς αυξανόμενο σοβιετικό ενδιαφέρον. Το ανακοίνωσε στις 12/9 ο Αμερικανός υφυπ. Εξωτερικών Ουίλλιαμς Κλαίητον. Παράλληλα ο Μπερνς στο Παρίσι συμφώνησε με τη βρετανική κυβέρνηση, αυτή μεν να φροντίσει για την αποστολή όπλων και λοιπού στρατιωτικού εξοπλισμού, οι δε ΗΠΑ θα φρόντιζαν για την οικονομική της ενίσχυση.

     Η 25/9 ήταν ένας σταθμός-καμπή για τη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή. Τότε υποβλήθηκε το Υπόμνημα του Λόυ Χέντερσον, Δ/ντή του Γραφείου Υποθέσεων της Εγγύς Ανατολής και της Αφρικής του State Derartment. Σε αυτό επισήμαινε τους κινδύνους που υπέκρυπτε η αστάθεια στην Ελλάδα για ολόκληρη την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Ακόμη υπογράμμιζε τη μεγάλη στρατηγική σημασία που είχε η Ελλάδα για τις ΗΠΑ, ως ανάχωμα στις σοβιετικές βλέψεις κυριαρχίας στην Αν. Μεσόγειο. Ως εκ τούτου θα έπρεπε οι ΗΠΑ να είναι έτοιμες να υποκαταστήσουν τη Βρετανία αν αυτή βρεθεί σε αδυναμία να συνεχίσει και να καλύψει τις ανάγκες της Ελλάδας σε εξοπλισμούς κτλ.

      Μετά από αυτές τις εκτιμήσεις και εισηγήσεις του αρμόδιου παράγοντα οι διαθέσεις της αμερικανικής ηγεσίας προς την Ελλάδα και τα προβλήματά της μεταβλήθηκαν. Έτσι, στις αρχές Οκτ. ο Μπερνς δήλωσε στον Κ. Τσαλδάρη ότι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να στείλουν στην Ελλάδα οικονομική Αποστολή και ότι η κυβέρνησή του θα έκανε ό,τι μπορούσε για να της παράσχει οικονομική και άφθονη στρατιωτική βοήθεια. Ο Τσαλδάρης ζήτησε 50 εκ. δολ.

      Στα μέσα Οκτ. η οικονομικο-στρατιωτική κατάσταση στην Ελλάδα επιδεινώθηκε. Αυτό συνοδεύτηκε και με μετακινήσεις πληθυσμών προς Αθήνα και Θεσ/νίκη. Οι Αμερικανοί έστειλαν στην Αθήνα 8 αξιωματικούς. Δείγμα της αναβάθμισης του ενδιαφέροντός τους. Αυτό εκδηλώθηκε και αλλιώς. Στις 11/10 ο Αμερικανός πρεσβευτής Λίνκολν Μαc Βη επισκέφθηκε το βασιλιά και του συνέστησε να αναλάβει πρωτοβουλίες σχηματισμού κυβέρνησης ευρείας κοινοβουλευτικής αποδοχής, η οποία θα ήταν ανεκτικότερη προς όλες τις πολιτικές εκφράσεις, θα ελευθέρωνε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους κτλ., εκτιμώντας ότι έτσι η δύναμη των ανταρτών θα μειωνόταν κατά 70%. Δήλωσε δε ότι προϋπόθεση για να εγγυηθούν οι ΗΠΑ την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ήταν ότι θα έπρεπε η κυβέρνηση ν’ αποκηρύξει την επιθετική της πολιτική.

       Ως επισφράγιση όλων αυτών ήρθε το μήνυμα του Προέδρου Τρούμαν προς το Γεώργιο, στο οποίο δηλωνόταν ότι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να χορηγήσουν στην Ελλάδα ουσιαστική βοήθεια για ν’ αντιμετωπίσει την εσωτερική της κατάσταση. Ταυτόχρονα πρότρεπε την ελληνική κυβέρνηση να προσπαθήσει να δώσει δείγματα δημοκρατικότητας, ώστε να πείσει τον αμερικανικό λαό ότι α) δεν εκπροσωπούσε μια ολιγαρχία αντιδραστικών και β) όλος ο ελληνικός λαός, πλην των κομουνιστών, ήταν ενωμένος.

     Η προσπάθεια συμμόρφωσης στις αμερικανικές υποδείξεις δεν άργησε. Στις 31/10 κινήθηκαν οι διαδικασίες σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού. Οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης Γ. Παπανδρέου, Παν. Κανελλόπουλος και Θεμ. Σοφούλης δέχτηκαν να τεθούν υπό τον Κ. Τσαλδάρη, αρκεί να παίρνανε τα βασικά Υπουργεία. Το Λαϊκό Κόμμα απέρριψε την πρόταση. Οι Αμερικανοί ενοχλήθηκαν. Αυτό, όμως, δεν προκάλεσε και το τέλος του ενδιαφέροντός τους για την τύχη της Ελλάδας.

      Οι προσπάθειες της ελλην. κυβέρνησης για εξασφάλιση αμερικανικής οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας συνεχίστηκαν και κατά το Νοέμ. Στις 29/11 ο πρωθυπουργός απηύθυνε αγωνιώδες αίτημα για παροχή βοήθειας, ώστε να μπορέσει ν’ αυξήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις κατά 80.000 άντρες.

      Καθώς οι ενωμένες πλέον, από τα τέλη Οκτ., αντάρτικες δυνάμεις ενέτειναν τη δράση τους, ο Στρατός αδυνατούσε ν’ αντιδράσει αποτελεσματικά, οι κάτοικοι των χωριών αναζητούσαν ασφάλεια στις μεγάλες πόλεις και προπάντων οι αντάρτες όχι μόνο δέχονταν εφόδια από τις Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και Αλβανία, αλλά κατέφευγαν σε αυτές καταδιωκόμενοι, η παροχή βοήθειας αποτελούσε όρο επιβίωσης για την Ελλάδα. Οι Αμερικανοί, όμως, είχαν και άλλες αναστολές: φοβούνταν ότι η ανάμιξη των γειτονικών χωρών θα μπορούσε να οδηγήσει σε διεθνοποίηση του ελλην. προβλήματος. Για να τους καθησυχάσει, η ΚΕ του ΚΚΕ στις 26/11 απέρριψε την κατηγορία και τους φόβους ότι η Ελλάδα απειλείται από τις γειτονικές της χώρες.

      Υπήρχε, όμως, κάτι πολύ συγκεκριμένο που δεν επέτρεπε στους Αμερικανούς να το αγνοήσουν: η διαρκώς εντεινόμενη δράση των ανταρτών. Το επισήμανε με έμφαση στην κυβέρνησή του ο πρεσβευτής Μακ Βη: η ΕΣΣΔ επιδιώκει τον πλήρη έλεγχο της Ελλάδας, έχουσα ως συνεργούς τους τρεις βόρειους γείτονές της. Μεθοδεύεται η προσάρτηση της Δ. Θράκης στη Βουλγαρία και της Μακεδονίας στη Γιουγκοσλαβία. Αν αυτά συμβαίνουν, κινδυνεύει η ασφάλεια ολόκληρης της Μ. Ανατολής. Τους αμερικανικούς αυτούς φόβους επικύρωνε στις 26/8 η γιουγκοσλαβική εφημερίδα Μπόρμπα: «Οι Έλληνες ιμπεριαλιστές δεν έχουν κανένα δικαίωμα να κρατούν περισσότερο κάτω από το ζυγό τους τους Μακεδόνες, ….». Και δεν ήταν η μόνη επισημοποίηση των γιουγκοσλαβικών επιβουλών κατά ελληνικών περιοχών.

     Αντίθετα με τις εχθρικές διαθέσεις των κομουνιστών γειτόνων της, η Ελλάδα ακολουθούσε φιλειρηνική πολιτική προς τους γείτονές της. Μόνιμη πηγή ελληνικής ανησυχίας αποτελούσαν η συγκέντρωση εχθρικών στρατευμάτων στα σύνορά της και η εκτεταμένη δράση πρακτόρων του ΝΟΦ, σε συνεργασία μάλιστα με το ΚΚΕ. Η ελληνική πλευρά κατήγγειλε τη δράση της Γιουγκοσλαβίας ακόμη και εντός της Ελλάδας. Η Βουλγαρία δεν είχε ακόμη αναμιχθεί ενεργά. Το έπραξε μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Το Νοέμ. 1946 οι Αμερικανοί πρόβλεπαν ότι την άνοιξη του 1947 η Ελλάδα θα έχανε τον έλεγχο της Μακεδονίας. Αυτό θα σήμαινε την απομόνωση της Δ. Θράκης. Κάτι τέτοιο θα εξέθετε σε κίνδυνο και την ασφάλεια των Στενών.

      Η Ελλάδα, συνεπώς, το Νοέμ. 1946 αντιμετώπιζε διπλό κίνδυνο, εσωτερικό κι εξωτερικό. Τον δεύτερο επέλεξε να τον εξουδετερώσει προσφεύγοντας στο Συμ. Ασφαλείας (στις 3/12). Για τον πρώτο επικαλέστηκε τη γενναία αμερικανική βοήθεια. Την ελληνική προσφυγή στο Σ. Ασφαλείας υποστήριξε στις 12/12 ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Στις 13/12 οι τρεις κατηγορούμενες χώρες αρνήθηκαν τη βασιμότητα των ελληνικών κατηγοριών. Το ίδιο και η ΕΣΣΔ. Οι ΗΠΑ ζήτησαν και πάλι τη διερεύνηση των ελλην. καταγγελιών από τον ΟΗΕ. Και η ΕΣΣΔ συμφώνησε στη σύσταση σχετικής Επιτροπής από το Σ. Ασφαλείας (19/12/46), πράγμα που είχε αρνηθεί μόλις πριν 3 μήνες. Η ΕΣΣΔ ήταν καλά ενημερωμένη για την αναβάθμιση του αμερικανικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα.

     Κι ενώ το Σ. Ασφαλείας συζητούσε (το Δεκ.) το ελληνικό ζήτημα, ο Κων. Τσαλδάρης προσπαθούσε ν’ αποσπάσει από την αμερικανική κυβέρνηση οικ. βοήθεια. Στις αρχές δε Δεκ. σε συνάντησή του με τον Μπερνς ανακοίνωσε ότι οι Βρετανοί τον πληροφόρησαν ότι σύντομα θα εγκαταλείψουν την Ελλάδα. Αυτό καθιστούσε αναγκαιότερη την αμερικανική βοήθεια. Ο Μπερνς την υποσχέθηκε.

       Στις 1-4/12 επισκέφθηκε την Αθήνα ο Βρετανός στρατάρχης Μπέρναντ Μοντγκόμερυ. Σε υψηλού επιπέδου σύσκεψη υποστήριξε ότι ο Εθνικός Στρατός θα ‘πρεπε ν’ ασχοληθεί μόνο με τους αντάρτες. Αρνήθηκε στρατιωτική βοήθεια. Μετά από αυτό, το βάρος/ευθύνη ανέλαβαν σταδιακά οι ΗΠΑ. Στις 11/12 ανακοινώθηκε ότι αμερικανική οικονομιική Αποστολή υπό τον Πωλ Πόρτερ θα μετέβαινε στην Ελλάδα.

      Ο Τσαλδάρης συνέχιζε τις επαφές του και στην Ουάσιγκτον με Τρούμαν, Μπερνς κ.ά., πιέζοντας για οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Στην προσπάθειά του παρενέβη από την Αθήνα και ο πρεσβευτής Μακ Βη, συνηγορώντας ένθερμα για τη βοήθεια. Ο Μπερνς συμφώνησε και ζήτησε από τον πρεσβευτή του κατάλογο των αναγκών. Εκείνο που ενοχλούσε τους Αμερικανούς ήταν η αοριστολογία και η ελλιπής προετοιμασία του Τσαλδάρη.

      Κι ενώ στην Αμερική δρομολογούνταν οι οριστικές τους αποφάσεις, στην Ελλάδα σημειώνονταν πολιτικές εξελίξεις. Στα μέσα Ιαν. 1947 ήρθε στην Αθήνα η αποστολή Πόρτερ. Ακολούθησε η παραίτηση του Κ. Τσαλδάρη. Στις 24/1 ορκίστηκε νέα κυβέρνηση υπό το Δημ. Μάξιμο. Την αποτέλεσαν οι: Κ. Τσαλδάρης (αντιπρόεδρος και Εξωτερικών), Σοφ. Βενιζέλος (αντιπρόεδρος και Άνευ Χαρτοφυλακίου), Γεώργιο Παπανδρέου (Εσωτερικών), Α. Αλεξανδρής (Δικαιοσύνης), Γεώρ. Στράτος (Στρατιωτικών), Παν. Κανελλόπουλος (Ναυτικών), Δημ. Χέλμης (Οικονομικών), Στέφ. Στεφανόπουλος (Συντονισμού) και Κων. Καραμανλής (Εργασίας). Η κυβερνητική αλλαγή συνοδεύτηκε και από αλλαγές στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεω.

      Στις 10/2/47 υπογράφηκε στο Παρίσι η Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία με ταυτόχρονη παραχώρηση στην Ελλάδα της Δωδεκανήσου. Στη Σύμβαση παραχώρησης κατονομάζονταν –με ελληνική επιμονή- μόνο τα 14 μεγαλύτερα νησιά, μολονότι ολόκληρη η ελεγχόμενη ως το 1940 από τους Ιταλούς περιοχή ήταν σαφές ότι παραχωρούνταν στην Ελλάδα. Επίσης καθοριζόταν, με σοβιετική αξίωση, η παραμονή τους ως αποστρατιωτικοποιημένων. Η επίσημη παράδοση των νησιών έγινε στις 31/3, σε πανηγυρική τελετή, στη Ρόδο από τους Βρετανούς στον πρώτο Έλληνα Διοικητή τους αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη κ.ά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου