ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


ΕΤΟΣ ΠΡΩΤΟ 

ΤΑ ΠΡΟΔΡΟΜΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

      Οι μήνες Νοέμβριος 1820 - Μάρτιος 1821 στάθηκαν πολύ κρίσιμοι για την τύχη της Ελληνικής Επανάστασης με όσα συνέβησαν κατ’ αυτούς.

       1. ΄Οπως είδαμε (σελ. .....), ο Αλή πασάς το 1803 κατάφερε να διώξει τους Σουλιώτες από τον τόπο τους. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στη Ρωσο-Γαλλο-Αγγλοκρατούμενη (κατά διαδοχή) Κέρκυρα, στους στρατούς των οποίων υπηρέτησαν. Πάντα όμως περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Αυτή ήρθε το Μάη του 1820, όταν ο Αλή πασάς ήρθε σε ρήξη με το σουλτάνο και ο τελευταίος του κήρυξε τον πόλεμο.

     Ο παμπόνηρος Αλή μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για ν’ αποτρέψει τη μεγάλη απειλή. Αρχικά προσπάθησε να πουλήσει εκδούλευση στο σουλτάνο, αλλά δεν έγινε πιστευτός. Μετά ζήτησε τη βοήθεια των ΄Αγγλων αλλ’ αυτοί δήλωσαν ότι δεν ήθελαν να αναμιχθούν στα εσωτερικά της Τουρκίας. Τέλος, προσπάθησε να δελεάσει τους ΄Ελληνες οπλαρχηγούς και με χρήματα και υποσχέσεις τούς έπεισε ν’ αγωνιστούν στο πλευρό του. Χρησιμοποίησε μάλιστα τον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, διερμηνέα του Γενικού Προξενείου της Θεσ/νίκης, ως μεσολαβητή για προσέγγιση με τους Ρώσους. Αυτός στην πραγματικότητα ενεργούσε προς όφελος της ελληνικής υπόθεσης.

    Ο σουλτάνος από την πλευρά του έκαμε κίνηση προσεταιρισμού των Σουλιωτών. Σε όσους θα τον βοηθούσαν, υποσχέθηκε επιστροφή των περιουσιών τους κι επανεγκατάσταση στα χωριά τους. Στα Σύβοτα ήρθαν σ’ επαφή με τον Τούρκο ναύαρχο Αλή βεγή, στον οποίο δήλωσαν ότι δέχονται να υπηρετήσουν το σουλτάνο κατά του Αλή αν τηρήσει τις υποσχέσεις του. ΄Οταν πήραν θετική διαβεβαίωση, ο Αλή βεγή με τη βοήθεια 300 Σουλιωτών ανάγκασε τον Αλβανό διοικητή της Πρέβεζας Βελή πασά να παραδώσει την πόλη. Οι 300 Σουλιώτες μετά κατευθύνθηκαν στο σουλτανικό στρατόπεδο στα Γιάννενα και ζήτησαν από τον Αλβανό διοικητή του τουρκικού στρατού Ισμαήλ Πασόμπεη την εκπλήρωση των υποσχέσεων. Αυτός αρνήθηκε και μεθόδευε την εξόντωσή τους.

       Αυτή η εξαπάτηση τους έστρεψε προς τον Αλή πασά με τη μεσολάβηση των Μάρκου Μπότσαρη και Αλεξ. Νούτσου. Οι όροι που έθεταν οι Σουλιώτες ήταν: α) να τους επιστραφεί το Σούλι με τα γύρω 60 χωριά· β) να τους δοθεί το οχυρό της Κιάφας· γ) να τους δοθεί οικονομική ενίσχυση από 200.000 γρόσια, και δ) ως εγγύηση να τους δοθεί ως όμηρος ένας εγγονός του Αλή πασά. Αυτοί θα δίνανε 6 Σουλιώτες.

   ΄Εχοντας οι Σουλιώτες τον εγγονό του πασά, Χουσεΐν, ξεκίνησαν στις 6/12/1820 για το Σούλι. Καθ’ οδόν κατέλαβαν το φρούριο του χωριού Βαριάδες. ΄Οταν έφθασαν στο Σούλι οι Τουρκαλβανοί Λιάπηδες αρνήθηκαν να τους παραδώσουν τις περιουσίες τους. Οι Σουλιώτες ανέλαβαν δράση εναντίον τους και στις 12/12 νίκησαν τους Αλβανούς Τσάμηδες και υποχρέωσαν τους Λιάπηδες να παραδώσουν τις σουλιώτικες περιουσίες. Το Σούλι ήταν και πάλι ελεύθερο.

      2. Mε εντολή του σουλτάνου ο Ισμαήλ πασάς έστειλε κατά των Σουλιωτών 7000 στρατό και διέταξε επίθεση κατά των φρουρών της Πρέβεζας, της ΄Αρτας κ.ά. Παράλληλα ανάγκασε τον πατριάρχη να εκδώσει δύο αφορισμούς (24/12/1820 και 4/1/1821) κατά των Σουλιωτών. Οι τελευταίοι ανέλαβαν επιτυχείς πολεμικές επιχειρήσεις στη γύρω περιοχή.

     Ο Αλή πασάς ενθαρρύνθηκε από τις επιτυχίες των Σουλιωτών. Τον πλησίασαν οι μπέηδες της περιοχής που ήταν δυσαρεστημένοι από τον Ισμαήλ πασά και συμφώνησαν να επιτεθούν από κοινού κατά του σουλτανικού στρατού. Ο Αλή ζήτησε και τη βοήθεια των Σουλιωτών. Αυτοί του δήλωσαν ότι θα τον βοηθούσαν -έμμεση άρνηση- αν ανέβαλλε για λίγο την επιχείρηση. Στο μεταξύ και οι μπέηδες (Γιουσούφ, Βρυώνης κ.ά.) τα βρήκαν με τον Ισμαήλ χωρίς να το γνωρίζει ο Αλή. ΄Ετσι, στις 14/1/21 κινήθηκε μόνος του. Οι δύο στρατοί αναμετρήθηκαν μέσα στα Γιάννενα, με τελική έκβαση την ήττα του Αλή.

      Ο ηττημένος Αλή είδε έκπληκτος την επομένη να έρχονται στο στρατόπεδό του 1500 Αλβανοί που αποστάτησαν από τον τουρκικό στρατό. Ο Αλή τους έστειλε να συνεργαστούν με τους Σουλιώτες. Μεταξύ Σουλιωτών και Αλβανών υπογράφηκε στις 15/1 συνθήκη συνεργασίας που κράτησε για όλο το 1821. Τότε (ή λίγο αργότερα) ο Αλή παραχώρησε στους Σουλιώτες και το οχυρό της Κιάφας.

      3. Κατά του Αλή ο σουλτάνος έστειλε το Χουρσίτ πασά. Στον τουρκικό στρατό προσχώρησαν και Αλβανοί σύμμαχοι του Αλή. Ο τελευταίος βρέθηκε σε δυσχερή θέση. Η πρωτοβουλία περιήλθε στον τουρκικό στρατό. ΄Ετσι και η θέση των Σουλιωτών επιδεινώθηκε. Την κατάσταση έσωσε η έκρηξη της επανάστασης του Υψηλ. στη Μολδαβία, την οποία ανήγγειλε στους Σουλιώτες ο Χριστόφορος Περραιβός. Αυτός, με τη βοήθεια και του Φιλικού Αλεξάνδρου Νούτσου, ανέπτυξε έντονη διπλωματική δραστηριότητα κι έπεισε τον Αλή ότι τελικά αυτός θα ήταν ο κερδισμένος. Ο Αλή, όντας σε αδιέξοδο, στηρίχθηκε στους Σουλιώτες. Ενέκρινε μάλιστα τον επαναπατρισμό και των υπόλοιπων Σουλιωτών από την Κέρκυρα. Οι Σουλιώτες παρέμειναν σκόπιμα ένα προσωρινά αδρανές κεφάλαιο για την Επανάσταση.

     4. Το Νοέμβ. του 1820 έφθασε στην Τριπολιτσά ως νέος στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου ο ικανότατος Μεχμέτ Χουρσίτ. Η άφιξή του ανησύχησε τους Φιλικούς και τον ίδιο τον Αλέξ. Υψηλάντη. ΄Οταν έφθασε, απέστειλε καθησυχαστικά μηνύματα στο σουλτάνο. Στις 5 ή 6/1/1821, μετά από σουλτανική διαταγή, αναχώρησε για τα Γιάννενα κατά του Αλή, αφού ενίσχυσε τη φρουρά της Τριπολιτσάς με 1000 Αλβανούς. Η αναχώρησή του διευκόλυνε την έναρξη της Επανάστασης.

      5. Το Δεκ. του 1820 έφθασε στην Πελοπόννησο ο αρχιμ. Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας) ως έξαρχος του Πατριαρχείου μεν, πρόδρομος όμως του Υψηλ. στην πραγματικότητα. Γεννήθηκε το 1788 στην Πολιανή του Λεονταρίου. Φοίτησε στη Σχολή της Δημητσάνας. Εκάρη μοναχός. Λόγω του ατίθασου χαρακτήρα του συγκρούστηκε με τους Τούρκους και τους κοτσαμπάσηδες. Γιαυτό κατέφυγε στη Ζάκυνθο όπου γνώρισε τον Κολοκοτρώνη. Από εκεί πήγε στην Κων/πολη όπου συνδέθηκε με τον Αναγνωσταρά, μπήκε στη Φιλ. Εταιρεία και έγινε αρχιμανδρίτης. Τον συναντήσαμε ήδη κοντά στον Υψηλ. στη σύσκεψη του Ισμαηλίου. Πήρε εντολή να κατέβει στην Πελοπόννησο. Καθ’ οδόν πέρασε από την Κων/πολη και κατέληξε στο Αϊβαλί. Από εκεί φόρτωσε ένα πλοίο με μπαρούτι, μολύβι και άλλα πολεμοφόδια με προορισμό τη Μάνη. ΄Ενα άλλο πλοίο με πολεμοφόδια στάλθηκε από τη Σμύρνη στη Μάνη. Ο ίδιος έφθασε στην ΄Υδρα. Εκεί συνάντησε τους Φιλικούς Αντ. Οικονόμου, Γκίκα και Δημ. Κυριαζή. Αυτοί μεν ενθουσιάστηκαν με το επαναστατικό του κήρυγμα, οι προύχοντες όμως ήταν πολύ διστακτικοί. Αναγκάστηκε έτσι ο Παπαφλέσσας να πάει στις Σπέτσες. Αλλά και κει υπήρχε διχασμός-φατριασμός ανάμεσα σε συντηρητικούς/ αντιδραστικούς και θειασώτες της εξέγερσης. Στις Σπέτσες έφθασε τότε ως απεσταλμένος των προεστών της Πελοποννήσου ο Αρβάλης για ν’ ακούσει τον Παπαφλ. και να τους αναφέρει σχετικά, επειδή τον θεωρούσαν άνθρωπο επιπόλαιο κι επικίνδυνο. Ο Αρβάλης επέστρεψε ενθουσιώδης οπαδός του Παπαφλ. Ο τελευταίος πληροφορήθηκε τις διαθέσεις τους και, συνοδευόμενος από τους ενόπλους συντρόφους του, έφθασε στο ΄Αργος, εγκαταστάθηκε στην Αρχιεπισκοπή και στις 24/12/1820 έστειλε επιστολές στους προκρίτους, προτρέποντάς τους να προετοιμάζονται για την Επανάσταση. Εκείνοι του ζήτησαν ν’ ανταμώσουν στη Βοστίτσα (σημ. Αίγιο).

       6. Καθοριστικής σημασίας για την έναρξη της Επανάστασης ήταν επίσης η άφιξη στην Καρδαμύλη της Μάνης στις 6/1/1821 του Θεοδ. Κολοκοτρώνη. Αμέσως άρχισε με κάθε προφύλαξη τις επαφές του με τους καπεταναίους και τους προκρίτους, ανταλλάσσοντας μαζί τους σκέψεις κι ενημερώνοντάς τους  για την προσδιορισμένη για τις 25/3, ημέρα του Ευαγγελισμού, έναρξη της Επανάστασης. Οι Τούρκοι ζήτησαν από το διοικητή της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να τον συλλάβει. Αυτός δεν το έπραξε και ταυτόχρονα καθησύχασε τους Τούρκους. Αυτοί όμως δεν πείστηκαν.

      7. Όπως είδαμε, το φθινόπωρο του 1820 στάλθηκε από τον Υψηλ. στην Πελοπόννησο ο Ιωάνν. Παπαρρηγόπουλος με επιστολές της Αρχής για τη συγκρότηση της Εφορείας των Φιλικών της Πελοπ. Στην Εφορεία διορίζονταν οι Παλαιών Πατρών Γερμανός, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός. Δημάκης Ζαΐμης, Σωτ. Χαραλάμπης και Θεοχαράκης Ρέντης. Ταμίες οι Ιω. Παπαρρηγόπουλος και Παναγ. Αρβάλης. Στα τέλη Ιαν. του 1821 έγινε ευρυτάτη συνέλευση στη Μονή Ταξιαρχών (αντί του Μεγ. Σπηλαίου) ή στο σπίτι του Ανδρέα Λόντου στο Αίγιο. Σκοπός της σύσκεψης ήταν να πληροφορηθούν οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι τους σκοπούς της άφιξης του απεσταλμένου της Αρχής. Στη σύσκεψη που κράτησε 4 μέρες έλαβαν μέρος, εκτός από τα μέλη της Εφορείας, και οι προεστοί Ανδρ. Ζαΐμης, Ασημάκης Φωτήλας, Πανάγος Δεληγιάννης, Ανδρέας Λόντος κ.ά., καθώς και οι ιερωμένοι Κερνίκης Προκόπιος και ο Πρωτοσύγκελλος Αμβρόσιος Φρατζής. Στη σύσκεψη κυριάρχησε η μορφή και η ορμητικότητα του Παπαφλέσσα, παρά τις επιφυλάξεις που υπήρχαν στο πρόσωπό του. Με τις απόψεις του συντάχθηκαν μόνο οι Ανδρέας Λόντος, Δημ. Μελετόπουλος και Λέων Μεσσηνέζης.

      Κατά τη σύσκεψη αποφασίστηκε: α) να αναβληθεί η έναρξη της Επανάστασης, β) να τηρηθεί απόλυτη μυστικότητα για όσα συζητήθηκαν, γ) ν’ αρχίσουν προετοιμασίες στις διάφορες επαρχίες, δ) να σταλούν αντιπροσωπίες στον πρώην μητροπολίτη ΄Αρτας Ιγνάτιο, στην Πίζα, και στον Καποδίστρια για να μάθουν τις πραγματικές προθέσεις των Ρώσων, ε) ο ξεσηκωμός να είναι γενικός και όχι μόνο στην Πελοπόννησο, στ) να μην πάνε στην Τριπολιτσά αν τους καλέσουν οι Τούρκοι, και ζ) η Επανάσταση ν’ αρχίσει στις 25 Ναρτίου ή στις 23 Απριλ. ή στις 21 Μαΐου.

       8. Σημαντική ήταν και μια σύσκεψη που έγινε στη Λευκάδα τέλη Ιαν./αρχές Φεβρ. 1821 κι αφορούσε την επανάσταση της Στερεάς Ελλάδας. Σε αυτή έλαβαν μέρος οι Οδ. Ανδρούτσος, Γ. Βαρνακιώτης, Γ. Τσόγκας, Γ. Καραϊσκάκης, Δ. Μακρής, Ν. Στουρνάρης, Δ. Κοντογιάννης, Δ. Κίτσος, Κατσικογιάννης, Πανουργιάς, Ηλ. Μαυρομιχάλης (απεσταλμένος των Πελοποννησίων) και ο Γιακουμάτος Τομπάζης, Υδραίος (απεσταλμένος των νησιωτών). Αποφασίστηκε: α) η έναρξη της Επανάστασης στις 25/3, β) ν’ αρχίσουν οι κατάλληλες προετοιμασίες, γ) ορίστηκε η Λευκάδα ως τόπος προμήθειας και συγκέντρωσης πολεμοφοδίων και δ) ανατέθηκε η εξέγερση της Ανατ. Στερεάς στους Οδ. Ανδρούτσο και Πανουργιά και της Δυτικής στους Βαρνακιώτη και Τσόγκα.

    9. Μετά το Αίγιο ο Παπαφλέσσας ανέπτυξε χειμαρρώδη δράση. Στο λαό εύρισκε τεράστια απήχηση, αλλ’ οι προεστοί κτλ. ήταν συνήθως από επιφυλακτικοί ως εχθρικοί απέναντί του.

      10. Όλες αυτές οι κινήσεις και δραστηριότητες, αλλά και η παρουσία τόσων Φιλικών ήταν αδύνατο να μη κινήσουν τις υποψίες των Τούρκων. ΄Εφθασαν, όμως, σε αυτούς και σχετικές πληροφορίες, όχι μόνο από το μισέλληνα ΄Αγγλο πρόξενο των Πατρών Γκρην, αλλά και από κάποιους ΄Ελληνες (π.χ. από τον κοτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, τον παππα-Παντελή), ελάχιστους ευτυχώς.

       11. Στις αρχές Μαρτίου 1821 ο καϊμακάμης της Τριπολιτσάς απέστειλε σε όλους τους αρχιερείς και τους προκρίτους της Πελοπ. προσκλήσεις για σύσκεψη. Σκοπός του να τους κρατήσει ομήρους σαν εγγύηση ότι θα επικρατήσει ησυχία στις περιφέρειές τους. Ο Παππαλέξης συνάντησε πρωτύτερα τον καϊμακάμη και προσπάθησε να τον καθησυχάσει και να κερδίσει χρόνο. Πρότρεψε μάλιστα μερικούς από τους προσκεκλημένους ν’ ανταποκριθούν στην πρόσκληση σαν δείγμα ότι «δεν τρέχει τίποτε». Ανταποκρίθηκαν αρχικά ο Δεληγγιάννης και ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός. Σταδιακά, όμως, προσήλθαν και όλοι οι αρχιερείς της Πελοπονν., καθώς και οι περισσότεροι πρόκριτοι. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης δήλωσε ασθένεια, αλλ’ έστειλε το γιο του. Η ανταπόκριση στην πρόσκληση αποδείχθηκε σωτήρια για την Επανάσταση.

     12. ΄Οσοι από τους συνέδρους του Αιγίου εφάρμοσαν την απόφαση και δεν ανταποκρίθηκαν στις προσκλήσεις του καϊμακάμη, καθώς και μερικοί άλλοι (π.χ. οι επίσκοποι Μεθώνης, ΄Ελους και Βρεσθένης, οι πρόκριτοι Γ. Σισίνης, Π. Κρεββατάς και Α. Κονδάκης) συγκεντρώθηκαν στα Καλάβρυτα για να συμφωνήσουν πώς θα δικαιολογήσουν την άρνησή τους. Η σχετική σύσκεψη έγινε τελικά στην Αγ. Λαύρα στις 10 ή 13/3. ΄Εγιναν έντονες συζητήσεις για την άμεση έναρξη ή για την ολιγοήμερη αναβολή της Επανάστασης. Το τι τελικά αποφασίστηκε στασιάζεται. Πάντως αποφασίστηκε: α) απεσταλμένος τους να πάει στο σουλτάνο και να τον διαβεβαιώσει ότι καμιά κίνηση δεν παρατηρείται στην Πελοπ. Δεν πήγαν στη σύσκεψη της Τριπολιτσάς από φόβο μην πέσουν θύματα ψευδών καταγγελιών σε βάρος τους· β) να πάνε στους τόπους τους και με άκρα μυστικότητα να προβούν σε στρατολόγηση αντρών κτλ. και να είναι έτοιμοι για την εξέγερση.

     Μετά τη σύσκεψη της Αγ. Λαύρας: α) οι Δεληγιανναίοι και Μαυρομιχαλαίοι πήγαν στα Λαγκάδια για να πάρουν την τελική απόφαση, β) οι Παλαιών Πατρών Γερμανός, Κερνίκης Προκόπιος και ο Ανδρ. Ζαΐμης πήγαν στα Νεζερά, γ) οι Ασημάκης Ζαΐμης και Ασημάκης Φωτήλας στην Κερπινή, δ) οι Σωτήρης Χαραλάμπης και Σωτ. Θεοχαρόπουλος στη Ζαρούχλα, ε) ο Παναγ. Φωτήλας στο Λιβαρτζί, και στ) ο Ανδρ. Λόντος στο Διακοφτό. Με κέντρα τα χωριά αυτά θα ανέπτυσσαν την επαναστατική τους δράση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου