Γ΄ ΔΙΚΑΙΟ
Ο χώρος του Δικαίου κατά την υπόψη περίοδο δεν έχει να επιδείξει εξαιρετικές επιδόσεις, όσον αφορά τουλάχιστον την παραγωγή πρωτοποριακών νομοθετικών πρωτοβουλιών. Θα λέγαμε ότι χαρακτηρίζεται προπάντων από την εμφάνιση σημαντικών νομικών συλλογών, όπως η «Παρεκβολή», ο «Τιπούκειτος», η «Εξάβιβλος», το «Ηυξημένον Πρόχειρον», ο «Νομοκάνων ιδ΄ τίτλων» κ.ά.
1. Παρεκβολή: Συντάχθηκε περί το 1142 ή 1155. Είναι άγνωστος ο συντάκτης της. Χωρίζεται σε 10 βιβλία που αντιστοιχούν στα 10 πρώτα βιβλία των «Βασιλικών». Παραθέτει και σχολιάζει χωρία των «Βασιλικών».
2. Τιπούκειτος (= τι πού κείται): Εμφανίστηκε στο τέλος τοῦ ΙΑ΄ αι. ή στις αρχές του ΙΒ΄. Συντάκτης του ο δικαστής Πατζής. Χωρίζεται σε 60 βιβλία και αποτελεί ένα πλήρες Ευρετήριο όλων των τίτλων των «Βασιλικών» με πολλά σχόλια. Από πλευράς ύλης στο «Τιπούκειτος» δεν περιλήφθηκαν όλες οι διατάξεις των «Βασιλικών».
3. Βασιλικά: Στα μέσα του ΙΒ΄ αι. με αφορμή μια δικαστική απόφαση που επικύρωνε τη Νεαρά 123 τέθηκε το πρόβλημα κατά πόσο εξακολουθούσαν να ισχύουν οι διατάξεις του Corpus Juris Civilis του Ιουστινιανού. Τελικά ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός και η Σύγκλητος αποφάνθηκαν ότι η Νεαρά 123 δεν ίσχυε πλέον αφού οι διατάξεις της δεν είχαν περιληφθεί στα «Βασιλικά». Αυτό σήμαινε και την κατάργηση της Ιουστινιάνειας νομοθεσίας και υποκατάστασή της από τα «Βασιλικά». Ταυτόχρονα ο αυτοκράτορας ανέθεσε στον κορυφαίο νομομαθή και ειδικό επί του εκκλησιαστικού δικαίου Θεόδωρο Βαλσαμόνα να: α) ερευνήσει τους κανόνες της Εκκλησίας και ν’ αφαιρέσει όσους ήταν αντίθετοι προς τις διατάξεις των «Βασιλικών» και β) προχωρήσει σε ανάλογη εκκαθάριση και των διατάξεων του «Νομοκάνονος» του Φωτίου. Ο Βαλσαμών αποφάνθηκε ότι έγκυρες είναι μόνο οι διατάξεις που περιέχονται στα «Βασιλικά». Από το «Νομοκάνονα» δε αφαίρεσε όλες τις άκυρες ή αντιφατικές διατάξεις και πρόσθεσε όσες θεσπίστηκαν μετά την έκδοση των «Βασιλικών».
4. Ηυξημένον Πρόχειρον: Συντάχθηκε περί το τέλος του ΙΓ΄ αι.. Είναι ένα από τα σημαντικότερα νομικά εγχειρίδια αυτής της περιόδου και αντιπροσωπεύει την άνθηση της βυζαντινής νομικής επιστήμης μετά το 1261. Συντάχθηκε με πρότυπο τους 40 τίτλους του «Προχείρου Νόμου» του Βασιλείου Α΄. Στον «Πρόχειρο Νόμο» προστέθηκαν διατάξεις της «Εκλογής» (726), της «Μικράς Συνόψεως», των «Βασιλικών», του «Πονήματος» του Ατταλειάτη, της «Επαναγωγής» κ.ά.
5. Εξάβιβλος ή Πρόχειρον Νόμων: Είναι έργο του Κων/νου Αρμενόπουλου και συντάχθηκε το 1344-45. Πρόκειται για απλή κωδικοποίηση της ισχύουσας τότε νομοθεσίας, εκτός από τα δύο προλογικά σημειώματα: α) «Κριτών προκατάστασις ή περί δικαιοσύνης» και β) «Προθεωρία» και τα σχόλια που είναι πρωτότυπα δημιουργήματα του Αρμενόπουλου.
To μεγάλο προσόν της Εξαβίβλου είναι ότι η ύλη της είναι καταχωρισμένη θεματολογικά. Πρόκειται για μια πρωτοποριακή για την εποχή της καινοτομία με σημαντικά πρακτικά αποτελέσματα.
΄Οπως και από τον τίτλο καταφαίνεται, η Εξάβιβλος χωρίζεται σε 6 βιβλία: α) Το πρώτο βιβλίο επιγράφεται «Περί νόμων και δικαστικής καταστάσεως· έτι τε περί αποκαταστάσεως και ελευθεριών». β) Το δεύτερο βιβλίο περιλαμβάνει διατάξεις περί νομής και δικαιώματος. Χωρίζεται σε 11 τίτλους. γ) Το τρίτο βιβλίο περιλαμβάνει διατάξεις για τις αγορές και τις πωλήσεις, τις δωρεές, τα δάνεια, την παρακαταθήκη κ.ά. δ) Το τέταρτο βιβλίο τιτλοφορείται «Περί μνηστείας και γάμων». ε) Το πέμπτο βιβλίο περιλαμβάνει διατάξεις για τις διαθήκες: προϋποθέσεις σύνταξης, ποιοι συντάσσουν, ακύρωση, εκτελεστές κτλ. στ) Το τελευταίο βιβλίο περιέχει τις ποινικές διατάξεις. Το όλο έργο συμπληρώνεται από 4 Παραρτήματα που συντάχθηκαν από τον ίδιο τον Αρμενόπουλο και ρυθμίζουν διάφορα θέματα, μικρότερης ή μεγαλύτερης σημασίας. Στη β΄ έκδοση του 1351 προστέθηκε (ίσως όχι από τον Αρμενόπουλο) και άλλη ύλη, όπως η διαβόητη Donatio Constantini («Θέσπισμα του Μεγάλου Κων/νου περί του πάπα Ρώμης»), ένα παπικό κατασκεύασμα απάτης.
Η Εξάβιβλος μακροημέρευσε, αφού ίσχυσε μέχρι το 1946, όταν αντικαταστάθηκε από τον Αστ. Κώδικα.
6. Ο Νομοκάνων ιδ΄ τίτλων: Κώδικας που περιλαμβάνει το εκκλησιαστικό δίκαιο. Συντάχθηκε από το μεγάλο κανονολόγο Θεόδωρο Βαλσαμόνα. Πρόκειται για την ένατη και πλέον συστηματική συλλογή κανόνων εκκλησιαστικού δικαίου. Η πρώτη περιείχε 60 τίτλους και ανάγεται στην εποχή του Ιουστινιανού Α΄. Ο Νομοκάνων χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο διαιρείται σε 14 τίτλους που υποδιαιρούνται σε κεφάλαια, περιλαμβάνει δε εδάφια του Corpus και των «Βασιλικών» χωρισμένα κατά θέματα. Το δεύτερο μέρος εμφανίζεται το πρώτον στην τελευταία, 9η, έκδοση και περιλαμβάνει σχολιασμένους τους Κανόνες των Συνόδων.
Το πρώτο μέρος του Νομοκάνονα βασίστηκε στην 8η έκδοση του Βέστη (1090). Ο Βαλσαμών, όμως, επεξέτεινε την ύλη, αφού προχώρησε σε εμπεριστατωμένη ανάλυση των κοσμικών νόμων και της σχέσης τους με τους ιερούς Κανόνες. ΄Ελαβε ακόμη υπόψη του την ερμηνευτική εργασία στους Κανόνες του προηγηθέντος του νομομαθούς Ιωάννη Ζωναρά.
7. Σύνταγμα κατά στοιχείον των περιειλημμένων απασών υποθέσεων τοις ιεροίς και θείοις κανόσι: Είναι το τελευταίο νομοκανονικό έργο της υστεροβυζαντινής περιόδου. Συντάχθηκε το 1335 από το Ματθαίο Βλάσταρη. Βασίζεται στα έργα των προηγηθέντων Θ. Βαλσαμόνα και Ιωάν. Ζωναρά. Το Σύνταγμα διαιρείται σε 24 μέρη και 303 κεφάλαια. Η ύλη είναι διαταγμένη αλφαβητικώς.
8. Απονομή της Δικαιοσύνης. Δικαστήρια: Στο Βυζάντιο ο αυτοκράτορας ήταν ο ανώτατος δικαστής. Συνιστούσε αυτός μόνος το ανώτατο δικαστήριο που δίκαζε τελεσίδικα κι ανέκκλητα εφέσεις κατ’ αποφάσεων άλλων δικαστηρίων. Μπορούσε μάλιστα να θεσμοθετεί κανόνες δικαίου. Τα ένδικα μέσα με τα οποία μπορούσε κανείς να προσφύγει στον αυτοκράτορα-δικαστή ήταν: η «υπόμνησις», η «αναφορά», η «έκκλησις» και η «δέησις».
Ο Ιουστινιανός είχε απαγορεύσει (Νεαρά 125) στους δικαστές να προσφεύγουν στον αυτοκράτορα όταν αδυνατούσαν να λύσουν ένα νομικό πρόβλημα - διαφορά. Η διάταξη αυτή ατόνησε μέχρι που την κατήργησε έμμεσα ο Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας Παραπινάκιος. Από τον Ιουστινιανό επίσης δημιουργήθηκε ένα μονομελές δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις ήταν ανέκκλητες. Ακόμη υπήρχε μέσω της «δεήσεως» η δυνατότητα αφαίρεσης μιας απόφασης από το «φυσικό δικαστή», εφόσον παρενέβαινε ο αυτοκράτορας. Αυτό ίσχυσε μέχρι το Μανουήλ Α΄ Κομνηνό.
Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός με την 1166 Νεαρά προσπάθησε να δώσει διέξοδο στο τέλμα που είχε περιπέσει η απονομή της Δικαιοσύνης. Καθιέρωσε την υποχρεωτική συνεδρίαση των δικαστηρίων τρεις φορές εβδομαδιαίως. Ακόμη ίδρυσε 4 νέα δικαστήρια: α) Του «Μεγάλου Δρουγγαρίου της Βίγλης», β) του «Προκαθημένου των δημοπρασιακών δικαστηρίων», γ) του «πρωτασικρήτου» και δ) του «δικαιοκρίτου» (είδος πολιτικού εφετείου). Στην ίδια Νεαρά ορίζονταν ακόμη: α) οι αργίες των δικαστηρίων (με άλλη Νεαρά), β) ότι οι διάδικοι όφειλαν να παραμένουν στο δικαστήριο μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, γ) σε ισοψηφία υπερίσχυε η ψήφος του Προέδρου του δικαστηρίου και δ) το χρόνο εκδίκασης των ποινικών (εντός 2 ετών) και των αστικών (εντός 3 ετών) υποθέσεων.
Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος ίδρυσε 12μελές ανώτατο δικαστήριο από κληρικούς και λαϊκούς της συγκλητικής τάξης. Το 1329 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος ίδρυσε νέο ανώτατο δικαστήριο αποτελούμενο από 4 «καθολικούς κριτάς των Ρωμαίων». Μετά το 1341 οι «καθολικοί κριταί» λειτουργούσαν εξατομικευμένα ως μονομελή δικαιοδοτικά όργανα. Η σχετική Νεαρά ρύθμιζε λεπτομέρειες σχετικά με την εκλογή κτλ. των «καθολικών κριτών». Συλλογές αποφάσεων των «καθολικών κριτών» σώζονται στο ΄Αγ. ΄Ορος και στο Οικ. Πατριαρχείο.
Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός με τη Νεαρά 27 παραχώρησε την εκδίκαση υποθέσεων οικογενειακού και, συχνά, κληρονομικού δικαίου (ενίοτε και υποθέσεων τοκογλυφίας) στα εκκλησιαστικά δικαστήρια. Λειτουργούσε ακόμη και πατριαρχικό δικαστήριο ως ανώτατο, στο οποίο κατέφευγαν οι διάδικοι ακόμα και για υποθέσεις που αυτό δεν ήταν «τυπικά» αρμόδιο.
9. Δημήτριος Χωματιανός (; - 1235): Περίφημος θεολόγος και κανονολόγος. Το 1217 εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Α΄(Ο)χρίδος και πάσης Βουλγαρίας. Το 1227 έστεψε στη Θεσ/νίκη το Θεόδωρο Δούκα αυτοκράτορα των Ρωμαίων.
Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός εκχώρησε, όπως είδαμε, στους αρχιεπισκόπους ευρύτατες αρμοδιότητες εκδίκασης υποθέσεων οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Ο Δημ. Χωματιανός κατά την άσκηση των καθηκόντων του εκδίκασε πολλές τέτοιες υποθέσεις. Ο Χωματιανός έλυνε και θεολογικά και νομοκανονικά ζητήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος.
10. Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος (14ος αι.): Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του. Υπήρξε ο σημαντικότερος νομικός συγγραφέας της υστεροβυζαντινής περιόδου. Λίγο μετά το 1345 διορίστηκε «καθολικός κριτής» στη Θεσ/νίκη. Το όνομά του συνδέθηκε με το κορυφαίο δημιούργημά του-σύγγραμα «Πρόχειρον Νόμων» ή «Εξάβιβλος», για το οποίο μιλήσαμε ήδη. Η προσωπική-πρωτότυπη συμμετοχή του Αρμενόπουλου ενσωματώνεται στα δύο προλογικά σημειώματα του έργου.
11. Ιωάννης Ζωναράς (ΙΒ΄ αι.): Μέγας νομικός-κανονολόγος και ιστορικός - χρονογράφος. Έγραψε την «Επιτομή ιστοριών» από κτίσεως κόσμου ως το 1118 μ.Χ.. Γνωστότερος εντούτοις έμεινε για τα ερμηνευτικά του σχόλια στο εκκλησιαστικό δίκαιο και στους Ιερούς Κανόνες. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού διατέλεσε μέγας δρουγγάριος και πρωτασικρήτης. Πέθανε στο νησί Αγ. Γλυκερία ως μοναχός.
12. Αλέξιος Αριστηνός (ΙΒ΄ αι.): Σχολιαστής των Ιερών Κανόνων. Κατά καιρούς κατέλαβε υψηλά εκκλησιαστικά αξιώματα, όπως εκείνο του νομοφύλακα. Τον συναντούμε ακόμα να μετέχει στη σύνοδο του 1166.
13. Ματθαίος Βλάσταρης (ΙΔ΄ αι.): Από τους σημαντικότερους σχολιαστές του εκκλησιαστικού δικαίου και ο τελευταίος της υστεροβυζαντινής περιόδου. Είναι συντάκτης του σημαντικού ερμηνευτικού - σχολιαστικού έργου «Σύνταγμα κατά στοιχείον ...... τοις ιεροίς και θείοις κανόσι» (1335), για το οποίο μιλήσαμε ήδη. Το έργο αυτό μεταφράστηκε και στα Σλαβικά και Ρωσικά και αποτέλεσε οδηγό στις ορθόδοξες Εκκλησίες για πολλούς αιώνες..
Ο Βλάσταρης πέθανε ως μοναχός στο Άγ. Όρος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου