Οι σχέσεις Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας
1. Είδαμε την τελευταία προσπάθεια ένωσης των δύο Εκκλησιών με τη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας. Παρά τις υποχωρήσεις των Βυζαντινών, ούτε η ένωση επήλθε ούτε η κατάλυση της αυτοκρατορίας αποτράπηκε.
Ο νέος κυρίαρχος της πρώην βυζαντινής αυτοκρατορίας ήθελε ν’ αποκόψει κάθε δεσμό των υπηκόων του Ελλήνων με τη Δύση. Γιαυτό και ανέδειξε πατριάρχη τον ανθενωτικό Γεννάδιο Σχολάριο. Αυτή η επιλογή και στάση βρισκόταν σε αρμονία με τις διαθέσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ορθοδόξων. ΄Αρα η νέα κατάσταση δεν ευνοούσε ανάπτυξη ιδιαίτερων σχέσεων της Ανατολικής με τη Δυτική Εκκλησία. Γιαυτό η τελευταία έστρεψε τη δραστηριότητά της σε περιοχές και ορθοδόξους που βρίσκονταν εκτός τουρκικής κυριαρχίας, π.χ. στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, προσπαθώντας να επιβάλει τις αποφάσεις της συνόδου της Φλωρεντίας. Οι μέθοδες μάλιστα που χρησιμοποιήθηκαν από τους παπικούς για να πετύχουν τη βασική τους επιδίωξη, τον προσηλυτισμό στον καθολικισμό των ορθοδόξων, ήταν ιδιαίτερα σκληρές ή έστω καθόλου χριστιανικές. Αυτό οδήγησε σε αντιδυτικά αντανακλαστικά. Αυτό το είδαμε στο κεφάλαιο για τη Φραγκο-Λατινο-Βενετοκρατία, ιδιαίτερα με όσα συνέβησαν στην Κρήτη, στην Κέρκυρα, στα Επτάνησα κ.α. Αυτό ανάγκασε τον πατριάρχη Κων/πολης Μάξιμο Γ΄ να ζητήσει το 1480 από το δόγη της Βενετίας Ιωάννη Macenigo να παύσουν οι καταπιέσεις και οι διωγμοί κατά των «ταπεινών Ρωμαίων» στις περιοχές που κατέχονται από αυτόν. Η έκκληση αυτή αγνοήθηκε.
2. Ο Λούθηρος στην πολεμική του κατά του παπισμού δεν παρέλειψε να φέρει στη μέση την περίπτωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως παράδειγμα αντίθεσης στον πάπα. Δε θα διστάσει μάλιστα σε έργο του του 1539 να παραδεχθεί ότι η Εκκλησία της Ανατολής αντιπροσωπεύει την παλαιότερη Εκκλησία. Μεγαλύτερος, όμως, θιασώτης της Ανατολικής Εκκλησίας αποδείχθηκε ο στενός συνεργάτης του Λουθήρου, Μελάγχθων, ως βαθύτερος γνώστης των Πατέρων και θαυμαστής των Ελλήνων που ήταν.
Συμπάθεια ή αντίθεση προς το προτεσταντικό-μεταρρυθμιστικό κίνημα έδειξαν και πολλοί ΄Ελληνες λόγιοι εκκλησιαστικοί άντρες, όπως: α) ο μοναχός Παχώμιος Ρουσάνος (1510-53), ο οποίος αντιτίθεται στον Προτεσταντισμό επειδή απορρίπτει τα Μυστήρια· β) ο Κερκυραίος λόγιος Αντώνιος ΄Επαρχος τήρησε μετριοπαθέστερη, συμβιβαστική, στάση· γ) ο Κρητικός λόγιος Φραγκίσκος Πόρτος ήρθε πλησιέστερα στους Διαμαρτυρομένους· δ) ο επίσης Κρητικός λόγιος Αντώνιος Καλλέργης (1521-55) ενδιαφέρθηκε έντονα για τη Μεταρρύθμιση· ε) ο Ρόδιος Ιάκωβος Βασιλικός Ηρακλείδης εργάστηκε για τη διάδοση των μεταρρυθμιστικών ιδεών.
3. Γίνανε, όμως, και πιο οργανωμένες προσπάθειες προσέγγισης -έως και συνένωσης- μεταξύ Διαμαρτυρομένων και Ορθοδόξων. Η περιφημότερη από αυτές είναι η ανταλλαγή επιστολών και ομολογιών ανάμεσα στο Μελάγχθονα και τους λοιπούς θεολόγους της Τυβίγγης με στους οικ. πατριάρχες Ιωάσαφ Β΄ και Ιερεμία Β΄ (1559-1581). Η επαφή μεταξύ των δύο πλευρών δεν ήταν μόνο δι’ επιστολών αλλά και προσωπική. Επιδίωξη των Διαμαρτυρομένων ήταν: α) ν’ αντικρούσουν την εναντίον τους προπαγάνδα των Καθολικών, β) να δικαιώσουν τη δική τους αντίδραση κατά του Καθολικισμού, και γ) η προσέγγιση ή και η ένωση με τους Ορθοδόξους. Ο διάλογος έγινε πάνω σε βάσεις θεολογικές και την Παράδοση. Το Πατριαρχείο μετείχε στο διάλογο χωρίς ακρότητες και αρνητισμό αλλά με επιχειρηματολογία αμετακίνητη στις προαιώνιες αλήθειες της Ορθοδοξίας.
Από πλευράς Διαμαρτυρομένων, εκτός από το Μελάγχθονα, μετείχαν και οι Δαβίδ von Ungnad, Ιάκωβος Andrea, Μαρτίνος Κρούσιο και Στέφανος Gerlach. Από πλευράς του Πατριαρχείου, εκτός του πατριάρχη Ιερεμία Β΄, έλαβαν μέρος οι Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς, ο Χίος ιατρός Μινδόνιος, ο Δαμασκηνός Στουδίτης, ο Συμεών Καβάσιλας, μητροπολίτης Ναυπάκτου και ΄Αρτας, ο μέγας λογοθέτης Ιέραξ, ο μητροπολίτης Βεροίας Μητροφάνης κ.ά.
Οι επαφές μεταξύ Ορθοδόξων και Διαμαρτυρομένων προκάλεσαν το έντονο ενδιαφέρον των Καθολικών, οι οποίοι μάλιστα φρόντισαν ν’ αξιοποιήσουν στο έπακρο τις εμπεριστατωμένες απαντήσεις των Ορθοδόξων, τις οποίες κυκλοφόρησαν μεταξύ των καθολικών, διαδίδοντας έτσι τις ορθόδοξες θεολογικές θέσεις στους Δυτικούς, προς ὄφελός τους, φυσικά.
4. Η Δυτική Εκκλησία αντέδρασε στη Μεταρρύθμιση με τη σύνοδο του Τριδέντου, η οποία ονομάστηκε Αντιμεταρρύθμιση (1545 - 1563).
Στη σύνοδο αυτή προσκλήθηκαν και ορθόδοξοι, όχι όμως ο οικ. πατριάρχης. Ο επιφανέστερος από τους προσκεκλημένους ήταν ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Ιωακείμ (1486 - 1567), ο οποίος απάντησε ότι αδυνατεί να προσέλθει και ότι θα έπρεπε ν’ απευθυνθεί στον οικ. πατριάρχη Κων/πόλεως που εκπροσωπεί και τους άλλους τρεις πατριάρχες της Ανατολής. Συνεπώς η Ορθοδοξία δεν εκπροσωπήθηκε στη σύνοδο αυτή.
5. Σημαντικό σταθμό στις σχέσεις Ανατολής και Δύσης αποτέλεσε η ίδρυση από τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄ στη Ρώμη του Ελληνικού Κολεγίου (1577). Σκοποί του Κολεγίου ήταν: α) η πνευματική άνοδος των Ελλήνων που λόγω της σκλαβιάς δεν μπορούσαν να ιδρύσουν και συντηρήσουν δικά τους σχολεία, β) η προώθηση των επιδιώξεων του Καθολικισμού, ήτοι η σταδιακή άλωση και υποταγή στον πάπα με ειρηνικά μέσα της Ορθόδοξης Ανατολής, δια του εμποτισμού των Ελλήνων σπουδαστών με το δυτικό πνεύμα που θα το μεταλαμπάδευαν στους συμπατριώτες τους.
Το Κολέγιο ξεκίνησε τη λειτουργία του υπό την εποπτεία 5 καρδιναλίων, στη συνέχεια το 1591-1604 πέρασε στα χέρια των Ιησουιτών, το 1604-1609 των Somaschi, το 1609-1620 των Δομηνικανών μοναχών και από το 1622 πάλι των Ιησουιτών.
Στο Κολέγιο αρχικά γράφονταν κατ’ εξαίρεση και νέοι 18-20 ετών, ενώ κατά κανόνα δέχονταν μικρά παιδιά 8-9 ετών για να είναι ευκολόπλαστα. Οι σπουδές κρατούσαν 8-10 χρόνια. Παρεχόταν ευρύτατη θεολογική και κλασική παιδεία.
Η υποδοχή εκ μέρους των Ελλήνων της ίδρυσης και λειτουργίας του Κολεγίου ήταν διφορούμενη. Υπάρχουν μεμονωμένες θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Το Πατριαρχείο στα 5 πρώτα χρόνια τουλάχιστο δεν αντελήφθη την κύρια επιδίωξη του Κολεγίου, γιαυτό έσπευσε να χαιρετίσει την ίδρυσή του. Αυτό οφείλεται τόσο σε ελλιπή όσο και σε στρεβλή πληροφόρηση.
6. Στην απροκάλυπτη προσπάθεια και των Καθολικών και των Διαμαρτυρομένων (στη μεταξύ τους διαμάχη) να προσεταιριστούν ή υποτάξουν την Ορθόδοξη Εκκλησία αντιπαρατέθηκαν σπουδαίες ελληνορθόδοξες προσωπικότητες, όπως:
α) Μάξιμος Μαργούνιος (1549 - 1602): Κρητικός λόγιος. Μαθήτευσε στο σχολείο του σιναϊτικού μετοχίου του Ηρακλείου. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Διέθετε θεολογική ευρυμάθεια, ελληνομάθεια και λατινομάθεια. Το 1584 χειροτονήθηκε επίσκοπος Κυθήρων, αλλά οι κατακτητές Βενετοί δεν του επέτρεψαν να εγκατασταθεί. Εγκαταστάθηκε μονίμως στη Βενετία. Με τρεις θεολογικές πραγματείες προσπάθησε να γεφυρώσει το δογματικό χάσμα Ανατολής - Δύσης. Το Βατικανό τον παρέπεμψε να δικαστεί από την Ιερά Εξέταση. Σώθηκε χάρη στην επέμβαση της Βενετίας. ΄Εγραψε ακόμη:1) 450 επιστολές, 2) 45 λόγους, 3) επιμελήθηκε της έκδοσης λειτουργικών κ.ά. κειμένων, 4) μετέφρασε στα Λατινικά ΄Ελληνες Πατέρες και στα Ελληνικά Λατίνους, και 5) εκλαΐκευσε μια συλλογή βίων Αγίων.
β) Γαβριήλ Σεβήρος (1539 - 1618): Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά και μεγάλωσε στην Κρήτη. Το 1573 χειροτονήθηκε εφημέριος στον ορθόδοξο ναό της Βενετίας. Το 1577 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Φιλαδελφείας (στη Μ. Ασία) αλλά ουδέποτε εγκαταστάθηκε. Αργότερα στάλθηκε πάλι στη Βενετία ως εκκλησιαστικός προϊστάμενος των ορθοδόξων της Βενετίας και Δαλματίας. Εργάστηκε δραστήρια και εκπροσώπησε επάξια την Ορθοδοξία στη Δύση. ΄Εγραψε:1) «Συνταγμάτιον περί των Μυστηρίων», 2) Αναίρεση προτεσταντικών επικρίσεων κατά της Ανατολής, 3) « ΄Εκθεσις κατά των αμαθώς λεγόντων...», με το οποίο αναιρεί ιησουιτικές κατηγορίες κατά της Ορθοδοξίας.
γ) Μελέτιος Πηγάς (1550 - 1601): Γεννήθηκε στην Κρήτη. Διδάχτηκε τα εγκύκλια γράμματα στο Ηράκλειο. Απέκτησε υψηλής ποιότητας θεολογική και φιλολογική μόρφωση στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα. Υπήρξε από τις εξοχότερες μορφές της Ορθοδοξίας όχι μόνο επί Τουρκοκρατίας. Ανέπτυξε δραστήρια δράση κατά των Λατίνων της Κρήτης. Καταδιώχθηκε. Κατέφυγε στο Σινά. Το 1579 τον συναντούμε στα Ιεροσόλυμα ως πατριαρχικό πρωτοσύγκελλο Αλεξανδρείας. Το 1584 - 87 βρισκόταν στην Κων/πολη. Το 1590 εκλέχτηκε ομόφωνα πατριάρχης Αλεξανδρείας. Εργάστηκε δραστήρια για την αντιμετώπιση της θυελλώδους εισβολής της λατινικής προπαγάνδας στον ορθόδοξο χώρο. Ως «επιτηρητής» του οικ. θρόνου (1597-98) προσπάθησε ν’ ανακόψει την παρακμιακή πορεία του Πατριαρχείου μετά το θάνατο του Ιερεμία Β΄ (1595). Απογοητευμένος από τις αντιδράσεις ανάξιων ποιμένων, επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια όπου και πέθανε. Υπήρξε πολυγραφότατος θεολόγος. ΄Εργα του: 1) Περί του πρωτείου του πάπα, 2) Περί Μυστηρίων, 3) Περί Γρηγοριανού ημερολογίου, 4) Κατά Ιουδαίων, 5) 400 επιστολές κ.ά.
δ) Κύριλλος Λούκαρις (1572-1638): Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Μαθητής του Μελετίου Βλαστού και του Μαξίμου Μαργουνίου. Σπούδασε στην Πάδοβα. Πολύ νέος πήγε στην Πολωνία όπου γνώρισε τις διαθέσεις των Καθολικών κατά των Ορθοδόξων. Καταδιώχθηκε. ΄Εφθασε στην Αίγυπτο (1601) όπου το ίδιο έτος εκλέχτηκε ομόφωνα πατριάρχης Αλεξανδρείας (1601-20). Περίφημη είναι η αλληλογραφία με τις εξοχότερες ηγετικές προσωπικότητες της εποχής του, πολιτικές κι εκκλησιαστικές, για θρησκευτικά και πολιτικά ζητήματα. Πολλά είναι και τα ταξίδια που έκαμε σε διάφορες περιοχές ή χώρες.
Το 1620 εκλέχτηκε οικ. πατριάρχης, όπου τον περίμενε τεράστιο έργο και δυσεπίλυτα προβλήματα (επιθετικότητα Βατικανού, δράση Ιησουιτών κτλ.). Για ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση αναγκάστηκε να επιζητήσει τη συμμαχία των πρεσβευτών των προτεσταντικών κρατών, όχι μόνο από αντίδραση κατά των καθολικών αλλά και διότι είχε υιοθετήσει πολλές από τις προτεσταντικές απόψεις, όπως προκύπτει από την πυκνή αλληλογραφία του με κορυφαίους προτεστάντες. Αυτή η φιλοπροτεσταντική του στάση (που διογκώθηκε ή συκοφαντήθηκε από τους αντιπάλους του) προκάλεσε τη λυσσαλέα αντίδραση του καθολικισμού. Εξυφάνθηκαν μάλιστα και σχέδια δολοφονίας του. ΄Ετσι εξηγείται γιατί στα 18 χρόνια της πατριαρχείας του 5 φορές καθαιρέθηκε. Τελικά οι φιλοκαθολικοί μοναχοί του κύκλου του Κυρίλλου Κονταρή και ο Αυστριακός πρεσβευτής στην Κων/πολη κατάφεραν το ποθούμενο: έπεισαν την Υψηλή Πύλη να βγάλει από την μέση το πατριάρχη Κύριλλο στραγγαλίζοντάς τον.
Η ακαταπόνητη δραστηριότητά του δεν επέτρεψαν να έχει μεγάλη συγγραφική παραγωγή. ΄Εργα του: 1) θεολογικές πραγματείες, 2) «Διάλογος» κατά των Ιησουιτών, 3) «Διδαχές» (πάνω από 200), 4) η περίφημη προτεσταντίζουσα «Ομολογία πίστεως» που εμφανίστηκε το 1629 με το όνομά του στα Λατινικά. Το 1633 εκδόθηκε στα Ελληνικά με ιδιόχειρη γραφή του Λούκαρι. Η αμφίσημη στάση του Λούκαρι απέναντι σε αυτή την «Ομολογία» (ούτε την αποκήρυξε ρητά ούτε και την υιοθέτησε) συντέλεσε ώστε μέχρι και σήμερα να μην έχει ξεκαθαρίσει αν είναι γνήσια ή πλαστή, αν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης ή καρπός ανάγκης, μη άρσης δηλ. της υποστήριξης των Προτεσταντών συμμάχων του.
ε) Ιωάννης Καρυοφύλλης (1615; - 1692): Γεννήθηκε σε χωριό της Ανατ. Θράκης και πέθανε στο Βουκουρέστι. Διαδέχθηκε τον Κορυδαλέα στη Δ/νση της Πατριαρχικής Σχολής. Κάτοχος της Θεολογικής και της θύραθεν παιδείας. Ανέπτυξε φιλελεύθερες απόψεις, προκαλώντας τις επικρίσεις των συντηρητικών και αντιλουκαρικών κύκλων της Κων/πολης. Το 1645 απέρριψε τον δυτικής μεν προέλευσης αλλά υιοθετηθέντα με ορθόδοξο περιεχόμενο από το Γεννάδιο Σχολάριο όρο της «μετουσιώσεως των Τιμίων Δώρων». Μετά από αρκετούς δισταγμούς, το Πατριαρχείο καταδίκασε αυτές τις απόψεις του. Τελικά αναγκάστηκε να αποκηρύξει τις σχετικές δογματικές πραγματείες του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου