Ο Ησυχασμός - ησυχαστικές έριδες
Ο Ησυχασμός ως τρόπος άσκησης και τελείωσης μέσα στο μοναχισμό συνδέεται κατά διαφόρους τρόπους με αυτές τις απαρχές της μοναχικής ζωής. Πολλές είναι οι σχετικές αναφορές που βρίσκουμε στους μεγάλους Πατέρες και τους θεμελιωτές του μοναχισμού (π.χ. Μακάριος Αιγύπτου, Ευάγριος ο Ποντικός, Ιωάννης της Κλίμακος κ.ά.). Η εμπειρία της νοεράς αίσθησης του ακτίστου φωτός υπήρξε πάντοτε οργανικό στοιχείο του θεωρητικού βίου των ασκητών. Η ασκητική αυτή πνευματικότητα τονίστηκε ιδιαίτερα από τους «Ακοίμητους» μοναχούς κατά τους Ε΄ και ΣΤ΄ αιώνες και διατηρήθηκε σε πολλά μοναστικά κέντρα της Ανατολής. Από πολλούς δε ασκητές τονίστηκε η αξία της νοεράς και αδιάλειπτης προσευχής (Ιωάννης της Κλίμακος). Στα κέντρα αυτά η ησυχαστική τάση κατακτούσε διαρκώς έδαφος κατά το ΙΒ΄ αι.
Ως εισηγητές του γνήσιου Ησυχασμού θεωρούνται: 1) Ο Θεόληπτος Φιλαδελφείας (1250-1321), ο οποίος προτρέπει σε περισυλλογή. 2) Στο τέλος του ΙΓ΄ αι. εγκαταστάθηκε στο ΄Αγιο ΄Ορος ο μοναχός Γρηγόριος Σιναΐτης, ο οποίος προπάντων συστηματοποίησε τον Ησυχασμό. Καταγόταν από την κωμόπολη Κούκουλο των Κλαζομενών. Εισήλθε στο μοναχικό βίο στη Μονή του Σινά, όπου γνώρισε πληρέστερα τη μέθοδο της ησυχαστικής πρακτικής, την οποία τελειοποίησε κοντά στον περίφημο ασκητή Αρσένιο όταν πήγε στην Κρήτη. Ο Αρσένιος δίδαξε στο Γρηγόριο τη θεωρία και την «ησυχαστική τριβή», δηλ. την καθαρή ή νοερά προσευχή, τη φυλακή του νου, τη νήψη της καρδίας και τις βασικές αρχές του θεωρητικού βίου της άσκησης. Αυτά τα ασκητικά-μοναστικά στοιχεία μετέφερε ο Γρηγόριος και στο ΄Αγ. ΄Ορος. Τη μέθοδο της «ησυχαστικής τριβής» αποτύπωσε ο Γρηγόριος στα δύο έργα του «Περί ησυχίας και περί των δύο τρόπων της προσευχής» και «Περί του πώς δει καθέζεσθαι τον ησυχάζοντα εις την ευχήν». Σε αυτά τα έργα περιγράφει και υποδεικνύει στους ησυχαστές μοναχούς τους βασικούς κανόνες της μεθόδου του. 3) Ο μοναχός Νικηφόρος (ΙΓ΄ αι.) στο έργο του «Λόγος περί νήψεως και φυλακής καρδίας» υποσχόταν στους μοναχούς ότι θα τους δίδασκε μια επιστήμη-μέθοδο για την απόκτηση της αιώνιας ζωής. 4) Ο σημαντικότερος μαθητής του Γρηγορίου Σιναΐτη Θεοδόσιος, Βούλγαρος μοναχός, ο οποίος επισκέφθηκε το ΄Αγ. ΄Ορος κ.ά. μοναστικά κέντρα της Ανατολής και ίδρυσε μονή στο όρος Καλιφάρεβο κοντά στο Τύρνοβο. Είναι ο εισηγητής της ησυχαστικής άσκησης στη Βουλγαρία.
Εναντίον αυτής της μεθόδου άσκησης τάχθηκε ο ΄Ελληνας ορθόδοξος μοναχός από τη Σεμινάρα της Ν. Ιταλίας Βαρλαάμ ο Καλαβρός (1290-1348). ΄Ηρθε στο Βυζάντιο το 1328 για να μελετήσει τον Αριστοτέλη στο πρωτότυπο. Σπούδασε στις ανθούσες σχολές της Ν. Ιταλίας Θεολογία, Φιλοσοφία, Φυσική και Μαθηματικά. Φανατικός υποστηρικτής της καθιέρωσης της αριστοτελικής και πλατωνικής φιλοσοφίας στον πνευματικό βίο της αυτοκρατορίας. ΄Οταν έφθασε στην Κων/πολη εντυπωσίασε με την ευρύτητα της φιλοσοφικής του παιδείας, τόσο που του ανατέθηκε η διδασκαλία της φιλοσοφίας στην ανώτερη Σχολή της Κων/πολης. ΄Οντας προσεκτικός στη διατύπωση των ιδεών του, δεν προκάλεσε στην Κων/πολη σοβαρές αντιδράσεις. Είχε μεγάλη απήχηση ανάμεσα στους Βυζαντινούς λογίους. ΄Εγραψε πληθώρα έργων. ΄Ηταν πολέμιος της σχολαστικής Θεολογίας, γιαυτό επιχείρησε μια θεολογική αναίρεση της διδασκαλίας της Δυτικής Εκκλησίας και του Θωμά Ακινάτη.
Ως οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι των Βυζαντινών ανθρωπιστών αυτής της περιόδου εμφανίζονται ο Θεόδωρος Μετοχίτης (1270-1331) και ο Νικηφόρος Χούμνος (1261-1327). Ο πρώτος, ύπατος των φιλοσόφων και μέγας λογοθέτης της αυτοκρατορίας, σπούδασε πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία. Ως διδάσκαλος της φιλοσοφίας και της αστρονομίας υποστήριζε σθεναρά την αναγκαιότητα των κλασικών σπουδών για την ολοκλήρωση της παιδείας των χριστιανών. ΄Εγραψε πολλά και αξιόλογα φιλοσοφικά κι επιστημονικά έργα.
Ο άλλος μεγάλος ανθρωπιστής, ο Νικηφόρος Χούμνος, μεγάλος λογοθέτης, ήταν ως το 1315 ο ευνοούμενος του αυτοκράτορα. Οι δύο άντρες, παρά τις προσωπικές τους αντιθέσεις, απέφευγαν με κάθε τρόπο την αμφισβήτηση της παραδοσιακής σύνθεσης φιλοσοφίας και πατερικής παράδοσης. Τόσο δε ο Νικηφ. Χούμνος στο έργο του «Περί ύλης» όσο και ο Μετοχίτης στα αστρονομικά του έργα υποστήριζαν την αυτονομία της φιλοσοφικής γνώσης από την πίστη.
Ο μαθητής του Θεοδ. Μετοχίτη Νικηφόρος Γρηγοράς, «φιλόσοφος», σε αντίθεση με το δάσκαλό του, αναμίχθηκε στις ησυχαστικές έριδες (1341-46). ΄Ηταν αντίθετος με τη διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά. Συμφωνούσε με το Γρηγόριο Παλαμά σχετικά με τη νομιμότητα της μεθόδου της ησυχαστικής τριβής, αλλά και με το Βαρλαάμ στην απόρριψη της δυνατότητας μετοχής των ησυχαστών ασκητών στις άκτιστες θείες ενέργειες. Εντούτοις στη σύνοδο του 1341 υποστήριξε έμμεσα τους ησυχαστές μοναχούς εναντίον του πολεμίου τους Βαρλαάμ. Μετά όμως τη φυγή του Βαρλαάμ μεταβλήθηκε σε πολέμιο των θέσεων του Παλαμά για τη διάκριση θείας ουσίας και ακτίστων θείων ενεργειών. Μετά δε το 1349 εξελίχθηκε σε ηγέτη της αντιπαλαμικής παράταξης, με συνέπεια να καταδικαστεί από τη σύνοδο του 1351.
Μετά την ήττα του στην Κων/πολη, ο Βαρλαάμ πήγε στη Θεσσαλονίκη κι από κει στο ΄Αγ. ΄Ορος. Εκεί πληροφορήθηκε από κάποιο αμαθή μοναχό τη διδασκαλία της ησυχίας, την οποία παραμόρφωσε, γελοιοποιώντας τις απόψεις των ησυχαστών μοναχών για τη μηχανιστική μέθοδο που δήθεν οδηγούσε στην εσωτερική περισυλλογή και στη θέαση του θείου-ακτίστου φωτός. Ο Βαρλαάμ κατηγόρησε τους ησυχαστές ότι ισχυρίζονται ότι α) βλέπουν με τα σαρκικά μάτια το θείο και άκτιστο φως, β) δέχονται ότι η θεία χάρη είναι δημιούργημα, και γ) το θείο ον είναι απτό. Κατηγόρησε και το Γρηγόριο Παλαμά, τον αρχηγό των ησυχαστών, ότι εισάγει τη λατρεία δύο θεών, διακρίνοντας στην Αγία Τριάδα τη θεία ουσία και τη χάρη ή θεία ενέργεια. Ο Βαρλαάμ δεχόταν ότι η θεώρηση του Θείου γίνεται με την επιστήμη και τη γνώση. ΄Οποιος γνωρίσει τη σοφία, γνωρίζει την αλήθεια, όποιος δε γνωρίζει την αλήθεια γνωρίζει το Θεό και μένει κατ’ ανάγκη κοντά Του.
Σφοδρός πολέμιος του Βαρλαάμ και της διδασκαλίας του αναδείχθηκε ο Γρηγόριος Παλαμάς (1296-1359). Γεννήθηκε στην Κων/πολη και πέθανε στη Θεσ/νίκη ως αρχιεπίσκοπός της. Μαθητής του Θεοδώρου Μετοχίτη. Ασκήτευσε στο όρος Παπίκιο και στο ΄Αγ. ΄Ορος. Τη μέθοδο της «ησυχαστικής τριβής» τη διδάχτηκε από τον ησυχαστή επίσκοπο Φιλαδελφείας Θεόληπτο και πιθανότατα την εφάρμοσε κατά τη μοναστική του άσκηση. Το 1325 ήρθε στη Θεσ/νίκη όπου πληροφορήθηκε τις καινοφανείς δοξασίες του Βαρλαάμ και μεταγενέστερα για τον τρόπο που στην Κων/πολη το 1334 αντέκρουσε τους παπικούς για το Filioque. Αυτό το έκαμε ο Βαρλαάμ όχι με τα παραδοσιακά θεολογικά επιχειρήματα της Ανατολής. Στο έργο του «Κατά Λατίνων» ο Βαρλαάμ υποστήριζε ότι δεν είναι δυνατή η αυθεντική διατύπωση μιας δογματικής διδασκαλίας για την υποστατική σχέση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας και συμπέραινε ότι οι διαφορές των δύο Εκκλησιών ως προς το Filioque δεν είναι ουσιώδεις. Οι θέσεις αυτές του Βαρλαάμ ακύρωναν την ομόφωνη πατερική παράδοση και τις δογματικές αποφάσεις των Οικ. Συνόδων για τις υποστατικές σχέσεις των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, εισάγοντας στο όλο ζήτημα τη διαδικασία των διαλεκτικών συλλογισμών.
Ο Παλαμάς υπερασπίζεται τη μέθοδο της προσευχής των ησυχαστών ξεκινώντας από τη χριστιανική διδασκαλία ότι το ανθρώπινο σώμα, ως ναός του Θεού, δεν αποτελεί αρχή του κακού·ούτε η νόηση αποτελεί αρχή του κακού αφού βρίσκεται μέσα στο σώμα, αρκεί βέβαια να μην ακολουθεί το νόμο της αμαρτίας. Ο αλάνθαστος δρόμος που οδηγεί στο Θεό είναι εκείνος που περνάει μέσα από τη νόηση, ο δρόμος της νόησης. O Bαρλαάμ υποστήριζε ότι δεν υπάρχει ενατένιση που υπερβαίνει τις διανοητικές ικανότητες· θεωρούσε δε παράλογο τον ισχυρισμό των ησυχαστών ότι φτάνουν στη γνώση του Θεού με μυστικές διαδικασίες. Ο Παλαμάς απαντούσε ότι μόνο με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται ότι υπάρχει Θεός και ότι ο Θεός είναι πάνω από όλα τα όντα. ΄Εφερε έτσι στη συζήτηση το ζήτημα της αξιολόγησης του διαλεκτικού και του αποδεικτικού συλλογισμού στο χώρο της Θεολογίας, επισημαίνοντας τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσά τους.
Η βασική εντούτοις διαφορά ανάμεσα στους δύο άντρες αναφέρεται στο θείο φως. Για να στηρίξει ο Παλαμάς την άποψη ότι το φως που έβλεπαν οι ησυχαστές είναι «θείον και άκτιστον» επικαλέστηκε το γεγονός της Μεταμόρφωσης του Κυρίου. Απαντώντας ο Βαρλαάμ, βεβαιώνει ότι το φως που είδαν οι Μαθητές εκεί ήταν υλικό, κτιστό και αισθητό. Ο Παλαμάς προβάλλει την πραγματική διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στην ενέργεια του Θεού. Υπάρχει, λέει, πλήθος θείων ενεργειών, μία από τις οποίες είναι το θαβώριο φως. Οι θείες ενέργειες αναβλύζουν από τη θεία ουσία σαν από αστείρευτη πηγή και είναι αξεδιάλυτα ενωμένες μαζί της. Η θεία ουσία είναι μια πραγματικότητα μόνη, απλή, άπειρη, αμέριστη, ακατανόητη, υπερβατική και άσχετη με το κτιστό. Δεν είναι δυνατόν ν’ αποδείξουμε αυτό που μας ξεπερνά μέσω αυτών που ισχύουν για μας. Η θεία ουσία είναι «ο θείος γνόφος» από τον οποίο απορρέουν οι θείες ενέργειες. Αυτές δε αποτελούν τις εκδηλώσεις του Θεού που φτάνουν ως εμάς.
Με τις λίγες αυτές παραθέσεις δεν εξαντλείται, βέβαια, το πολυεπίπεδο ζήτημα του ησυχασμού και των ησυχαστικών ερίδων.
Η ησυχαστική διαμάχη δε διεξήχθη, φυσικά, μόνο μεταξύ δύο προσώπων. Τις απόψεις του Βαρλαάμ ασπάζονταν και πολλοί άλλοι σημαντικοί φιλόσοφοι και θεολόγοι, όπως, π.χ., ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας, ο Γρηγόριος Ακίνδυνος κ.ά. Στους συμμεριζομένους τις θέσεις του Γρηγ. Παλαμά κατατάσσονται ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός, θεολόγος και ιστορικος, ο πρεσβύτερος Ματθαίος, θεολόγος και φιλόσοφος, ο Νικόλαος Καβάσιλας, ο πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος κ.ά.
Προς αντιμετώπιση των ησυχαστικών ερίδων συγκλήθηκαν οι εξής σύνοδοι: 1. Του 1341 στην Αγία Σοφία, στην οποία συμμετείχαν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄, ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας, ο Βαρλαάμ, ο Γρηγόριος Παλαμάς κ.ά. Καταδίκασε ομόφωνα την αίρεση του Βαρλαάμ. 2. Του 1344/45 ενδημούσα σύνοδος από τον πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα, η οποία καθαίρεσε τον εψηφισμένο Μονεμβασίας Ισίδωρο Βουχερά και αναθεμάτισε το Γρηγόριο Παλαμά και τους σημαντικότερους ομόφρονές του. 3. Του 1347 που συγκλήθηκε από τη βασιλομήτορα ΄Αννα υπό την προεδρία του βασιλιά Ιωάννη Ε΄ και της βασιλομήτορας. Η σύνοδος επιβεβαίωσε την εμμονή της στον Τόμο του 1341, αθώωσε τον Παλαμά, καθαίρεσε τον πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα και συνέταξε Συνοδικό Τόμο, συμπληρωματικό εκείνου της Συνόδου του 1341. 4. Του 1351, στην Κων/πολη, μεγάλη ενδημούσα σύνοδος, από τον πατριάρχη Κάλλιστο. Μετείχαν ο αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός, αξιωματούχοι, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, φιλοπαλαμικοί και φιλοβαρλααμικοί κ.ά. Διεξήχθη σε 5 συνεδρίες. Κατ’ αυτήν ο Γρηγόριος Παλαμάς αντέκρουσε με ακαταμάχητα επιχειρήματα τις κατηγορίες εναντίον του. Συντάχθηκε Συνοδικός Τόμος, στον οποίο επικυρώνεται ως ορθόδοξη η διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά περί διακρίσεως της ουσίας από των ενεργειών του Θεού. και ότι η ουσία είναι αμέθεκτη και αμέριστη, ενώ οι ενέργειες μεταδίδονται και μερίζονται. Στον Τόμο ο Παλαμάς ανακηρύσσεται «ασφαλέστατος της ευσεβείας πρόμαχος». Με τις αποφάσεις αυτής της συνόδου έκλεισε οριστικά το ζήτημα γύρω από τον Ησυχασμό με θριαμβευτή το Γρηγόριο Παλαμά και τους ομόφρονές του. Απόπειρα αντίδρασης του Νικηφόρου Γρηγορά απέτυχε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου