ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Η ΠΕΡΙ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΔΙΑΜΑΧΗ: ΜΙΑ ΜΗ ΑΝΑΓΚΑΙΑ/ΕΠΙΖΗΜΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

     1. Κανένα άλλο -εκτός από ορισμένες αιρέσεις- γεγονός δεν ταλάνισε τόσο, επί τόσο χρόνο (726-843) και με τόσες συνέπειες τη ζωή της βυζαντινής αυτοκρατορίας, όσο η λεγόμενη Εικονομαχία ή εικομαχική έριδα ή μεταρρύθμιση (που όμως ήταν πολυδιάστατη). Ενώ, όμως, η πολιτική της απαλλαγής της Εκκλησίας (και της κοινωνίας γενικότερα) από την παρουσία των εικόνων ήταν μέρος μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης στους κόλπους της αυτοκρατορίας, το όλο ενδιαφέρον και η όλη προσπάθεια και διαμάχη όχι μόνο εστιάστηκε σε αυτό, αλλά και όλα τα άλλα συνδέθηκαν με αυτό και εξελικτικά υποβαθμίστηκαν ή σχεδόν αφανίστηκαν.

      2. Οι συμβολικές παραστάσεις συνδέθηκαν ευθύς εξ αρχής με τη ζωή της Εκκλησίας. Σταδιακά τα συμβολικά σχήματα μετεξελίχθηκαν σε απεικόνιση ιερών προσώπων και συμβόλων. Στο χώρο της Εκκλησίας η εικόνα δεν ήταν (παρά τις υπερβολές που τις συνόδευαν) ένα καρκίνωμα, διότι λειτούργησε: α) ως βοηθητικό μέσο της κατήχησης, και β) ως αντικείμενο εκδήλωσης της ευλάβειας των πιστών. Είναι γεγονός ότι κατά τους αιώνες στ΄ και ζ΄ το κράτος και η Εκκλησία κατακλύστηκαν από εικόνες. Ήταν η εποχή των περίφημων ασκητών, αναχωρητών και στυλιτών, τους οποίους οι πιστοί είχαν περί πολλού και ήθελαν να έχουν, τουλάχιστον, την εικονική παρουσία τους. Αυτές οι υπερβολές δεν ήταν μόνο έξω από το αυστηρό εκκλησιαστικό φρόνημα, αλλά και βλαβερές για την αυτοκρατορία.

    Ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει ομοφωνία ανάμεσα στους μελετητές για το τι προκάλεσε την εικονομαχία. Έτσι, υποστηρίζονται οι εξής απόψεις ως προς τα αίτια: 1. Ήταν αγώνας κατά μιας πραγματικής ειδωλολατρίας ή έστω του κινδύνου της δεισιδαιμονίας. 2. Την προκάλεσε ο Λέων Γ΄ στη μανία του ν’ αλλάξει τα πάντα στην Εκκλησία και το κράτος. 3. Στην πραγματικότητα διωκόμενος δεν ήταν οι εικόνες αλλά ο πανίσχυρος κι επικίνδυνος μοναχισμός. 4. Προκλήθηκε από επίδραση του ιουδαϊσμού και εικονόφοβων αιρέσεων μανιχαϊκής επίδρασης. 5. Επειδή οι εικόνες θεωρήθηκαν πρόξενες θείας οργής στη ζωή της αυτοκρατορίας. 6. Ήταν μια πτυχή της ταξικής διαπάλης, στην οποία οι ισχυροί ήθελαν να ιδιοποιηθούν τον πλούτο της Εκκλησίας. Είναι προφανές ότι κανένα από αυτά δεν προκάλεσε μόνο του την κρίση. Ήταν η συνισταμένη όλων ή πολλών απ’ αυτά ή και άλλων.

    3. Επικρίσεις κατά των εικόνων διατυπώθηκαν πολύ νωρίτερα από εξέχοντες χριστιανούς, ανάμεσα στους οποίους και οι: Κλήμης ο Αλεξανδρέας, Ευσέβιος ο Καισαρείας, ο Τερτυλλιανός, ο Μινούκιος Φήλικας κ.ά. Στην προκειμένη περίπτωση: Όταν ο Λέων Γ΄ ανήλθε στο θρόνο (717) τρεις επίσκοποι της Μ. Ασίας (ο Εφέσου Θεοδόσιος, ο Κλαυδιουπόλεως Θωμάς και ο Νακολείας της Φρυγίας), εκφράζοντας γενικότερους προβληματισμούς στους κόλπους της Εκκλησίας γύρω από την τιμή των εικόνων, διατύπωσαν την εχθρότητά τους προς τις εικόνες. Άλλωστε ο Λέων είχε ήδη διαμορφωμένη άποψη επί του θέματος. Και μέσα στις τάξεις του στρατεύματος είχε διαμορφωθεί ευνοϊκό κλίμα για κάποια δραστική παρέμβαση.

   Ο πρώτος που έλαβε μέτρα κατά των εικόνων ήταν ο σύγχρονος του Λέοντα Γ΄ χαλίφης Γιαζίδ Β΄ (720-24). Με διάταγμά του απαγόρευσε την ανάρτηση εικόνων σε χριστιανικούς ναούς του κράτους του. Ο Λέων Γ΄ προετοίμασε το έδαφος με προπαγανδιστική καμπάνια. Ακολούθησε μια δοκιμαστική κρούση: άνθρωποι του βασιλιά επιχείρησαν ν’ αφαιρέσουν την εικόνα του Χριστού από τη Χαλκή Πύλη των ανακτόρων. Προκλήθηκε λαϊκή οργή που έφερε το θάνατο του επικεφαλής των δραστών σπαθαροκανδιδάτου. Στη θέση της εικόνας χαράκτηκε με βασιλική εντολή ο τύπος του σταυρού.

    4. Η πρώτη σοβαρή αντίδραση κατά των ενεργειών του Λέοντα προήλθε από την περιοχή της Ελλάδας. Ο τουρμάρχης (διοικητής τούρμας: διοικητική υποδιαίρεση θέματος) του Ελλαδικού θέματος Αγαλλιανός κινητοποίησε το στόλο του θέματός του και των Κυκλάδων και ανέλαβε παράτολμη εκστρατεία κατά της Κων/πολης. Οι δυσκολίες, όμως, του εγχειρήματος ξεπεράστηκαν χάρη στον ηρωισμό του Αγαλλιανού και τη συμπαράσταση των κατοίκων των περιοχών. Στις 18/4/827 ο στασιαστικός στόλος έφθασε μπροστά στην πρωτεύουσα. Ο αυτοκρατορικός στόλος, όμως, με το υγρό πυρ κατέστρεψε τα ελλαδο-κυκλαδικά πλοία. Πολλοί από τα πληρώματά τους πνίγηκαν. Ο Αγαλλιανός αυτοκτόνησε πέφτοντας στη θάλασσα. Οι διασωθέντες προσχώρησαν στη βασιλική παράταξη. Η λαϊκή αντίδραση στις βασιλικές προθέσεις και ενέργειες ήταν φανερή.

     Ο Λέων Γ΄ ζήτησε τη βοήθεια του πατριάρχη Γερμανού (715-730), αλλ’ αυτός τήρησε ανυποχώρητη στάση. Το ίδιο αρνητικός ήταν στο σύνολό του σχεδόν και ο κλήρος της Κων/πολης και της Ρώμης. Άρα ήταν αδύνατο να καταφύγει ο αυτοκράτορας στη σύγκληση οικουμενικής συνόδου. Επιμένοντας αυτός να επιβάλει τις προσωπικές του απόψεις σε εκκλησιαστικά και θεολογικά θέματα, επιζήτησε τη στήριξη μεμονωμένων ισχυρών προσωπικοτήτων (κληρικών, αξιωματούχων, αυλικών κ.ά.) που συνήθως την εξασφάλιζε. Ανάμεσα στους συνομιλητές του ήταν φυσικά κι ο πατριάρχης αλλ’ αυτός ήταν ανυποχώρητος. Στις 7/1/730 συγκλήθηκε «σιλέντιο» (είδος αυτοκρατορικού συμβουλίου) που ενίσχυσε με την απόφασή του τη θέση του αυτοκράτορα. Ο πατριάρχης Γερμανός παραιτήθηκε. Στις 22/1/730 τον διαδέχτηκε ο σύγκελλος του Πατριαρχείου Αναστάσιος. Μετά από αυτά ο Λέων επισημοποίησε το διωγμό κατά των εικόνων. Το 730 εξέδωσε το πρώτο διάταγμα με το οποίο διαταζόταν η καταστροφή των εικόνων και ο διωγμός κατά των αντιφρονούντων.

     Οι αποφάσεις του Λέοντα Γ΄ βρήκαν μεγαλύτερη απήχηση στις επαρχίες της Ανατολής. Η Ιταλία και η Ελλάδα ήταν οι σκληροί πυρήνες της αντίδρασης. Ο πάπας Γρηγόριος Β΄ (715-731) με επιστολή του προς τον αυτοκράτορα τον προέτρεπε να μην πραγματοποιήσει τα σχέδιά του κατά των εικόνων. Σημαντικές ιταλικές πόλεις (Ρώμη, Νεάπολη, Ραβέννα κ.ά.) εξεγέρθηκαν. Στη Ρώμη συγκλήθηκε τοπική σύνοδος (732) που καταδίκασε τις βασιλικές ενέργειες, την απόφαση της οποίας μετέφεραν παπικοί απεσταλμένοι. Ο Λέων Γ΄ αντέδρασε δυναμικά: α) διέταξε τη σύλληψη και φυλάκιση των παπικών απεσταλμένων, και β) απέσπασε από την παπική δικαιοδοσία τις ελληνόφωνες ιταλικές επαρχίες (Σικελία και Καλαβρία) και εκείνη του Ιλλυρικού, τις οποίες υπήγαγε στο οικουμενικό πατριαρχείο (732). Με την αλλαγή αυτή συνέπεσαν τα πολιτικά και εκκλησιαστικά όρια της αυτοκρατορίας. Άλλες συνέπειες της επέκτασης των εκκλησιαστικών συνόρων: α) επιβλήθηκε κεφαλικός φόρος στο σικελικό και καλαβρικό πληθυσμο, και β) τα έσοδα από τα παπικά κτήματα της Ν. Ιταλίας περιήλθαν στην αυτοκρατορία της Κων/πολης.

   5. Επιβάλλεται να επισημανθεί η απουσία αξιόλογης πνευματικής δημιουργίας ή σοβαρής ενασχόλησης, τόσο με τη θύραθεν φιλολογία όσο και με υψηλή θεολογία, κατά τους ζ΄ καί η΄ αιώνες. Αυτό αποδόθηκε εν πολλοίς στους εικονομάχους. Δεν αποκλείεται, όμως, πολλά έργα εικονομαχικά να καταστράφηκαν μετά την επικράτηση της εικονοφιλικής άποψης.

    Σε λίγο η διαμάχη μεταφέρθηκε στο πολιτικό πεδίο. Ο στρατηγός του θέματος του Οψικίου Αρτάβασδος, γαμπρός επ’ αδελφή του Κωνστανίνου Ε΄, διεκδικώντας το θρόνο, προσχώρησε στους εικονόφιλους και προέβη στην αναστήλωση εικόνων. Είδαμε ήδη ποια ήταν η εξέλιξη και ποιο το τέλος του κινήματος του Αρταβάσδου. Αυτή η ενέργεια είχε εντούτοις τις συνέπειές της: α) Κατέδειξε ότι η τιμή προς τις εικόνες διατηρούσε ισχυρότατα ερείσματα όχι μόνο στην κοινωνία αλλά και στο στρατό. β) Αποτέλεσε μια προειδοποίηση προς τον αυτοκράτορα για συνετότερη συμπεριφορά.

     Ο Κων/νος Ε΄, μετά την καταστολή της ανταρσίας, έδειξε μια σχετική μετριοπάθεια. Άρχισε τις προετοιμασίες για τη συγκρότηση συνόδου που θα ευνοούσε τις απόψεις και την πολιτική του. Έτσι: α) προέβη σε σταδιακή αλλαγή της σύνθεσης της κορυφαίας εκκλησιαστικής ιεραρχίας, τοποθετώντας πρόσωπα φιλικά προς τις εικονομαχικές αντιλήψεις σε επισκοπές και μητροπόλεις που χήρευαν, β) κατάργησε επισκοπές, γ) ίδρυσε νέες ή κατέτμησε υπάρχουσες επισκοπές, ώστε να αλλοιωθεί ευνοϊκά γι’ αυτόν η ιδεολογική σύνθεση του σώματος των επισκόπων που θα συγκροτούσαν την ετοιμαζόμενη σύνοδο.

   Μετά από αυτό ανέμενε και τις ευνοϊκότερες δυνατές πολιτικές συνθήκες για να ορίσει το χρόνο σύγκλησης της συνόδου. Αυτές ήρθαν: α) οι πληγές επουλώθηκαν που άφησε πίσω της η θανατηφόρα επιδημία του 746-47, β) οι Άραβες σπαράσσονταν από εμφύλιες διαμάχες και είχαν νικηθεί επανειλημμένα από τα βυζαντινά στρατεύματα, και γ) την Πεντηκοστή του 751 στέφθηκε αντιβασιλέας ο 2ετής πρωτότοκος γιος του Λέων.

   6. Η σύγκληση της συνόδου ορίστηκε για το 754. Στο ενδιάμεσο ενθαρρύνθηκαν οι ανοιχτές συζητήσεις ανάμεσα στους αντιφρονούντες πάνω στο επίμαχο θέμα. Αυτές οι συζητήσεις κατέληγαν συνήθως στη σύλληψη των εικονόφιλων. Η σύνοδος συνεδρίασε στο ανάκτορο της Ιέρειας επί της ασιανής ακτής και διήρκησε από 10/2-8/8/754. Έλαβαν μέρος 338 επίσκοποι. Αντιπρόσωποι των πατριαρχείων Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων δεν υπήρχαν. Προεξήρχαν ο Εφέσου Θεοδόσιος και ο Πέργης Παστιλλάς. Η ληκτήρια συνεδρίαση έγινε στην Παναγία των Βλαχερνών παρουσία του αυτοκράτορα, ο οποίος, παραβαίνοντας την εκκλησιαστική τάξη, προέβη στην πλήρωση του χηρεύοντα από τον Ιανουάριο πατριαρχικό θρόνο, μετά το θάνατο του Αναστασίου. Εκλεκτός του ο μοναχός-επίσκοπος Συλλαίου Κων/νος. Η διαμάχη γύρω από τις εικόνες διευρύνθηκε και με χριστολογικά στοιχεία. Οι συνοδικές αποφάσεις ήταν σχεδόν προκαθορισμένες από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Έτσι, αποφάσισε: α) Είναι αδύνατη η απεικόνιση του Χριστού, διότι κατ’ αυτή ή απεικονίζεται μόνο η ανθρώπινη φύση του Χριστού, οπότε έχουμε χωρισμό των δύο φύσεων (νεστοριανισμός), ή και οι δύο φύσεις, οπότε προϋποτίθεται η απορρόφησή τους σε μία (μονοφυσιτισμός). Άρα και τα δύο ενδεχόμενα απορρίπτονται. β) Απέρριψε τις ακραίες -μονοφυσιτικής χροιάς- θέσεις του αυτοκράτορα. γ) Τάχθηκε κατά των εικόνων και της απονομής λατρείας σε αυτές, διότι είναι υποτιμητικό για τα ιερά πρόσωπα ν’ αποτυπώνονται σε/με ευτελή υλικά, αλλά και διότι υπάρχει κίνδυνος η λατρεία των εικόνων να εκτραπεί σε ειδωλολατρία.

   Μετά λίγες μέρες οι «αποφάσεις» της συνόδου ανακοινώθηκαν πανηγυρικά σε πάνδημη συγκέντρωση των κατοίκων της Κων/πολης στο Φόρο του Κων/νου παρουσία του αυτοκράτορα, του νέου πατριάρχη και των επισκόπων. Παρά τα προπαγανδιστικά παιγνίδια, όμως, και τα τεχνάσματα, οι διαθέσεις των πλατιών λαϊκών στρωμάτων δε μεταστρέφονταν προς τις πολιτικές επιλογές. Στην αντίσταση αυτή πρωτοστατούσαν οι μοναχοί, έχοντας ως αρχηγό το Στέφανο, πολυσέβαστο ηγούμενο της μονής Αυξεντίου. Ο αυτοκράτορας διέταξε τη σύλληψή του. Η θανάτωσή του δε το 765 εξήψε περισσότερο τα πνεύματα. Οι μοναχοί διαπομπεύθηκαν. Ονομαστές μονές, όπως του Δαλμάτου, μεταβλήθηκαν σε στρατώνες κτλ. και άλλες ερειπώθηκαν. Στον πιο αμείλικτο διώκτη των μοναχών αναδείχθηκε ο στρατηγός του θέματος των Θρακησίων Μιχ. Λαχανοδράκων, προβαίνοντας, πέρα από τους διωγμούς και τους βασανισμούς των μοναχών, και σε ασεβείς ενέργειες κατά των μοναστηριών και των ιερών σκευών τους. Πολλοί μοναχοί εγκατέλειψαν τα μοναστήρια τους και κατέφυγαν σε εικονόφιλες περιοχές της κεντρικής και της νότιας Ιταλίας και τη Σικελία. Με την παρουσία τους εκεί μετέφεραν τον πλούτο του Ελληνισμού (γράμματα, γλώσσα, τέχνη).

     Στυλοβάτης τής κατά των εικόνων πολιτικής ήταν ο στρατός. Γιαυτό η στελέχωσή του γινόταν μετά από έλεγχο των φρονημάτων, όπως άλλωστε και η επιλογή και όλων των σημαντικών αξιωματούχων. Παρά ταύτα δεν ήταν ασύνηθες να προωθούνται σε αυτά και κρυπτοεικονόφιλοι ή ν’ αλλάζουν κάποιοι στρατόπεδο. Αυτό δείχνει μια συνωμοτική εκδήλωση που σημειώθηκε από ανώτατους κρατικούς λειτουργούς την άνοιξη του 766. Ανάμεσα στους ύποπτους ήταν ο στρατηγός της Σικελίας, ο λογοθέτης του Δρόμου, ο κόμης του Οψικίου κ.ά., αλλά και ο πατριάρχης Κων/νος, που ο αυτοκράτορας τον είχε ήδη εξορίσει στην Πρίγκηπο. Στη συνέχεια, με διαταγή του αυτοκράτορα, βασανίστηκε, υποβλήθηκε σε απερίγραπτους εξευτελισμούς, πρώτα στον ιερό χώρο της Αγίας Σοφίας από εικονομάχους εκκλησιαστικούς και την επομένη διαπομπεύθηκε ενώπιον χιλιάδων θεατών στον Ιππόδρομο. Τελικά εκτελέστηκε. Τον διαδέχθηκε ο ευνούχος Νικήτας ο από Σκλάβων. Η άθεσμη εκλογή του προκάλεσε γενικευμένη αντίδραση. Την ίδια τύχη με τον Κων/νο είχε και ο προκάτοχός του Αναστάσιος.

    7. Ανάπαυλα στο όργιο των διωγμών και των βασανισμών έφερε ο θάνατος του αυτοκράτορα Κων/νου Ε΄ στις 14/9/775. Όπως είδαμε, τον διαδέχθηκε στο θρόνο ο ανήλικος -αλλά και άβουλος και άτολμος, όπως αποδείχθηκε- γιος του Κων/νος Στ΄. Την εξουσία, όμως, ασκούσε η εικονόφιλη μητέρα του Ειρήνη. Γιαυτό τα εικονομαχικά στελέχη του στρατεύματος ευνοούσαν την εκλογή ως αυτοκράτορα ενός από τους ετεροθαλείς αδελφούς του Κων/νου (Νικηφόρο, Χριστόφορο, Νικήτα, Άνθιμο και Ευδόκιμο). Κατά την ακόλουθη 5ετία σημειώθηκε μια σχετική ηρεμία που προετοίμασε το έδαφος για μια ανατροπή της κατάστασης. Τα μοναστήρια έγιναν και πάλι πόλοι έλξης μοναχών. Εικονόφιλοι μοναχοί εκλέχτηκαν επίσκοποι. Ο νέος πατριάρχης Παύλος Δ΄ (780-84), μολονότι εικονομάχων φρονημάτων, πολιτεύθηκε με μετριοπάθεια. Δυσκολίες στην πορεία προσέγγισης εικονοφίλων - εικονομάχων και Εκκλησίας - πολιτείας προκάλεσε η μερίδα των «Ζηλωτών» μοναχών, οι οποίοι α) απέρριπταν την ανάμιξη εικονομάχων κληρικών στη διοίκηση της Εκκλησίας, και β) υποστήριζαν την αποδέσμευση της Εκκλησίας από το άρμα της πολιτείας.

     Η αποχώρηση του πατριάρχη Παύλου Δ΄ από τη θέση του και στη συνέχεια ο θάνατός του έδωσαν τη δυνατότητα στην Ειρήνη να επιλέξει για το θρόνο τον καταλληλότερο για τις περιστάσεις, το λαϊκό-αρχιγραμματέα (πρωτοασηκρήτη) Ταράσιο, άντρα μετριοπαθή, πολυμαθέστατο, πολιτικά συγκροτημένο και πρόθυμο να συνεργαστεί με την πολιτεία. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, και υπέρμετρα υποχωρητικό και συμβιβαστικό απέναντι στην αυτοκρατορική εξουσία.

   8. Η Ειρήνη, έχοντας συμπαραστάτη και συνεργό τον Ταράσιο,   δρομολόγησε τη σύγκληση οικουμενικής συνόδου για να λύσει οριστικά το μεγάλο πρόβλημα που συγκλόνιζε την αυτοκρατορία πάνω από 50 χρόνια. Ο Ταράσιος σε λίγες μέρες διήλθε όλες τις βαθμίδες της ιεροσύνης. Τα Χριστούγεννα του 784 χειροτονήθηκε πατριάρχης. Στην εκλογή του συναίνεσε πρόθυμα και η Ρώμη. Ο πάπας Αδριανός Α΄ αναγνώρισε -παρά τις αντιρρήσεις του για την από λαϊκού ανάρρησή του στο θρόνο- το νέο πατριάρχη και ανταποκρίθηκε θετικά στην αυτοκρατορική πρόσκληση για σύγκληση οικ. συνόδου.

   Αρχικά η σύγκληση της συνόδου ορίστηκε για το 786. Προηγήθηκε εντατική θεολογική προετοιμασία, όχι όμως και ανάλογη πολιτική, κατευνασμού δηλ. των παθών και πρόληψης των αναπόφευκτων αντιδράσεων. Άρχισαν οι συνεδριάσεις στις 31/7/786 στο ναό των Αγ. Αποστόλων της Κων/πολης παρουσία της Ειρήνης. Με την επέμβαση, όμως, της εικονομάχου στρατιωτικής ηγεσίας οι εργασίες της συνόδου διακόπηκαν. Ο Ταράσιος με τους ομόφρονές του επισκόπους αποχώρησαν. Στην αίθουσα έμειναν μόνο οι φίλοι της μεταρρύθμισης, οι οποίοι επικύρωσαν τα πρακτικά της εικονομαχικής συνόδου του 754 και διαλύθηκαν. Φάνηκε να θριαμβεύουν οι εικονομάχοι. Η Ειρήνη, όμως, δεν ήταν από εκείνους που δεν επιδιώκουν με πείσμα την επίτευξη των στόχων τους. Ήθελε οπωσδήποτε ν’ αποκαταστήσει την κοινωνική γαλήνη. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί αν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις περιορίζονταν σε κοινωνικά και άλλα θέματα, αφήνοντας άθικτα τα εκκλησιαστικά θέσμια. Σε αυτό εύρισκε πολλούς συμμάχους, κορυφαίος ανάμεσά τους ο πατριάρχης. Επικεφαλής της αντίθετης, ακραίας, μερίδας ήταν ο ευνούχος Σταυράκιος.

   Η Ειρήνη συναίνεσε στην αναβολή της σύγκλησης της συνόδου προκειμένου να ετοιμάσει καλύτερα το έδαφος. Έτσι, έσπευσε ν’ αλλάξει τη σύνθεση των στρατιωτικών της Κων/πολης και των περιχώρων, μεταφέροντας στρατεύματα από τη Θράκη. Επιπλέον μετέφερε την έδρα της συνόδου στη Νίκαια. Αφού οι συνθήκες μεταβλήθηκαν επί το ευνοϊκότερο, το Μάιο του 787 εκδόθηκαν τα διατάγματα και οι εγκύκλιοι που καθόριζαν τη σύνθεση της νέας συνόδου, η έναρξη των εργασιών της οποίας ορίστηκε για το Σεπτέμβριο του 787 στο ναό της Αγ. Σοφίας της Νικαίας. Οι εργασίες διήρκεσαν από 24/9 - 13/10/787. Μετείχαν ο πατριάρχης, 350 επίσκοποι, 2 αποκρισιάριοι του πάπα, από 1 κληρικός των πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, πλήθος μοναχών και μερικοί ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί. Η τελετή λήξης των εργασιών έγινε στις 23/10/787 στο ανάκτορο της Μαγναύρας στην Κων/πολη παρουσία των βασιλέων. Κατ’ αυτή υπογράφηκε και ο «Όρος» της Συνόδου.

   Στη σύνοδο αυτή, που αποτελεί την Ζ΄ Οικ. Σύνοδο, επικράτησε μετριοπάθεια που εκφράστηκε και στο δογματικό μέρος των αποφάσεών της, τον «Όρο». Με τον «Όρο» της συνόδου: α) ανατράπηκαν οι αποφάσεις της εικονομαχικής συνόδου του 754, β) καταδικάστηκε η εικονομαχία ως αίρεση, γ) αποφασίστηκε η καταστροφή όλης της εικονομαχικής φιλολογίας, δ) διατυπώθηκε η δογματική έννοια της απονομής τιμής στις εικόνες, διευκρινίζοντας ότι το «προσκυνείν» την εικόνα ισοδυναμεί με το «ασπάζεσθαι» αυτήν, μέ ἐκδήλωση τιμής και σεβασμού στο εικονιζόμενο πρόσωπο ή σύμβολο.

   Μοναδική σκιά στο ομόψυχο κλίμα της συνόδου έριξε η διαφωνία σχετικά με τη θέση των εικονομάχων επισκόπων στην Εκκλησία. Η Ειρήνη και ο πατριάρχης συμφώνησαν στην επιεική - μετριοπαθή άποψη να διατηρήσουν το θρόνο τους όσοι από αυτούς αποκηρύξουν τις προηγούμενες απόψεις τους. Οι φανατικοί, όμως, που υπέφεραν τα πάνδεινα από τους εικονοκλάστες διαφώνησαν.

    9. Κατά την περίοδο 780 ως 813 επικράτησε κατευνασμός των παθών και γαλήνη στην Εκκλησία και στο κράτος. Σε αυτό συνέβαλαν τόσο η στάση των αυτοκρατόρων, όσο και οι αποφάσεις της Ζ΄ Οικ. Συνόδου. Το 813 άρχισε η δεύτερη εικονομαχική περίοδος (813 - 843). Ο Λέων Ε΄ (813 - 820) παρατήρησε ότι όλοι οι εικονομάχοι αυτοκράτορες είχαν πεθάνει φυσιολογικά και τάφηκαν στους Αγ. Αποστόλους, ενώ αντίθετα όσοι τάχθηκαν υπέρ των εικόνων ή είχαν τραγικό τέλος ή εξορίστηκαν. Αυτό τον επηρέασε και τον οδήγησε σε αλλαγή πολιτικής. Δεν το έκαμε, όμως, αμέσως διότι: α) κατά τη στέψη του ορκίστηκε να μη θίξει τους ανθρώπους της Εκκλησίας, και β) ήταν αναγκαία η κοινωνική κ.λ. ενότητα προς αντιμετώπιση του βουλγαρικού κινδύνου. Όταν έλυσε το βουλγαρικό ζήτημα (814) ξεκίνησε την πραγματοποίηση των σχεδίων του. Πρώτα ήθελε να διαπιστώσει ποια ήταν η αρχαιότερη θέση της Εκκλησίας στο θέμα των εικόνων. Ανέθεσε στο λόγιο Ιωάννη Γραμματικό να συλλέξει το σχετικό υλικό με τη βοήθεια και μιας επιτροπής. Τα πορίσματα αυτής της έρευνας περιλήφθηκαν σε εκτενές υπόμνημα προς τον αυτοκράτορα. Όταν διαφάνηκαν οι προθέσεις του Λέοντα εκδηλώθηκε ισχυρή αντίδραση με προμάχους τους πατριάρχη Νικηφόρο και μοναχό Θεόδωρο Στουδίτη. Εναντίον τους εξαπολύθηκε άγριος διωγμός. Ο Θεόδωρος εξορίστηκε. Ο Νικηφόρος καθαιρέθηκε και αντικαταστάθηκε από τον αυλικό Θεόδοτο Μελισσηνό.

   Ο νέος πατριάρχης προχώρησε αμέσως στη σύγκληση συνόδου (815). Αυτή παραδόξως ήταν σχεδόν συμβιβαστική. Καταδίκασε μεν την εικονοφιλία, αλλά δεν επέβαλε κυρώσεις. Αποφάνθηκε ότι οι εικόνες δεν είναι μεν είδωλα, αλλά διέταξε την καταστροφή τους. Καταδίκασε την Ζ΄ Οικ. Σύνοδο και επικύρωσε τη σύνοδο του 754. Εντούτοις ακολούθησαν βιαιότητες κατά των εικονοφίλων. Ο Λέων Ε΄ απέφευγε να εμφανίζεται αναμεμιγμένος σε αυτές. Τις ανέλαβαν οι στρατιωτικοί. Απειλήθηκε η ατίμωση της εικόνας του Χριστού της Χάλκης. Ο Λέων Ε΄, θέλοντας δήθεν να την «προστατέψει», την αφαίρεσε. Δόθηκε έτσι το σύνθημα έναρξης μιας νέας περιόδου της εικονομαχίας. Κατά την εορτή της Υπαπαντής του 815 αρνήθηκε να προσκυνήσει τις εικόνες εισερχόμενος στην Αγ. Σοφία. Ξεκινούσε έτσι η νέα αναμέτρηση εικονοφίλων - εικονομάχων. Οι πολυάριθμοι μοναχοί συγκρότησαν ισχυρότατη παράταξη. Βρήκαν ερείσματα στην επαρχία. Ο βασιλιάς αντέδρασε βίαια κατά των αντιπάλων του, αλλά χωρίς το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Η μαχητικότητα των μοναχών αποδείχθηκε ακατάβλητη. Ο Λέων Ε΄ καταλήφθηκε από το φόβο της ανατροπής του. Τελικά τον περίμενε το τραγικό τέλος που ήθελε ν’ αποφύγει (820).

    Ο διάδοχος του Λέοντα Μιχαήλ Β΄ Τραυλός επιχείρησε να κατευνάσει τα πνεύματα. Έτσι: α) ανακάλεσε από την εξορία τους ηγέτες των εικονοφίλων, β) αποφυλάκισε τους αντιφρονούντες, και γ) ήθελε ένα συγκερασμό των αντιτιθέμενων απόψεων μέσω μιας συνόδου. Ως το θάνατό του (829) επικράτησε μια μετριοπαθής εικονομαχία.

    10. Το Μιχαήλ Β΄ διαδέχθηκε ο γιος του Θεόφιλος, βαθιά εμποτισμένος από το σοφό δάσκαλό του Ιωάννη Γραμματικό με εικονομαχικές πεποιθήσεις. Αδυνατούσε να κατανοήσει το λόγο παράστασης του Θείου με ανθρώπινη μορφή. Αρχικά αποφάσισε να μιλήσει ο ίδιος με τους εικονοφίλους. Οργάνωσε προς τούτο δημόσιες συζητήσεις, οι οποίες όμως αντί να οδηγήσουν σε προσέγγιση μεγάλωσαν το χάσμα. Η επιμονή των συνομιλητών του στις θέσεις τους τον οδήγησαν το 832 ν’ απαγορεύσει με διάταγμα την απόδοση του ονόματος άγιος στις εικόνες, ο ασπασμός τους και κάθε άλλη τιμητική εκδήλωση. Από τότε άρχισε ένας ανηλεής διωγμός των αντιφρονούντων: πρώτο θύμα οι αγιογράφοι, μετά οι ανυποχώρητοι μοναχοί και επίσκοποι. Τα μοναστήρια άδειασαν από μοναχούς, οι φυλακές ξαναγέμισαν και απαγορεύτηκε η είσοδος των μοναχών στις πόλεις. Το 837 πέθανε ο πατριάρχης Θεόδοτος και τον διαδέχθηκε ο θεωρητικός της εικονομαχίας Ιωάννης Γραμματικός. Από τότε η θέση των εικονοφίλων επιδεινώθηκε. Η παρέμβαση των τριών ανατολικών πατριαρχών δεν άλλαξε την κατάσταση.

      Αντίπαλοι του Θεοφίλου δεν ήταν μόνο οι μοναχοί, αλλά και άνθρωποι του στενού του οικογενειακού περιβάλλοντος, όπως η πεθερά του Θεοκτίστη, οι θυγατέρες του Θέκλα, Άννα, Αναστασία, Μαρία και Πουλχερία, προπάντων δε σύζυγός του αυγούστα Θεοδώρα, την οποία συνέλαβε να έχει στο κρεβάτι της και να ασπάζεται εικόνες. Ο Θεόφιλος ανέχτηκε αυτή την εκτροπή επειδή αγαπούσε τη σύζυγό του.

    11. Μετά το θάνατο του Θεοφίλου (20/1/842) άρχισε να συνειδητοποιείται από τους ψυχραιμότερους το γεγονός ότι μετά από 100 και πλέον χρόνια αναστάτωσης και έξαψης των παθών και πολεμικής κατά των εικόνων μάλλον οπισθοδρόμηση παρά πρόοδο έφερε. Η παρουσία της Ειρήνης στο θρόνο ευνοούσε έναν τέτοιο προβληματισμό που διαρκώς απλωνόταν και γινόταν αμφιβολία για τη σκοπιμότητα συνέχισης αυτής της πολιτικής. Ακόμα και στο στρατό, που ήταν ο ισχυρός βραχίονας της μεταρρύθμισης, άρχισαν να σχηματίζονται ρήγματα αμφιβολίας και προβληματισμού. Ο μάγιστρος Μανουήλ, θιασώτης της μεταρρύθμισης, μετά το θάνατο του Θεοφίλου συγκάλεσε στον Ιππόδρομο την αυτοκρατορική φρουρά και συνέστησε στους στρατιώτες πειθαρχία και υπακοή στους ανωτέρους τους. Εκείνοι, που γνώριζαν τα φρονήματα της Θεοδώρας, νόμισαν ότι ο Μανουήλ ετοιμάζεται για την κατάληψη του θρόνου και τον ζητωκραύγασαν ως μέλλοντα βασιλιά. Εκείνος αντέδρασε ζητωκραυγάζοντας υπέρ του Μιχαήλ και της Θεοδώρας. Ο στρατός πειθάρχησε αμέσως στο Μανουήλ.

   Λίγο μετά το θάνατο του Θεοφίλου αρρώστησε βαριά ο Μανουήλ. Τον επισκέφθηκαν μοναχοί του Στουδίου και τον βεβαίωσαν ότι θα γίνει καλά μόνο αν υποσχεθεί στο Θεό την αποκατάσταση των εικόνων. Συμμορφώθηκε. Όταν αποθεραπεύτηκε, θεώρησε χρέος του να εκπληρώσει την υπόσχεση. Συμφώνησαν με τους στενούς συνεργάτες της Θεοδώρας Βάρδα και Θεόκτιστο να συμβάλουν στην κατάργηση της μεταρρύθμισης. Μετά επισκέφθηκε τη βασίλισσα και της υπέδειξε ότι απαίτηση όλων των ευσεβών χριστιανών είναι ν’ αποδοθούν στην Εκκλησία οι εικόνες. Η Θεοδώρα δέχτηκε ευχαρίστως την υπόδειξή του.

     Το πρώτο που έπρεπε να γίνει ήταν ν’ απομακρυνθεί από το θρόνο του ο εικονομάχος πατριάρχης Ιωάννης Γραμματικός. Η όλη επιχείρηση της εκθρονίσεώς του ανατέθηκε στον ανώτερο αξιωματικό της ανακτορικής φρουράς Κων/νο. Αυτός άρχισε το εγχείρημά του με την πειθώ. Αφού συνάντησε την άρνηση του σοφού πατριάρχη, κατέφυγε στη βία. Αυτό είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του πατριάρχη. Προκλήθηκε ταραχή ανάμεσα στο λαό. Χρειάστηκε να επέμβει ο Βάρδας για να κατευνάσει τα πνεύματα.

      12. Στη συνέχεια μεθοδεύτηκε η σύγκληση μιας συνόδου από τους εικονόφιλους επισκόπους. Αυτοί όμως ήταν ελάχιστοι. Τελικά προσχώρησαν και μερικοί αντιφρονούντες. Η σύνοδος αυτή συνήλθε στις 4/3/843 όχι μόνο στο κτήμα του Βάρδα, αλλά και δεν προεδρευόταν από τον πατριάρχη. Εντούτοις: α) αναγνώρισε το κύρος της Ζ΄ Οικ. Συνόδου, β) καθαίρεσε τον πατριάρχη Ιωάννη και όλους τους ομόφρονές του, γ) επέλεξε για τους περισσότερους επισκοπικούς θρόνους εικονοφίλους, και δ) ανέδειξε στον πατριαρχικό θρόνο το Μεθόδιο από τις Συρακούσες, αυλικό και στη συνέχεια μοναχό, που ο Θεόφιλος τον εξόρισε στο νησί Αντίγονος. Η βασίλισσα ζήτησε ως προσωπική χάρη να εξαιρεθεί του αφορισμού ο σύζυγός της Θεόφιλος. Το αίτημά της ικανοποιήθηκε αφού η βασίλισσα διαβεβαίωσε ψευδώς τη σύνοδο ότι ο Θεόφιλος στο τέλος της ζωής του μετανόησε, έκλαψε πικρά και ασπάστηκε τις εικόνες. Κατόπιν αυτού επικυρώθηκαν τα πρακτικά της συνόδου.

   Με τις πράξεις αυτές τέθηκε οριστικό τέρμα στην εικονομαχική έριδα που τόσα δεινά επισώρευσε στην Εκκλησία, στο κράτος και στην κοινωνία. Οι εικόνες αποκαταστάθηκαν στους ναούς και στους δημόσιους χώρους, τα μοναστήρια των πόλεων που είχαν καταργηθεί επαναλειτούργησαν, οι μοναχοί ξαναβρήκαν τη θέση τους στην κοινωνία και στο κράτος. Δυστυχώς οι αρνητικές συνέπειες της μακροχρόνιας διαμάχης δεν εξέλειπαν αμέσως. Προεκτάθηκαν έντονα και στη νέα περίοδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου