ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Η Καταλανική Εταιρεία. Η Εταιρεία των Ναβαρραίων.

   1.  Ό,τι ήταν η Δ΄ Σταυροφορία για το ΙΓ΄ αι. ήταν η καταλανική εκστρατεία για το ΙΔ΄. Οι Καταλανοί κρίθηκαν από συγχρόνους τους -Ελληνες κυρίως- ως άξεστοι πειρατές-κουρσάροι.

    Ο κυρίαρχος της Σικελίας βασιλιάς Φρειδερίκος Β΄ δέχτηκε ευχαρίστως τις υπηρεσίες των ατρόμητων Καταλανώ υπό τον αρχηγό τους Ρογήρο ντε Φλορ κατά την πολυετή διαμάχη του εναντίον του διεκδικητή του ελέγχου του νησιού του οίκου των Ανζού.

     Ο Ρογήρος υπηρέτησε αρχικά ως πλήρωμα ναϊτικού πλοίου κι εξελίχθηκε σε έμπειρο ναυτικό. Πολύ γρήγορα έγινε μέλος του ναϊτικού τάγματος και κυβερνήτης ναϊτικού πλοίου. Ως τέτοιος πλούτησε. ΄Ετσι προκάλεσε το φθόνο του Μεγάλου Μαγίστρου του Τάγματος, ο οποίος του κατέσχεσε την περιουσία. Ο Ρογήρος κατόρθωσε να καταφύγει στη Γένοβα. Εκεί εξόπλισε δική του γαλέρα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στους Ανζού, αλλ’ εκείνοι τον αντιμετώπισαν ψυχρά. Αυτό τον έσπρωξε στις ανοιχτές αγκαλιές του Φρειδερίκου Β΄. Εκεί γνώρισε μεγάλες τιμές κι απόχτησε πλούτη. Εξελίχθηκε σε αντιναύαρχο της Σικελίας και στον τρομερότερο κουρσάρο της εποχής του.

     Το τέλος της διαμάχης Φρειδερίκου Β΄ - Ανζού (ειρήνη της Καλταμπελότα) σήμανε και το τέρμα της χρησιμότητας του Ρογήρου και των Καταλανών συντρόφων του για το Φρειδ. Β΄ που δεν μπορούσε πλέον να τους συντηρήσει. Ο Ρογήρος και οι σύντροφοί του πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στο Βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο, που έβλεπε τον τουρκικό κλοιό να τον σφίγγει από παντού. Η προσφορά του έγινε δεκτή σαν «δώρο εξ ουρανού». Ο Ρογήρος θά ‘παιρνε το αξίωμα του Μεγάλου δούκα και θα νυμφευόταν την ανιψιά του αυτοκράτορα Μαρία. Οι άντρες του θα έπαιρναν διπλάσιο μισθό και μια προκαταβολή 4 μισθών που θα πληρωνόταν στη Μονεμβασία.΄Ετσι ο Ρογήρος με 36 πλοία κι 6.500 άντρες ξεκίνησε για την Κων/πολη. Καθ’ οδόν λεηλάτησαν την Κέρκυρα, κτήση των Ανζού τότε.  ΄Oταν έφθασαν στην Πόλη, ο αυτοκράτορας τήρησε τις δεσμεύσεις του. Σε λίγο έφθασε στην Πόλη ένας άλλος Καταλανός αρχηγός, ο Εντένσα, με νέες δυνάμεις. Ο Ρογήρος του μεταβίβασε το αξίωμα του Μεγάλου δούκα.

     Δεν άργησε ν’ αποδειχθεί ότι οι Καταλανοί ήταν μια συμφορά για το Βυζάντιο, αντί για υπερασπιστές του. Κατατρόπωσαν μεν τους Τούρκους στην Ασία, αλλά συγκρούονταν με τους Γενουάτες στην Πόλη και κατέκλεβαν τους ΄Ελληνες. ΄Οταν ρήμαξαν την Ασία, πέρασαν στην Ευρώπη και στρατοπέδευσαν στην Καλλίπολη. Ο Ρογήρος σκοτώθηκε στην Αδριανούπολη με διαταγή του Μιχαήλ, γιου του αυτοκράτορα. Αυτό εξόργισε τους Καταλανούς. Με αρχηγό τον Εντένσα οχυρώθηκαν στην Καλλίπολη και απειλούσαν τον αυτοκράτορα. ΄Οταν οι Γενουάτες αιχμαλώτισαν τον Εντένσα, αρχηγό τους έκαμαν το Ροκαφόρ, έναν τολμηρό στρατιώτη. Νίκησαν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα. Δεν άφησαν πόλη της Θράκης και της Μακεδονίας που δεν τη λεηλάτησαν, ακόμη και το ΄Αγιο ΄Ορος, και στρατοπέδευσαν στην Κασσάνδρα (1307). Από εκεί άρχισαν να έχουν βλέψεις στη Θεσσ/νίκη, μέσα στην οποία υπήρχαν δύο αυτοκράτορες, η Ειρήνη, σύζυγος του Ανδρονίκου Β΄, και η Μαρία, σύντροφος του γιου του-συμβασιλέα Μιχαήλ. Τελικός στόχος, όμως, του Ροκαφόρτ ήταν το δουκάτο της Αθήνας. Γιαυτό ήρθε σε διαπραγματεύσεις με το δούκα της Αθήνας Γκυ. Αυτός από την πλευρά του επιδίωκε να χρησιμοποιήσει την Καταλανική Εταιρεία για να κυριέψει το Μοριά.

     Από τις επιτυχίες της Εταιρείας θέλησαν να επωφεληθούν τόσο ο Φρειδερίκος Β΄ της Σικελίας, όσο και ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος ντε Βαλουά, ο οποίος εθεωρείτο από επιγαμία κληρονόμος του τελευταίου Λατίνου αυτοκράτορα της Κων/πολης. Ο Κάρολος έστειλε προς τούτο ως αντιπρόσωπό του στο Ροκαφόρτ τον Σεποΐ. Ο Ροκαφόρτ είχε τις δικές του επιδιώξεις: να γίνει βασιλιάς της Θεσ/νίκης ή να κυριέψει το δουκάτο των Αθηνών. Αυτό τον έφερε σε σύγκρουση με τις επιδιώξεις του Σεποΐ. Ο τελευταίος, εκμεταλλευόμενος τη δυσαρέσκεια των Καταλανών ηγεμόνων κατά του Ροκαφόρτ για τη σκληρότητά του, τον συνέλαβε μαζί με τους πιστούς του και τον έστειλε στη Νεάπολη, όπου πέθανε στη φυλακή το 1309.

    Στο μεταξύ η Κασσάνδρα αδυνατούσε να θρέψει κτλ. τους Καταλανούς. Παράλληλα αισθάνονταν την πίεση των βυζαντινών δυνάμεων. Αυτά τους ανάγκασαν να κινηθούν νότια. Αριθμούσαν περί τους 8.000 άντρες (5000 Καταλανοί και 3000 Τούρκοι). Στα όρια της Θεσσαλίας τους εγκατέλειψε ένα μέρος των Τούρκων. Την άνοιξη του 1309 έφθασαν στη θεσσαλική πεδιάδα-σιτοβολώνα. Λεηλάτησαν τη Θεσσαλία, οι κάτοικοι της οποίας ζήτησαν τη βοήθεια του αυτοκράτορα. Αυτός έστειλε εναντίον τους το φοβερό στρατηγό Χανδρηνό. Οι Καταλανοί νικήθηκαν με μεγάλες απώλειες. Αναγκάστηκαν να κλείσουν ειρήνη με τους Θεσσαλούς που τους διευκόλυναν να κινηθούν προς τη Λαμία (1310) με τελικό στόχο το δουκάτο της Αθήνας.

     Ο εμπειροπόλεμος νέος δούκας της Αθήνας Βάλτερ σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τους Καταλανούς κατά των εχθρών του. Προς τούτο μίσθωσε τις υπηρεσίες τους για 6 μήνες. Αυτοί επέστρεψαν από τον ίδιο δρόμο και κυρίευσαν το Δομοκό και άλλα 30 κάστρα, λεηλατώντας πάλι τη Θεσσαλία.

    Αφού πέτυχε το σκοπό του, ο Βάλτερ θέλησε ν’ απαλλαγεί από την Εταιρεία. Αφού πήρε μαζί του περί τους 500 Καταλανούς μαχητές, ζήτησε από τους υπόλοιπους να του παραδώσουν τα κάστρα και τα λάφυρα και να φύγουν. Εκείνοι αντιπρότειναν να τον αναγνωρίσουν κυρίαρχο των κάστρων με αντάλλαγμα την παραμονή τους εκεί. Αρνήθηκε κι απείλησε να τους διώξει βίαια. ΄Άρχισε προετοιμασίες για σύγκρουση μαζί τους. Ενισχύσεις τού έστειλαν όλοι οι Φράγκοι τιμαριούχοι της Ελλάδας. Συγκροτήθηκε έτσι μια σημαντική δύναμη από 6000 ως 15.000 άντρες. Από την άλλη η δύναμη της Εταιρείας ανερχόταν στις 8000 περίπου.

     Οι Καταλανοί διάλεξαν να συγκρουστούν με τις δυνάμεις του Βάλτερ στην πεδιάδα της Κωπαΐδας. Στις 10/3/1311 ο Βάλτερ συγκέντρωσε τις δυνάμεις του στη Λαμία και από εκεί κινήθηκε προς τη Λιβαδιά για να συναντήσει τους αντιπάλους του. Στις 15/3/1311 έφθασε και στρατοπέδευσε στο λόφο Θούριο. Από εκεί κινήθηκε κατά των Καταλανών που βρίσκονταν στους βάλτους της Κωπαΐδας. Η αναμέτρηση υπήρξε σφοδρή κάτω από δυσμενείς εδαφολογικές συνθήκες και γιαυτό είχαν τεράστιες απώλειες. Η συντριβή των συνασπισμένων φράγκικων δυνάμεων ήταν ολοκληρωτική. ΄Ολοι σχεδόν οι ευγενείς ιππότες των Φράγκων κατασφάχτηκαν. Νεκρός έπεσε και ο Βάλτερ. Οι Καταλανοί θριάμβευσαν.

    Οι νικητές κατέλαβαν το φράγκικο στρατόπεδο και κινήθηκαν κατά της οχυρωμένης Λιβαδιάς. Οι κάτοικοί της, όμως, άνοιξαν τις πύλες της πόλης. Οι Θηβαίοι όταν έμαθαν για τη συντριβή των Φράγκων κατέφυγαν στη Χαλκίδα όπου ναυλοχούσε ο βενετσιάνικος στόλος.

     Οι Καταλανοί, αφού λεηλάτησαν τη Θήβα, κινήθηκαν προς την Αθήνα, την οποία κατέλαβαν εύκολα. Οι νικητές μοίρασαν μεταξύ τους τις πόλεις και τα κάστρα του δουκάτου. Οι ΄Ελληνες σε όλα αυτά έμειναν αμέτοχοι θεατές.

     Γνώριζαν πολύ καλά οι Καταλανοί ότι ήταν περικυκλωμένοι από εχθρούς. Επιδόθηκαν σε αναζήτηση στηριγμάτων. Επέλεξαν τελικά τον πρώην αφέντη του βασιλιά της Σικελίας Φρειδερίκο Β΄. Το 1312 ζήτησαν να τους στείλει έναν από τους γιους του και υποσχέθηκαν ότι θα του ορκιστούν πίστη. Τους έστειλε το δευτερότοκο γιο του Μάνφρεντ και ως επίτροπό του (επειδή ήταν ανήλικος) τον ιππότη Αμπούριας Μπερεγκάρ Εστάνιολ (1312).

    Ο Εστανιόλ κυβέρνησε ως το θάνατό του (1316) το καταλανικό δουκάτο. Υπό την ηγεσία του η Εταιρεία πραγματοποίησε εκστρατείες κατά των αυτοκρατορικών φρουρίων στα όρια της Θεσσαλίας, κατά των Αγγέλων της Νέας Πάτρας και της Άρτας, κατά της Εύβοιας και κατά της ηγεμονίας της Αχαΐας. Ουδέποτε σταμάτησαν τις λεηλασίες.

      Στη θέση του Εστανιόλ η Εταιρεία εξέλεξε τον ιππότη Τομά, ωσότου ο Φρειδερίκος τούς στείλει νέο κυβερνήτη-επίτροπο. Έστειλε το νόθο γιο του Ντον Αλφόνσο Φρειδερίκο, ο οποίος διοίκησε το δουκάτο επί 13 χρόνια. Ταυτόχρονα με το διορισμό τού Φρειδερίκου πέθανε ο δούκας Μάνφρεντ. Στη θέση διορίστηκε ο αδελφός του Γουλιέλμος, επίσης ανήλικος.

   Ο επίτροπος Φρειδερίκος επιτέθηκε και κατέλαβε τη βενετοκρατούμενη Χαλκίδα-Εύβοια, αναγκάζοντας το Βενετσιάνο βαΐλο (διοικητικό αντιπρόσωπο) να κλείσει ειρήνη. Η Ευρώπη θορυβήθηκε και συνασπίστηκε εναντίον των Καταλανών. Ο Φρειδερίκος αναγκάστηκε ν’ αποσυρθεί από την Εύβοια, κρατώντας τα κάστρα της Καρύστου και Λάρμενα. Το 1319 υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στο βασιλιά της Σικελίας Φρειδερίκο και τη Βενετία που απαγόρευε στους Καταλανούς ν’ αναπτύξουν στόλους στον Ευβοϊκό και στο Σαρωνικό. Οχι, όμως, και στον Κορινθιακό κόλπο. Από εδώ εξορμούσαν τα καταλανικά πλοία-γαλέρες για να λεηλατήσουν τους Βενετσιάνους εμπόρους κτλ. Έστειλαν μάλιστα και δύο γαλέρες στους Τούρκους συμμάχους τους.

    Η Βενετία κατάφερε μεν να κυριαρχήσει και πάλι στην Εύβοια, αλλά η τουρκική απειλή ήταν συνεχώς παρούσα. Η απειλή μάλιστα σύμπραξης Τούρκων και Καταλανών κατά της Εύβοιας ήταν διαρκής. Αυτό συντελούσε στην ανανέωση των συνθηκών μεταξύ Βενετίας και Καταλανών. Με αυτές οι τελευταίοι υποχρεώνονταν να μη χρησιμοποιούν στην υπηρεσία τους Τούρκους.

   Ενόσω κρατούσε η συνθήκη ειρήνης με τη Βενετία ο επίτροπος Φρειδερίκος βρήκε την ευκαιρία να επεκτείνει την εξουσία του σε μεγάλο μέρος της βόρειας Ελλάδας όπου η δυναστεία των Αγγέλων κατέρρεε. Κατόρθωσε έτσι να γίνει κύριος του Λιδωρικιού και του Σιδηρόκαστρου, του Γαρδικιού και της Λαμίας, του Δομοκού, των Φαρσάλων και της Νέας Πάτρας (Υπάτης). Μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας ήταν πλέον καταλανικό. Το υπόλοιπο κατακλύστηκε από μεγάλα πλήθη Αλβανών. Πολλοί από αυτούς τους Αλβανούς μετακινήθηκαν στην Αττική και στο Μοριά. Οι Βενετοί έβλεπαν την παρουσία των Αλβανών ευνοϊκά, γιατί πίστευαν ότι οι Καταλανοί θ’ απασχολούνται μαζί τους και όχι με τους γείτονές τους. Η κατάσταση κάτω από τον Ισθμό της Κορίνθου ελεγχόταν ακόμη από τους Φράγκους παρά τις επιδρομές των Καταλανών.

    Όταν ο νεαρός Βάλτερ ντε Μπριέν, κληρονόμος του τελευταίου δούκα της Αθήνας, ενηλικιώθηκε, σκέφτηκε πως ήταν καιρός να επιχειρήσει την επανάκτηση από τους Καταλανούς της κληρονομιάς του. Ως γαμπρός του Φιλίππου του Τάραντα είχε κάθε λόγο να ελπίζει στην υποστήριξη των Ανζού. Και ο Φίλιππος είχε τους δικούς του λόγους να θέλει αυτή την εξέλιξη. Ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ συνηγόρησε θερμά στους Βενετούς για να υποστηρίξουν τον Βάλτερ. Αυτοί όμως είχαν ήδη υπογράψει (1331) συνθήκη ειρήνης με τους Καταλανούς.

     Ο Βάλτερ το 1331 ξεκίνησε για την Ήπειρο με 800 Γάλλους ιππότες, 500 εκλεκτούς Τοσκανέζους οπλίτες και ένα σώμα στρατιωτών από το Λέτσε. Καθ’ οδόν κατέλαβε τη Λευκάδα, το κάστρο της Βοστίντζας και την ΄Αρτα. ΄Οταν, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπος με τους εμπειροπόλεμους Καταλανούς, κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Πολυάριθμο στρατό δεν μπορούσε να συντηρήσει. Οι ΄Ελληνες, Αθηναίοι και Βοιωτοί , δεν έδειξαν προθυμία να τον βοηθήσουν. Μην έχοντας ελπίδα επιτυχίας, στις αρχές του 1332 κατέβηκε στο Μοριά και από εκεί αναχώρησε για την Ιταλία οριστικά.

    Κατά τα 20 χρόνια κατοχής της Αθήνας από τους Καταλανούς αυτοί εδραίωσαν τη θέση τους κι επεξέτειναν τις κτήσεις τους. Κρίσιμο και σοβαρό γεγονός στο διάστημα αυτό στάθηκε και η πρόωρη κι αιφνιδιαστική αποχώρηση από την αρχηγία της Εταιρείας του επιτρόπου Φρειδερίκου (πριν από το 1331). Παρέμεινε εντούτοις στην Ελλάδα όπου και πέθανε το 1338. ΄Αφησε πολλούς απογόνους. Ο μεγάλος, Πέτρος, ήταν αυθέντης του Λιδωρικίου και κόμητας των Σαλώνων, ο δεύτερος, Ιάκωβος, διαδέχτηκε τον πρώτο στις κτήσεις του και επί ένα διάστημα είχε και την Αίγινα, ενώ αργότερα έγινε επίτροπος της Εταιρείας. ΄Ενας τρίτος, ο Βονιφάτιος, πήρε την Κάρυστο, τη Λαμία και την Αίγινα.

    Η κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Πελοπόννησο, και ιδιαίτερα στην Πάτρα, υποχρέωσαν την επίτιμη αυτοκράτειρα Κατερίνα των Βαλουά να κατέλθει στην Πάτρα (1338), συνοδευόμενη από το δραστήριο και ικανότατο σύμβουλό της Νικόλα Ατζαγιόλι.

   Ο Ατζαγιόλι ήταν γόνος πανίσχυρης οικογένειας Ιταλών τραπεζιτών. Ενόσω βρισκόταν στο Μοριά του δόθηκαν η βαρονία της Καλαμάτας, το φρούριο της Πιάδας, κοντά στην Επίδαυρο, και άλλα κτήματα. Το 1341 επέστρεψε στην Ιταλία.

    Η διεκδικήτρια του αυτοκρατορικού θρόνου Κατερίνα έμεινε στην Πάτρα 2 χρόνια. Στο διάστημα αυτό επιχείρησε να παλινορθώσει για λογαριασμό της το Δεσποτάτο της Ηπείρου που βρισκόταν πλέον, πλην της Ναυπάκτου, υπό τον έλεγχο των Ανζού. Αντ’ αυτής, όμως, θα το πετύχαινε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄.

     Το 1335 ο πάπας Βενέδικτος ΙΒ΄, πιεζόμενος από τον εξόριστο δούκα της Αθήνας, διέταξε τον αρχιεπίσκοπο της Πάτρας ν’ αφορίσει πάλι τους αρχηγούς των Καταλανών. Ο αρχιεπίσκοπος Θηβών όμως, γνωρίζοντας καλύτερα τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιφέρειά του, αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Αντ’ αυτού τέλεσε λειτουργία στη μητρόπολη της Θήβας ενώπιον της Εταιρείας. Ο πάπας κατάλαβε πως οι Καταλανοί θα μπορούσαν ν’ αποδειχθούν χρήσιμοι σε μια επικράτεια που ταλαντευόταν μεταξύ Δύσης και Τούρκων. Διατάχθηκε ο Λατίνος πατριάρχης της Κων/πολης να μεσολαβήσει. Αυτός, κατευθυνόμενος προς την έδρα του, τη Χαλκίδα, πέρασε από την Αττική όπου βρήκε τους Καταλανούς πρόθυμους να επιστρέψουν στους κόλπους της Εκκλησίας. Ο πάπας δέχτηκε την πρότασή τους και επήλθε έτσι καταλλαγή ανάμεσα στον πάπα και στους Καταλανούς.

    Το 1357 ο νέος βασιλιάς της Σικελίας Φρειδερίκος διόρισε επίτροπό του - επικεφαλής των Καταλανών τον Ιάκωβο, γιο του επιτρόπου Φρειδερίκου. Δυο χρόνια παρέμεινε ο Ιάκωβος στο αξίωμα αυτό. Το 1359 τον διαδέχτηκε ο Αρένος και αυτόν τον ίδιο χρόνο ο Σικελιώτης ευγενής Ματέο Μονκάδα, αναβαθμίζοντας ταυτόχρονα το αξίωμα του επιτρόπου. Το 1361 τον Μονκάδα διαδέχτηκε ο Ρογήρος ντε Λούρια. Η οικογένεια Λούρια είχε αποκτήσει πολλή δύναμη στη Θήβα.

    Ο Λούρια, μπλέχτηκε σε διαμάχη με τους Βενετούς της Εύβοιας για ασήμαντους λόγους. Ζήτησε τη βοήθεια των Τούρκων. Αυτοί ανταποκρίθηκαν πρόθυμα. ΄Ετσι, το 1361 η Θήβα κυριεύτηκε από τους Τούρκους. Ο Φρειδερίκος Γ΄ ξαναδιόρισε επίτροπο τον Μονκάδα. Οι Φράγκοι της Πελοποννήσου και της Εύβοιας συνασπίστηκαν για ν’ αποτρέψουν την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους. Πυρπόλησαν 35 τουρκικές γαλέρες στα Μέγαρα. Οι Τούρκοι επανήλθαν στη Θήβα.

     Ο Νικόλας Ατζαγιόλι και μετά τη φυγή του από την Ελλάδα δεν έπαυσε να ενδιαφέρεται για τα μεγάλα συμφέροντά του σε αυτή. Το 1358 μάλιστα πρόσθεσε στις μεγάλες κτήσεις του την Αχαΐα και το κάστρο του Βαλκάνου, την πόλη και το κάστρο της Κορίνθου. Ο αδελφός του έγινε αρχιεπίσκοπος Πατρών. Η απειλή των Τούρκων ήταν διαρκής και μεγάλη. Ο Ατζαγιόλι ξόδεψε πολλά λεφτά για να επισκευάσει τα τείχη του Ακροκορίνθου. Μην μπορώντας να γυρίσει ο ίδιος στην Ελλάδα, διόρισε τον αδελφό του Δονάτο αντιπρόσωπό του στην Κόρινθο και στις άλλες κτήσεις του. Το 1365 πέθανε ο Νικόλας Ατζαγιόλι.

     Με τη διαθήκη του ο Ν. Ατζαγιόλι μοίρασε την περιουσία του στην Ελλάδα στο μεγαλύτερο από τα παιδιά του που ζούσαν, τον ΄Αγγελο, και στον εξάδελφο και θετό του γιο επίσης ΄Αγγελο. Στον πρώτο άφησε την Κόρινθο και τα 9 κάστρα που εξαρτιόνταν από αυτή. Στο δεύτερο το κάστρο του Βαλκάνου κ.ά. Ο ΄Αγγελος της Κορίνθου, όμως, είχε μεγάλα συμφέροντα στην Ιταλία κι αδυνατούσε να ενδιαφερθεί για τις ελλαδικές κτήσεις του. ΄Ετσι, με την έγκριση του επίτιμου αυτοκράτορα της Κων/πολης και ηγεμόνα της Αχαΐας, διόρισε επίτροπό του - φρούραρχο της Κορίνθου το Νέριο Ατζαγιόλι, άλλο εξάδελφό του και θετό γιο τού Νικόλα.

     Ο Νέριο επιχείρησε αρχικά με επιγαμία να βάλει στο χέρι τις βενετσιάνικες κτήσεις στο Αιγαίο αλλ’ απέτυχε. Μετά από αυτό στράφηκε στην Πελοπόννησο. Κατάφερε να γίνει πραγματικός κύριος της Κορίνθου και των κάστρων της, ετοιμαζόμενος να επιτεθεί στους Καταλανούς της Αττικής. Κοντά του ήρθαν πολλοί συγγενείς και οπαδοί των Ατζαγιόλι από τη Φλωρεντία.

       Στο μεταξύ στο καταλανικό δουκάτο της Αττικής πλήθαιναν τα σημάδια της αποσύνθεσης λόγω της αναρχίας. Ο Μονκάδα ουδέποτε σχεδόν ήρθε ν’ ασκήσει τα καθήκοντά του, διοικώντας το δουκάτο με αντιπροσώπους διαρκώς εναλλασσόμενους. Πρώτος αναπληρωτής του υπήρξε ο Ιάκωβος των Σαλώνων. Το 1365 αυτός πέθανε κι επανέρχεται ο Λούρια, ο οποίος άρχισε διαπραγματεύσεις με τους Βενετούς για ανανέωση της συνθήκης ειρήνης. Ο Λούρια ήταν εχθρός των Τούρκων. Αυτό και η απουσία του Μονκάδα οδήγησαν το βασιλιά Φρειδερίκο Γ΄ να ξαναδιορίσει το Λούρια νόμιμο γενικό επίτροπο του Δουκάτου (1367).

   Η συνεχής εξασθένηση της δύναμης των καταλανικών δουκάτων έκαμε τους κληρονόμους του Βάλτερ ντε Μπριέν να ξαναεπιχειρήσουν την επανάκτηση του Δουκάτου των Αθηνών. Η Βενετία, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στην έκκλησή τους.

   Μετά το θάνατο του Λούρια (1370) ξανάρχισαν οι οικογενειακές διαμάχες των Καταλανών και εντάθηκαν οι αντιζηλίες μεταξύ των αρχηγών, ιδιαίτερα με την αποστολή από τη Σικελία προσώπων για να καταλάβουν τις επίζηλες θέσεις του δουκάτου. Οι Καταλανοί της Αθήνας ζήτησαν οι θέσεις να καταλαμβάνονται από τους αποίκους και μάλιστα εκ περιτροπής. Ο Φρειδερίκος Γ΄ δέχτηκε το αίτημά τους. ΄Ετσι, ο φρούραρχος της Ακρόπολης παύθηκε και διορίστηκε άλλος από την κοινότητα της Αθήνας. Το ίδιο έγινε και στη Λιβαδιά.

    Η προέλαση των Τούρκων μέχρι σχεδόν τα σύνορα της ηγεμονίας της Αχαΐας και του Δουκάτου της Αθήνας υποχρέωσε τον πάπα Γρηγόριο ΙΑ΄ να συγκαλέσει στη Θήβα σύνοδο από όλους τους αυθέντες της Ανατολής για την 1η Οκτ. 1373. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους του ήταν και ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ΄ (Καντακουζηνός) και ο «ηγεμόνας της Κορίνθου» Νέριο Ατζαγιόλι. Προτού καλά-καλά διαλυθεί η σύναξη, ο Νέριο επιτέθηκε αιφνιδιαστικά και κατέλαβε τα Μέγαρα με την πρόφαση ότι η Εταιρεία δεν του παρέδωσε μερικούς φυγάδες υπηκόους του. Ο Νέριο επέστρεψε στην Κόρινθο έχοντας μαζί του μερικούς εξέχοντες Μεγαρείς αιχμαλώτους. Τα Μέγαρα έμειναν στην κατοχή του.

      Το 1377 ο βασιλιά της Σικελίας Φρειδερίκος Γ΄ πέθανε χωρίς διάδοχο, αφήνοντας τα δουκάτα στη νεαρή κόρη του Μαρία. Η διαδοχή αυτή αμφισβητήθηκε. Στη θέση του εκλέχτηκε ο βασιλιάς της Αραγόνας Πιέδρο Δ΄, με την υποστήριξη και των αρχιεπισκόπων Αθήνας, Θήβας και Νέας Πάτρας (Υπάτης) και των κυριότερων βαρόνων και ιπποτών. Η αραγονική φατρία, που αντιπροσωπευόταν από το γενικό επίτροπο και το διοικητή της Αθήνας, ζήτησε από το νέο βασιλιά να διορίσει αντιπρόσωπό του στα δουκάτα. Διόρισε (1379) το Φίλιππο Νταλμώ.

   2. Την ίδια εποχή παρουσιάστηκε ως νέος διεκδικητής των καταλανικών δουκάτων η Εταιρεία των Ναβαρραίων, άγνωστης προέλευσης, οπωσδήποτε ίδια μ’ εκείνης των Καταλανών. Το 1380 κάνει για πρώτη φορά εμφανή την παρουσία της. Το χρόνο αυτό ο Ιάκωβος ντε Μπω, επίτιμος αυτοκράτορας της Κων/πολης και ηγεμόνας της Αχαΐας, θεώρησε κατάλληλη τη στιγμή να επανακτήσει τις ελληνικές περιοχές που του ανήκαν, πιστεύοντας ότι η Εταιρεία των Ναβαρραίων θα μπορούσε να τον βοηθήσει στις επιδιώξεις του.

      Το 1380 οι Ναβαρραίοι κατέλαβαν για λογαριασμό του Μπω την Κέρκυρα από τους αξιωματούχους της έκπτωτης βασίλισσας της Νεάπολης Ιωάννας. Αμέσως μετά βάδισαν κατά της καταλανοκρατούμενης Αττικής. Είχαν ειδικό λόγο να το κάμουν αυτό: έτρεφαν παλιά έχθρα κατά του Πέδρο Δ΄, επειδή είχε φυλακίσει το μακαρίτη αρχηγό τους. Και ο Μπω ήταν κατά του Πέδρο Δ΄.

      Αρχηγοί των Ναβαρραίων ήταν ο Μαγιώτ ντε Κοκερέλ και ο Πέδρο ντε Σαν Σουπεράν (Μπόρντο). Αυτοί βρήκαν άξιους βοηθούς ανάμεσα στους αρχηγούς της σικελικής φατρίας. Οι νέοι επιδρομείς συνάντησαν γενναία αντίδραση από τους Καταλανούς του περίφημου κάστρου της Λιβαδιάς. Το κατέλαβαν τελικά, καθώς και τη Θήβα, μετά από προδοσία. Αντίθετα, τα κάστρα των Σαλώνων και της Λαμίας δεν έπεσαν. Αντίσταση σθεναρά αντέταξε και η Ακρόπολη των Αθηνών. ΄Ετσι, οι επιδρομείς αναγκάστηκαν να γυρίσουν στη Βοιωτία που έλεγχαν. Οι Καταλανοί ζήτησαν τη βοήθεια του βασιλιά Πέδρο Δ΄. Ο βασιλιάς ικανοποίησε όλα σχεδόν τα αιτήματά τους. Το ίδιο έκαμε και ο κόμης των Σαλώνων. Παράλληλα με τις άλλες προετοιμασίες, οι Καταλανοί φρόντισαν ν’ αυξήσουν τον πληθυσμό της Αττικής με τη μετακίνηση Αλβανών και Ελλήνων.

    Οι Ναβαρραίοι το 1381 διέσχισαν κατά μήκος τα νότια παράλια του Κορινθιακού χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, αφού οι Ιωαννίτες ιππότες φάνηκαν πρόθυμοι να συνθηκολογήσουν μαζί τους. Το επόμενο χρόνο οι Ιωαννίτες εγκατέλειψαν τη χώρα και οι Ναβαρραίοι έμειναν κύριοι της ηγεμονίας της Αχαΐας. Οι Ναβαρραίοι μεταχειρίζονταν τη χώρα σαν κατακτητές. Στη συνέχεια οι Ναβαρραίοι κινήθηκαν νότια, απείλησαν τους Βενετούς της Μεθώνης και της Κορώνης και κατέλαβαν το Ναβαρίνο. Η Βενετία πρότεινε ν’ αγοράσει το οχυρό, αλλά η πρότασή της απορρίφθηκε.

     Ο Νέριο Ατζαγιόλι εξακολουθούσε να κατέχει την Κόρινθο. Οι Καταλανοί της Αττικής, καίτοι απαλλάχτηκαν από τις εμφύλιες έριδες, είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι το τέλος τους στην Ελλάδα πλησιάζει. Εντούτοις ο επίτροπος ηγέτης τους Ροκαβέρτι θεωρούσε μεν την κατάσταση σταθερή αλλά το 1382 έφυγε από την Ελλάδα. Φεύγοντας άφησε αναπληρωτή του τον Ραμόν ντε Βιλανόβα. Κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του οι τελευταίοι Ναβαρραίοι εγκατέλειψαν τη Βοιωτία. Οι σχέσεις των Ναβαρραίων με το βασιλιά της Αραγόνας αποκαταστάθηκαν. Ο Βιλανόβα ετοιμαζόταν να ανακτήσει ό,τι του είχαν αφαιρέσει, αλλά οι οικογενειακές διαμάχες μεταξύ του βασιλιά Πέδρο Δ΄ και του γιου του Ιωάννη τον ανάγκασαν να γυρίσει στην Ισπανία. Τη διοίκηση του δουκάτου άφησε στα χέρια των Ρογήρου και Αντώνιο ντε Λούρια, γιων του πρώην γενικού επιτρόπου. Το 1386 ο βασιλιάς Πέδρο Δ΄ έπαυσε το Ροκαβέρτι από γενικό επίτροπο και διόρισε τον Μπερνάρντο ντε Κορντέλλα.

    3. Ο Νέριο Ατζαγιόλι παρακολουθούσε μ’ ενδιαφέρον από τα παρατήριά του στην Κόρινθο και τα Μέγαρα την αποσύνθεση της Καταλανικής Εταιρείας. Φρόντισε να δημιουργήσει καλές σχέσεις με τους γείτονές του ΄Ελληνες και Λατίνους. Σχημάτισε μια στρατιά, φαινομενικά μεν για να βοηθήσει το γαμπρό του επ’ αδελφή Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο, δεσπότη του Μυστρά, κατά των Ναβαρραίων, πραγματικά όμως για να κατακτήσει την Αθήνα. Αφορμή ζητούσε πλέον για να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Και η αφορμή δόθηκε.

      Η κομητεία των Σαλώνων ήταν το σπουδαιότερο τιμάριο του Καταλανικού Δουκάτου. Αυτή την εποχή στο παλιό κάστρο των Στρομονκούρ έμενε η χήρα κόμισσα Ελένη με την κόρη της Μαρία. Ο Νέριο πρότεινε γάμο της Μαρίας με τον κουνιάδο του Πιέτρο Saraceno της Εύβοιας. Η Ελένη, ξαδέλφη του δεσπότη του Μυστρά Καντακουζηνού, απέρριψε με περιφρόνηση την πρόταση. Σε απάντηση ο Νέριο διέταξε τους ιππείς του να μπούνε στα Σάλωνα και στις άλλες καταλανικές κτήσεις, μία δε γαλέρα που διέθετε κατευθύνθηκε στον Πειραιά. ΄Ετσι, τον Ιούλ. του 1385 ο Νέριο έφερε τον τίτλο του «Αυθέντη της Κορίνθου και του δουκάτου». Τον Ιαν. του 1387 υπέγραφε στην Αθήνα με αυτό τον τίτλο. Η τελευταία μεγάλη αντίσταση που συνάντησε ο Νέριο ήταν η Ακρόπολη της Αθήνας που υπερασπιζόταν ο γενναίος Δον Πέδρο ντε Πω. Δεκαεφτά μήνες κράτησε η πολιορκία της. Πολλές κινήσεις γίνανε για τη διάσωσή της, αλλ’ απέτυχαν. Στις 20/5/1388 το κάστρο της Ακρόπολης βρισκόταν στα χέρια του Νέριο Ατζαγιόλι.

    4. Έτσι απότομα τέλειωσε η καταλανοκρατία στα δουκάτα. Η Καταλανική Εταιρεία εξαφανίστηκε σαν να ήταν ένα όνειρο. Μόνο η Αίγινα παρέμεινε για καιρό ακόμα στα καταλανικά χέρια, ως το 1461. Αρκετά λείψανα της καταλανοκρατίας σώζονται ακόμα στην Ελλάδα, όπως τα κάστρα της Λαμίας, των Σαλώνων και της Λιβαδιάς και κάποιες εκκλησιές. Οι περισσότεροι από τους Καταλανούς αναχώρησαν, αρκετοί όμως παρέμειναν στην Ελλάδα. Ακόμα και τώρα συναντούμε καταλανικά επώνυμα. Οι Έλληνες πάντως δε λησμόνησαν εύκολα την επώδυνη παρουσία των Καταλανών στην πατρίδα τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου