Η Κέρκυρα (1214 - 1485)
Η Κέρκυρα το 1214 καταλήφθηκε από το δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄. Με πολλά προνόμια πλουτίστηκαν οι Κερκυραίοι όσο βρίσκονταν στη δικαιοδοσία του Δεσποτάτου, ιδίως από το νόθο δεσπότη Μιχαήλ Β΄. Αυτός, για να εξασφαλίσει την υποστήριξη του βασιλιά των Δύο Σικελιών Μάνφρεντ στον αγώνα του για την ηγεσία των Ελλήνων, του έδωσε ως σύζυγο την κόρη του Ελένη και ως προίκα την Κέρκυρα, το φρούριο του Βουθρωτού, τα Σύβοτα, τον Αυλώνα και 1-2 άλλα μέρη στην ΄Ηπειρο. Ο Μάνφρεντ, αδυνατώντας να διοικήσει το νησί ο ίδιος, το έδωσε μαζί με τις άλλες κτήσεις του στην ΄Ηπειρο στο ναύαρχό του Φίλιππο Κινάρντο. Μετά το θάνατο του Μάνφρεντ και αφού το νησί περιήλθε περιστασιακά σε διαφόρους διεκδικητές του, το 1267 περιήλθε στην κυριαρχία του Καρόλου ντ’ Ανζού. Στα σχέδια του Καρόλου ήταν να χρησιμοποιήσει την Κέρκυρα ως ορμητήριο για να κατακτήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Ο Κάρολος ντ’ Ανζού πολύ γρήγορα διαπίστωσε ότι αδυνατούσε να διοικήσει το νησί. Πρόσθεσε στους τίτλους του κι εκείνον του «Βασιλά της Κέρκυρας» κι ανέθεσε την ευθύνη της διαφύλαξής της στον ηγεμόνα της Αχαΐας Γουλιέλμο. Στην ουσία, όμως, την εξουσία συνέχισε να την ασκεί ο γιος τού Κινάρντο, Γκαρνιέ Αλεμάν, ο οποίος φρόντισε να δολοφονήσει το Μιχαήλ Β΄. Στην ουσία ο Κάρολος ντ’ Ανζού ουδέποτε έπαυσε να είναι ο πραγματικός κύριος του νησιού κτλ.
Ο Κάρολος όφειλε το στέμμα του στον πάπα και γιαυτό υπήρξε ιδιαίτερα σκληρός απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Κέρκυρας που ως τότε απελάμβανε εξαιρετικών προνομίων. Ο μητροπολίτης καταργήθηκε και τη θέση του πήρε ο λεγόμενος «μέγας πρωτοπαππάς». Τα εκκλησιαστικά πράγματα πέρασαν στα χέρια των καθολικών.
Στα χρόνια των Ανζού ήταν διαιρεμένο σε 4 βαϊλάτα, το Γύρο, το ΄Ορος, τη Μέση και τη Λευκίμμη. Η γη κατά το ήμισυ ανήκε στη βασιλεία και κατά το υπόλοιπο στους βαρόνους. Οι Λατίνοι βαρόνοι συγκροτούσαν το Συμβούλιο. Αυτό εξέλεγε τους 4 συνδίκους, αντιπροσώπους της κοινότητας, και τους 2 κατεπάνω. Προνόμια βαρονίας παραχωρήθηκαν κατά καιρούς και σε ΄Ελληνες για τις «καλές τους υπηρεσίες».
Το 1294 ο Κάρολος Β΄ της Νεάπολης παραχώρησε την Κέρκυρα, το κάστρο του Βουθρωτού κτλ. στον τέταρτο γιο του Φίλιππο του Τάραντα. Σαράντα χρόνια κράτησε η ηγεμονία του Φιλίππου. Η βασιλεία του είχε πολλά σημαντικά επιτεύγματα, αλλά και πολλά αρνητικά. Το Φίλιππο διαδέχτηκε ο γιος του Ροβέρτος. Συνέχισε την πολιτική τού πατέρα του.
Επόμενος σημαντικός ηγεμόνας του νησιού ήταν ο Φίλιππος Β΄ (1364). Στη διάρκεια της βασιλείας του ίσως δημιουργήθηκε το τιμάριο των τσιγγάνων στην Κέρκυρα, οι οποίοι φαίνεται ότι προήλθαν από την ΄Ηπειρο. Το 1371 ο Φίλιππος Β΄ νυμφεύθηκε την Ελισάβετ της Ουγγαρίας.
Ο Φίλιππος Β΄ και η Ελισάβετ πέθαναν το Νοέμβριο του 1373. Γενικός κληρονόμος τους (σε τίτλους και κτήσεις) υπήρξε ο νεαρός ανιψιός τους Ζακ ντε Μπω. Οι βαρόνοι της Κέρκυρας δεν τον δέχτηκαν. Ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στον Μπω και στη βασίλισσα της Νεάπολης Ιωάννα Α΄. Ο Μπω κατέφυγε στις ελληνικές κτήσεις του. Οι αρχηγοί των Επτανήσων Γουλιέλμος και Ριχάρδος ντ’ Αλταβίλλα ανακήρυξαν την Ιωάννα Α΄ κυρά της Κέρκυρας. Η εξουσία της Ιωάννας κράτησε 7 χρόνια κι αποκατέστησε την τάξη που είχαν καθιερώσει οι προκάτοχοί της.
Το 1380, όμως, ο Μπω θεώρησε κατάλληλη τη στιγμή να ανακτήσει τα δικαιώματά του. Τον βοήθησε σε αυτό η Εταιρεία των Ναβαρραίων που γιαυτό στάλθηκε εκεί. Πρώτο του κατόρθωμα η κατάληψη της Κέρκυρας. Αναζήτησε οπαδούς στο νησί. Εξαγόρασε την υποστήριξη του ισχυρού βαρόνου Αντάμο ντι Σαντ’ Ιππόλυτο, παραχωρώντας του τους Παξούς. Αυτός σε λίγο πρόδωσε τον ευεργέτη του. Ο Κάρολος Γ΄ του Δυρραχίου επιτέθηκε στη Νεάπολη και φόνευσε τη βασίλισσα Ιωάννα, αφαιρώντας της το στέμμα. Η Κέρκυρα διαιρέθηκε σε 3 φατρίες: του Καρόλου Γ΄, κληρονόμου της Ιωάννας Λουδοβίκου ντ’ Ανζού και του Ζακ ντε Μπω, του οποίου η Ναβαρρέζικη φρουρά ήταν μισητή κι από τους Έλληνες κι από τους Ιταλούς. Το 1382 ο Κάρολος Γ΄ έγινε αυθέντης του νησιού.
Η Βενετία, όμως, δεν είχε ξεχάσει ότι το νησί ήταν κάποτε δικό της. Πολλές φορές ως τώρα επιχείρησε να το ανακτήσει από τους Ανζού. Τελευταία άρχισε διαπραγμτεύσεις με τον Ζακ ντε Μπω για υποθήκη, μίσθωση ή αγορά του νησιού, αλλ’ απέτυχαν. Υπήρχε μια φατρία μεταξύ των Κερκυραίων που προτιμούσε τη σταθερότητα της βενετσιάνικης διοίκησης από τους συνεχείς εμφυλίους πολέμους της Νεάπολης. Μετά το θάνατο των Καρόλου Γ΄ και Ζακ ντε Μπω επικράτησε αστάθεια και αβεβαιότητα στο νησί. Κάποια στιγμή τα πράγματα έδειχναν ότι η Κέρκυρα θα κατέληγε στα χέρια της Πάδουα, άσπονδης αντιπάλου της Βενετίας. Αυτό δε θα το ανεχόταν η Γαληνοτάτη. Ο Ελβετός καπετάνος του κόλπου Μιάνι έτυχε αυτή την περίοδο να βρίσκεται στα κερκυραϊκά ύδατα. Αποβιβάστηκε στο νησί και κατάφερε να πείσει τους κατοίκους του ότι μόνο η χώρα του ήταν σε θέση να τους χαρίσει σταθερότητα και ειρήνη. Η πόλη τού παραδόθηκε ειρηνικά. ΄Ετσι, μετά από 170 χρόνια, η βενετσιάνικη κυριαρχία επανερχόταν στο νησί. Σε λίγο όλα τα συνδεδεμένα με την Κέρκυρα κάστρα (Βουθρωτού κτλ.) έγιναν βενετσιάνικα. Τότε έφθασε από τη Βενετία ως Προνοητής ο Μελιπιέρο. Η νέα κατοχή θα κρατούσε πάνω από 4 αιώνες.
Στις 28 Μαΐου 1386 εκλέχτηκε 6μελής αντιπροσωπία από ΄Ελληνες, Ιταλούς και Ιουδαίους που θα πήγαινε να προσκυνήσει στη βενετσιάνικη κυβέρνηση και θα ζητούσε από τους νέους αυθέντες: α) να σεβαστούν τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι Ανζού, β) να μη διαθέσουν ποτέ το νησί, γ) να επικυρώσουν όλα τα τιμάρια, δ) να επισκευάσουν τα τείχη της πόλης, ε) να γίνουν δεκτές όλες οι προσωρινές συμφωνίες μεταξύ της κοινότητας και του Μιάνι, κ.ά. Ο Βενετσιάνος βάιλος ξανάφερε την τάξη μετά το χάος που επικράτησε πρόσφατα στο νησί.
Ωστόσο η Βενετία βιαζόταν να νομιμοποιήσει την κυριαρχία της στο νησί. Η αντιβασίλισσα της Νεάπολης διαμαρτυρήθηκε για την προσάρτηση· ο διάδοχος Λαδίσλαος θέλησε ν’ ασκήσει τα δικαιώματά του και φαινόταν ανυποχώρητος. Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν ως το 1402, όταν ο Λαδίσλαος πούλησε το νησί στη Βενετία. ΄Ετσι τέλειωσε η κυριαρχία των Ναπολιτάνων πάνω στην Κέρκυρα. Ελάχιστα σημάδια της κυριαρχίας των Ανζού σώζονται στο νησί.
Κατά τα πρώτα 20 έτη η διοίκηση ασκήθηκε από ένα μόνο άρχοντα, το «βάιλο και καπετάνο». Το 1410 αποφασίστηκε να του στέλνουν δυο συμβούλους-βοηθούς. Οι χωρικοί, όμως, δεν ήταν ευχαριστημένοι από την προσθήκη των δύο συμβούλων. Η εξουσία του βαΐλου περιορίστηκε και από την προσθήκη μιας τρίτης αρχής, του Προνοητή, που διοικούσε τη φρουρά, έμενε στο φρούριο και είχε γνώμη στα αμφισβητούμενα ζητήματα.
Σημαντική συμμετοχή στην τοπική διοίκηση παραχωρήθηκε στην κερκυραϊκή αριστοκρατία, στη Γενική Συνέλευση, η οποία αποτελούνταν από εξέχοντες ΄Ελληνες και Ιταλούς, με τον καιρό δε προστέθηκαν Κεφαλλονίτες και Αλβανοί. Στα 1440 ο βάιλος διατάχθηκε να συγκροτήσει σώμα από 70 εξέχοντα πρόσωπα με ενιαύσια θητεία. Μετά 50 χρόνια αυτό το σώμα έγινε 150μελές. ΄Ετσι υπήρχαν δύο σώματα, η Γενική Συνέλευση και το Συμβούλιο των 150. Η Γενική Συνέλευση συνεδρίαζε κάθε Οκτ. για να εκλέξει από τα μέλη της το Συμβούλιο των 150. ΄Ηταν πολιτική της βενετσιάνικης κυβέρνησης όλα τα κατώτερα αξιώματα ν’ ασκούνται από Κερκυραίους: «χρονικοί κριτές», σύνδικοι, γραμματέας του δικαστηρίου κτλ. Αντίθετα, τ’ αξιώματα του κοντόσταυλου του νησιού, του καπετάνο της «σιδηρέας πύλης», του διερμηνέα και του επιστάτη του αλατιού δεν τα παραχώρησε.
Τα εξαρτήματα της αποικίας στην ΄Ηπειρο είχαν τα ίδια πόστα. Μερικά αξιώματα πληρώνονταν από το Συμβούλιο και σε όλα διορίζονταν Κερκυραίοι ευγενείς.
Η εκκλησιαστική πολιτική των Βενετών ήταν περισσότερο ανεκτική προς τους Ορθοδόξους απ’ ό,τι των Ανζού. Φρόντιζαν να τηρούν ίσες περίπου αποστάσεις έναντι του πάπα και του Οικ., Πατριαρχείου. Ο αρχηγός των Ορθοδόξων συνέχισε ν’ αποκαλείται μέγας πρωτοπαππάς, ενώ τον τίτλο του αρχιεπισκόπου έφερε ο επικεφαλής του καθολικού κλήρου. Οι διαμάχες ανάμεσα στους οπαδούς των δύο εκκλησιών ήταν ηπιότερες από ό,τι αλλού.
Tη βάση της κερκυραϊκής κοινωνίας εξακολουθούσε ν’ αποτελεί το φεουδαλικό σύστημα που έγινε το στήριγμα της Βενετοκρατίας. Σταδιακά, όμως, τα τιμάρια μειώθηκαν από 24 στο ήμισυ περίπου. Επειδή δε στην Κέρκυρα δεν ίσχυε ο σάλιος νόμος (απέκλειε τις γυναίκες από τα κληρονομικά δικαιώματα και τη διαδοχή στο θρόνο), πολλές βαρονίες πέρασαν στα χέρια γυναικών. Το σπουδαιότερο από τα τιμάρια ήταν εκείνο των Αθίγγανων/τσιγγάνων, περίπου 100 τον αριθμό, υπάγονταν δε στο βαρόνο. Είχαν δικό τους στρατιωτικό αρχηγό. Το 1540, μετά τη μεγάλη πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους, το τιμάριο περιήλθε στον πολυμήχανο Αντώνιο ΄Επαρχο. Οι Κερκυραίοι χωρικοί κάτω από το φεουδαλικό σύστημα ήταν σε χειρότερη θέση από ό,τι οι συνάδελφοί τους στην κυρίως Ελλάδα κατά την Τουρκοκρατία. Οι Κερκυραίοι σέμπροι (καλλιεργητές ξένων κτημάτων που μοιράζονταν τους καρπούς με τον ιδιοκτήτη) ήταν τριών κατηγοριών: της Δημοκρατίας (είχε κτήματα στο νησί), της Λατινικής Εκκλησίας και των βαρόνων.
Κατά τη διάρκεια των 4 αι. της κυριαρχίας της η Βενετία δεν έκαμε τίποτε για την πνευματική ανάπτυξη των Κερκυραίων. Δημόσια σχολεία δεν ιδρύθηκαν, επίσημη γλώσσα ήταν η βενετσιάνικη ή η ιταλική. Η ελληνική κατάντησε να μιλιέται μόνο από τους χωρικούς.
Ο τουρκικός κίνδυνος κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας δεν ήταν έντονος, εκτός από 1-2 πολιορκίες που έληξαν ανώδυνα. Συχνότερες ήταν οι ενοχλήσεις από Ιταλούς ηγεμονίσκους και Αλβανούς αρχηγούς. Εντονότερο ήταν το ενδιαφέρον των Γενοβέζων. Αυτοί δύο φορές επιχείρησαν να καταλάβουν το νησί (1403 και 1432), αλλ’ απέτυχαν.
Μετά την πτώση της Κων/πολης πολλοί Βυζαντινοί επιφανείς (π.χ. οικογένεια Θεοτόκη, ο ιστορικός Φραντζής κ.ά.) κατέφυγαν στην Κέρκυρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου