ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
   Κατά τους δύο πρώτους αι. της τουρκικής σκλαβιάς επικράτησε στη χώρα απόλυτο σχεδόν σκοτάδι απαιδευσίας και αμάθειας. Μόνο περί το τέλος του ΙΣΤ΄ αι. αρχίζει να αναδεύεται η νεκρή ελληνική παιδεία. Κι αυτό γίνεται με πρωτοβουλία της Εκκλησίας, της μόνης στοιχειωδώς οργανωμένης αρχής στον υπόδουλο Ελληνισμό. Πολλοί είναι οι λόγιοι που διεκτραγωδούν αυτή την κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε στις Φραγκο-Λατινο-Βενετοκρατούμενες περιοχές τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα.
     Τα πρώτα δειλά βήματα εξόδου από αυτό το πνευματικό σκοτάδι αρχίζουν περί το 1540. Πρωταγωνιστές τρεις αξιόλογοι δάσκαλοι, λόγιοι και συγγραφείς: ο Παχώμιος Ρουσάνος, ο Ερμόδωρος Λήσταρχος και ο Θεοφάνης Ελεαβούλκος.
     Σε πιο οργανωμένη, όμως, μορφή παροχής παιδείας τα σκήπτρα και την πρωτοπορία κρατάει η Χίος. Περί τα μέσα του ΙΣΤ΄ αι. μετακλήθηκε στο νησί ο Ζακυνθινός λόγιος και διδάσκαλος Μιχαήλ Ερμόδωρος Λήσταρχος. Εργάστηκε με πάθος. Πολλοί από τους μαθητές του στη συνέχεια διέπρεψαν. Ταυτόχρονα με το Λήσταρχο δίδασκαν στη Χίο και οι Παχώμιος Ρουσάνος και Θεοφ. Ελεαβούλκος. Ανάμεσα μάλιστα στον πρώτο και στους δύο άλλους επήλθε αργότερα οξεία ρήξη.
    Περί το 1546, μάλιστα, οι Χιώτες άρχοντες σχεδίαζαν να ιδρύσουν στη Χίο πανεπιστήμιο. Οι τουρκικές, όμως, επιδρομές και η κατάληψη του νησιού (1566) ματαίωσαν τα σχέδιά τους. Μόλις τα πράγματα καταλάγιασαν επήλθε και πάλι στη Χίο η οικονομική και πνευματική ακμή. Ιδιαίτερα μετά το 1590, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί οι Ιησουίτες μοναχοί, οι οποίοι ίδρυσαν σχολείο στο οποίο φοίτησαν πολλοί μαθητές. Πολλοί από αυτούς διευκολύνθηκαν να σπουδάσουν σε ιταλικά πανεπιστήμια ή στο Ελληνικό Κολέγιο του Αγ. Αθανασίου της Ρώμης.
    Το 1596 ο Χιώτης τυπογράφος Εμμ. Γλυτζούνης, για ν’ ανακόψει πιθανώς την επιρροή των Ιησουιτών, κληροδότησε 1000 δουκάτα και το πατρικό του σπίτι για να ιδρυθεί στη Χίο σχολείο και να αμείβεται ο δάσκαλος. Δυστυχώς, όμως, οι εκτελεστές της διαθήκης αμέλησαν να προωθήσουν το έργο.
      Στα μέσα του ΙΣΤ΄ αι. αναζωπυρώνεται και στην Κων/πολη το ενδιαφέρον για την πνευματική κίνηση. Υπήρχαν δάσκαλοι (Μανουήλ Κορίνθιος, Αντ. Καραμαλίκης κ.ά.) που συγκέντρωναν γύρω τους μαθητές. Σημειώνεται ακόμα η προσπάθεια του πατριάρχη Διονυσίου Β΄ (1546-56) για την ίδρυση σχολείου. Απηύθυνε έκκληση/πρόσκληση σε διαφόρους επιφανείς διδασκάλους να αναλάβουν το διδακτικό έργο.
      Μεγαλύτερη δραστηριότητα επέδειξε ο επόμενος πατριάρχης Ιωάσαφ Β΄ (1556-65). Ως μητροπολίτης Αδριανούπολης κάλεσε εκεί το Ναυπλιώτη λόγιο Ιωάννη Ζυγομαλά για να διδάξει. ΄Οταν έγινε πατριάρχης τον πήρε μαζί του. Μαζί ίδρυσαν το πρώτο πατριαρχικό σχολείο που αποτέλεσε τον πρόδρομο της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Κύριος σκοπός τού σχολείου ήταν να μορφώσει κληρικούς.
     Ανέλπιστος αρωγός σε αυτό το έργο του πατριάρχη ήρθε ο ηγεμόνας της Μοσχοβίας Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός, ο οποίος εκείνη την εποχή ζητούσε από το πατριαρχείο να επικυρώσει τον τίτλο του ως τσάρου της Ρωσίας. Το αίτημά του το συνόδευε και με γενναία χρηματική δωρεά. ΄Αγνωστο είναι αν η λειτουργία του σχολείου συνεχίστηκε και μετά την καθαίρεση του Ιωάσαφ Β΄ (1565). Πάντως ζωηρώς ενδιαφέρθηκε για την ανασύσταση ή περαιτέρω αναβάθμιση του πατριαρχικού σχολείου ο μέγας πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ (1572-95). Στο σχολείο αυτό θήτευσαν μερικοί από τους σημαντικότερους λογίους της εποχής. Το 1586 τουρκικές παρεμβάσεις φαίνεται να επηρεάζουν δυσμενώς στη λειτουργία της σχολής. Πάντως το 1604 φαίνεται ότι η σχολή λειτουργούσε.
    ΄Ισως η σημαντικότερη εξέλιξη συνέβη το 1593. Τότε συνήλθε στην Κων/πολη η Μεγάλη Σύνοδος και αποφάσισε να λάβει γενικότερα μέτρα για την προαγωγή της παιδείας. Συνέστησε με την απόφασή της στους επιχώριους επισκόπους να μεριμνήσουν για την ίδρυση σχολείων και την αμοιβή των διδασκάλων, μέσα στα όρια φυσικά των οικονομικών τους δυνατοτήτων.
     Δεν ήταν μόνο η Χίος και η Κων/πολη που παρουσίασαν κινητικότητα στο χώρο της παιδείας. Τις ακολούθησε και η Θεσσαλονίκη. Εδώ δέσποσε η μορφή του λόγιου μοναχού Ματθαίου.
      Ούτε η Αθήνα έμεινε αδιάφορη. Υπάρχει μαρτυρία ότι περί το 1586 υπήρχαν στην Αθήνα «διδασκαλεία πολλά». Αυτό εξάγεται άλλωστε και από το γεγονός ότι αργότερα αρκετοί νέοι (Θεόφιλος Κορυδαλεύς, Λεονάρδος Φιλαράς, Ναθαναήλ Χίκας κ.ά.) πήγαν στην Ιταλία για συμπληρωματικές σπουδές.
     Και στην Πάτμο συναντούμε παιδευτικές εστίες από τις οποίες προήρθαν αρκετοί λόγιοι (Κων/νος ο δομέστικος, Μιχαήλ Κράλης, Μάξιμος ο Πελοποννήσιος κ.ά.). Και στην Κύπρο λειτουργούσαν σχολεία κατά την περίοδο της βενετοκρατίας.
    Στις μικρότερες ελληνικές πόλεις δε μαρτυρείται μεν η ύπαρξη οργανωμένων σχολείων με επιφανείς δασκάλους, αλλ’ υπήρχαν (ιδίως μετά το 1570) μικρά ενοριακά σχολεία που παρείχαν στοιχειώδη παιδεία.
     Στην Κρήτη τα πράγματα είχαν την ιδιαιτερότητά τους. ΄Εχουμε τη μακρά περίοδο της Ενενετοκρατίας (ως το 1668), κατά την οποία γίνεται προσπάθεια εκλατινισμού της θρησκείας και εξιταλισμού της γλώσσας. Ούτε, όμως, το ένα ούτε το άλλο πετυχαίνεται στον επιθυμητό βαθμό. Ακόμη η Κρήτη γίνεται κέντρο υποδοχής ή καταφυγής Ελλήνων λογίων από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές. Είχε άλλωστε αναδειχθεί σε σημαντικό πνευματικό κέντρο πριν από την ΄Αλωση. Περίφημο είναι το αντιγραφικό εργαστήριο που ίδρυσε στη Γόρτυνα ο Μιχαήλ Αποστόλης. Η Κρήτη έγινε τροφοδότης της Κων/πολης σε μεγάλους ιεράρχες: Μάξιμος Μαργούνιος, Μελέτιος Πηγάς και Κύριλλος Λούκαρις. Ακόμη, πλήθος λογίων πηγαίνουν στην Ιταλία/Δύση για ανώτερες σπουδές. Αυτά προϋποθέτουν τη λειτουργία στο Ηράκλειο κ.α. πολλών σχολείων. Από τις αρχές του ΙΣΤ΄ αι. αρχίζει να οργανώνεται στην Κρήτη ο θεσμός των ακαδημιών κατά τα πρότυπα της Δύσης. Δεν επρόκειτο για εκπαιδευτικά ιδρύματα, αλλά για είδος σωματείων λογίων με σκοπό την καλλιέργειά τους μέσα από συζητήσεις πάνω σε φιλολογικά κι επιστημονικά θέματα.
      Αναλογίες με όσα συνέβαιναν στην Κρήτη θα βρούμε και στα Επτάνησα, από την Κέρκυρα, που πρώτη υποτάχθηκε στους Ενετούς (1386), ως την τελευταία, τη Λευκάδα (1684).
      Τα πράγματα στην παιδεία του υπόδουλου Γένους άλλαξαν προς το καλύτερο από τις αρχές του ΙΖ΄ αι. Αυτή η βελτίωση σηματοδοτείται από την αναζωογόνηση της Πατριαρχικής Σχολής της Κων/πολης που αναβαθμίστηκε σε κέντρο ανώτερης παιδείας. Η αναγέννηση δε και αναβάθμιση της Σχολής συνδέεται άμεσα με την παρουσία, τη δράση και την προσφορά του Αθηναίου πρώτου νεοέλληνα φιλοσόφου Θεόφιλου Κορυδαλέα ή Σκορδαλού (1572-1646). Στους μαθητές του συγκαταλέγονται και οι: Ιω. Καρυοφύλλης, Μελέτιος Συρίγος, Παΐσιος Μεταξάς, Ευγένιος Γιαννούλης/Αιτωλός κ.ά.
    Μεγάλη ώθηση στην υπόδουλη Παιδεία δόθηκε από το Νεοελληνικό Διαφωτισμό που αντρώθηκε κυρίως κατά το ΙΗ΄ αι. Την περίοδο αυτή εμφανίζονται σχολεία ή σχολές μέσης ή ανώτερης βαθμίδας υπό διάφορες ονομασίες: Φροντιστήριον, Παιδαγωγείον, Μουσείον, Ελληνομουσείον, Λύκειον, Παγγενές, Ακαδημία, Κολέγιον κτλ. Πρωτεργάτες αυτής της εκπαιδευτικής άνθισης, μεταξύ άλλων, ήταν οι: Θεόφιλος Κορυδαλέας, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Ιω. Ντέκας, Θωμάς Φλαγγίνης, Μανουήλ Υψηλάντης, Νικηφόρος Θεοτόκης, Μανασσής Ηλιάδης, Κων/νος Κούμας, Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, οικογένεια Μπαλάνων, Δημήτριος Καταρτζής, Νεόφυτος Δούκας, Χρύσανθος Νοταράς, Ευγένιος Βούλγαρις, Αδαμάντιος Κοραής, Ευγένιος Γιαννούλης/Αιτωλός, Κοσμάς ο Αιτωλός, Αθανάσιος Ψαλίδας, Νεόφυτος Βάμβας, Κων/νος Οικονόμου, Ιω. Πρίγκος κ.π.ά.
      Μια σύντομη μνεία και των σπουδαιότερων εκπαιδευτικών κέντρων ή φορέων: η Φιλόμουσος Εταιρεία στην Αθήνα, η Αθωνιάδα Σχολή, το Ελληνομουσείον των Αγράφων, η Σχολή Γκούμα και Μαρούτση στα Γιάννενα, το Φιλολογικόν Φροντιστήριον στη Βενετία, η Ευαγγελική Σχολή στη Σμύρνη, η Πατριαρχική Ακαδημία στην Κων/πολη, το Φιλολογικό Γυμνάσιο στη Σμύρνη κ.ά. Σχολές ιδρύονται ακόμη: στην Άρτα, στο Μέτσοβο, στην Καστοριά, στην Κοζάνη, στα Αμπελάκια, στην Πάτμο, στο Ιάσιο, στο Βουκουρέστι, στις Μηλιές του Πηλίου, στη Ζαγορά, στις Κυδωνίες, στη Δημητσάνα κ.α.
     Παρόλα αυτά η εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων και των χριστιανόπουλων κατά την ερεβώδη αυτή περίοδο ήταν κατά κανόνα όνειρο άπιαστο. Πέρα από τη γενικευμένη εξαθλίωση, ανυπέρβλητα εμπόδια παρενέβαλλε και ο στυγνός και αγροίκος κατακτητής. Εντεύθεν και το φαινόμενο του «Κρυφού Σχολειού» πού δεν είναι καθόλου ένας μύθος, όπως θέλουν πολλοί. Παραθέτουμε κάποιες μαρτυρίες: α) Μητροφάνη, πατριάρχη Αλεξανδρείας (1627): « ‘- Την ελληνικήν γλώσσαν ανά κράτος αφανίσαι ηβουλήθησαν… ότι ημάς της πατρίου φωνής μικρού απεξένωσαν, τω τε κωλύειν τα ελληνικά μαθήματα ελληνιστί παραδίδοσθαι και τω τας βίβλους ημών αφανίσαι τε και κατακρύψαι». β) Μακαρίου Χριστιανοπούλου, ιεροκήρυκα του Οικ. Πατριαρχείου (1743): «Ευρίσκομαι χρεώστης εις εσένα, τέκνον, όπου μήτε ελληνικήν μήτε λατινικήν έλαβες μάθησιν. Έμαθες να διαβάζης, ίσως μήτε ελευθέρως, εις τα απλά της εκκλησίας μας βιβλία». γ) Γεωργίου Μαυροκορδάτου, καθηγητή Νομικής (1849, κατά την ανάληψη της πρυτανείας): «Η μεν προ ημών νεολαία, εις ην ανήκομεν ημείς, οι ήδη παλαιοί, εις δούλην την Ελλάδα εξεπαιδεύετο… Εδιδάσκετο λαθραίως εν υπογείοις και εν ταις οπαίς της γης, τον τύραννον διαφεύγουσα». δ) Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, πρώτου υπασπιστή του Κολοκοτρώνη (1873, στα «Απομνημονεύματά» του): «Μόνοι των οι Έλληνες εφρόντιζαν δια την παιδείαν, η οποία εσυνίστατο εις το να μανθάνουν τα κοινά γράμματα και ολίγην αριθμητικήν ακανόνιστον. Εν ελλείψει δε διδασκάλου, ο ιερεύς εφρόντιζε περί τούτου. Όλα αυτά εγίνοντο εν τω σκότει και προφυλακτικά από τους Τούρκους». ε) Αξιόλογη (και ενδεικτική) είναι και η μαρτυρία του Γάλλου δημοσιογράφου-πολεμικού ανταποκριτή Ρενέ Πιο (1913) από τη Β. Ήπειρο.
       Ενιαίο πρόγραμμα διδακτέας ύλης ήταν αδύνατο να υπάρχει. Κάθε Σχολή/Σχολείο, όπου υπήρχε και λειτουργούσε στοιχειωδώς, καθόριζε τα διδασκόμενα μαθήματα και την κατανομή της ύλης. Τα επικρατέστερα μαθήματα ήταν: α) Ιερά και κοινά γράμματα, β) Γραμματική, γ) Κείμενα (κλασικά κι εκκλησιαστικά), δ) Σύνταξη - Θεματογραφία, ε) Ποιητικά - Ρητορικά κ.ά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου