3. Καθ’ οδόν προς την Απελευθέρωση. Το Συνέδριο του Λιβάνου και ο Γεώργιος Παπανδρέου
1. Στις προσκλήσεις των Τσουδερού και Σοφ. Βενιζέλου προς τους εν Ελλάδι πολιτικούς και αντιστασιακούς παράγοντες για την πραγματοποίηση Συνεδρίου στη Μ. Ανατολή απάντησαν θετικά, το μεν ΕΑΜ στις 6/4/44, τα δε αστικά κόμματα λίγο αργότερα. Σε μήνυμά του ο Θεμ. Σοφούλης, που συνόδευε την αποδοχή, δήλωνε αντίθετος σε κάθε διεύρυνση της κυβέρνησης με βάση την ΠΕΕΑ. Τα γεγονότα στο Στράτευμα δεν επηρέασαν την πραγματοποίηση του Συνεδρίου.
Η σύγκληση του Συνεδρίου ορίστηκε για το Μάη στο Λίβανο σαν σε «ουδέτερο έδαφος» και χωρίς δημοσιότητα. Έλαβαν μέρος η εξόριστη κυβέρνηση, τα αστικά κόμματα, το ΕΔΕΣ, το ΕΑΜ, η ΕΚΚΑ και η ΠΕΕΑ. Για την προετοιμασία του εργάστηκαν και συνεργάστηκαν ο πρεσβευτής Λήπερ και ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου. Οι ΕΑΜίτες εκπρόσωποι δεν είχαν τρόπο επικοινωνίας με την ηγεσία τους. Από αυτή την αδυναμία ανεφύησαν προβλήματα.
Πριν ακόμη αρχίσουν οι συνεδριάσεις ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ του ΕΑΜ και των άλλων. Οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ/ΚΚΕ, της ΠΕΕΑ και ο ΕΛΑΣ (Μιλτ. Πορφυρογένης, Πέτρος Ρούσσος, Αλ. Σβώλος, Άγγ. Αγγελόπουλος, Στέφ. Σαράφης κ.ά.) ζητούσαν την καταδίκη των Ταγμάτων Ασφαλείας, ενιαία κυβέρνηση με κυρίαρχο το ΕΑΜ, μεταφορά κυβερνητικού κλιμακίου στο «βουνό», ο μελλοντικός εθνικός Στρατός να έχει ως βάση τον ΕΛΑΣ κ.ά. Σε αυτά αντέδρασαν όλοι οι άλλοι. Ο Παπανδρέου επιδίωκε τη διάλυση του ΕΛΑΣ. Ο Π. Ρούσσος εκδήλωσε τάσεις αποχώρησης, τον απέτρεψε, όμως, ο Σβώλος. Τελικά η ΕΑΜική αντιπροσωπία προσήλθε στο Συνέδριο, αφού προηγουμένως με επιστολές της στο Ρούσβελτ και στον Τσώρτσιλ αποδοκίμασε όσα συνέβησαν στο Στράτευμα, για τις οποίες (επιστολές) αργότερα επικρίθηκε από το ΕΑΜ ως «εκτός γραμμής».
Στις 17/5 άρχισαν οι εργασίες. Ανοίγοντάς τες ο Γ. Παπανδρέου, ανέγνωσε τις προγραμματικές του δηλώσεις κι επιτέθηκε σκληρά στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ. Τον μιμήθηκαν και άλλοι αστοί πολιτικοί και εξαφορμής της πρόσφατης δολοφονίας του Δημητρίου Ψαρρού. Οι ΕΑΜίτες αιφνιδιάστηκαν κι εγκλωβίστηκαν.
Στις 20/5 τελείωσαν οι εργασίες του Συνεδρίου και συντάχθηκαν οι αποφάσεις του («Εθνικόν Συμβόλαιον» ονομάστηκε) που βασίζονταν στις θέσεις του πρωθυπουργού. Προβλεπόταν ενιαία κυβέρνηση και χαρακτηριζόταν «έγκλημα εναντίον της Πατρίδος» τα όσα συνέβησαν στο Στράτευμα, κτλ. Απηχούσε/υιοθετούσε πλήρως την ιδεολογία όλου του φάσματος των αστικών κομμάτων.
2. Στις 24/5 ορκίστηκε στο Κάιρο το πρώτο κυβερνητικό κλιμάκιο από τους: Γ. Παπανδρέου (πρωθυπουργός και, προσωρινά, υπ. Στρατιωτικών), Σοφ. Βενιζέλο (Αντιπρόεδρος), Γ. Σακαλή (Άνευ Χαρτοφυλακίου), Φ. Δραγούμη (υφυπ. Εξωτερικών), Λ. Λαμπριανίδη (υφυπ. παρά τω πρωθυπουργώ), Α. Μυλωνά (Ναυτικών) και Π. Ράλλη (Αεροπορίας). Στις 8/6 ένα δεύτερο κλιμάκιο από τους: Παν. Κανελλόπουλο (Ανασυγκροτήσεως και, προσωρινά, Οικονομικών), Θεμ. Τσάτσο (Δικαιοσύνης), Γ. Καρτάλη (Τύπου) και Σπ. Θεοτόκη (Επισιτισμού). Εκπρόσωποι του ΕΑΜ θα αναλάμβαναν τα Υπ. Οικονομικών, Εργασίας, Συγκοινωνίας και Εθν. Οικονομίας.
Όταν το ΕΑΜ πληροφορήθηκε τις αποφάσεις κτλ. του Συνεδρίου, τις απέρριψε, υποστηρίζοντας ότι η αντιπροσωπία του παραβίασε τις οδηγίες του. Αυτή η απόφαση προκάλεσε την παραίτηση του Σβώλου, την οποία μετά από πιέσεις των συναδέλφων του ανακάλεσε. Αλλά και το ΕΑΜ, αναλογιζόμενο τις συνέπειες από τυχόν ρήξη και συνεπώς ματαίωση συγκρότησης Κυβέρνησης εθνικής ενότητας, ανακάλεσε την απόφασή του και ζήτησε τηλεγραφικώς (στις 27/5) τη «βελτίωση» όσων αποφασίστηκαν, επιμένοντας σε ορισμένες θέσεις του συνόλου του αριστερού και κομουνιστικού φάσματος. Στην Ελλάδα επανήλθαν μόνο οι Στ. Σαράφης, Π. Ρούσσος και Μιλτ. Πορφυρογένης.
Οι διαβουλεύσεις συνεχίστηκαν. Η πολιτική ήττα του ΕΑΜ δεν ανατράπηκε. Αφού δέχτηκε να συμμετάσχει στο Συνέδριο δεν υπήρχε δρόμος υπαναχώρησης χωρίς να κατηγορηθεί ως εμπρηστής της εθνικής ενότητας. Υπήρχε, όμως, μια ισορροπία δυνάμεων: οι αστοί ισχυρότεροι στο πολιτικό και διπλωματικό πεδίο, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στο στρατιωτικό.
Στις 12/6 ο Γ. Παπανδρέου δήλωνε στο Υπ. Συμβούλιο ότι θέμα Πολιτειακού δεν υφίσταται, αφού ο βασιλιάς κατέστησε σαφές ότι επ’ αυτού θα αποδεχόταν την απόφαση της κυβέρνησης. Θα ανέμενε δηλ. την έκφραση της λαϊκής βούλησης.
Στις 2/7 το ΕΑΜ έθεσε αρκετούς όρους για τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση. Το Υπ. Συμβούλιο τους απέρριψε, διότι α) το ΕΑΜ θ’ αποκτούσε τον έλεγχο του κράτους και β) συνιστούσαν παραβίαση ουσιωδών όρων της συμφωνίας του Λιβάνου. Ο Παπανδρέου ζήτησε από τους Άγγλους α) ν’ αποστείλουν στην Ελλάδα στρατεύματα, και β) ν’ αποκηρύξουν το ΕΑΜ. Στις 15/7 αναχώρησαν για την Ελλάδα και οι υπόλοιποι του ΕΑΜ.
Και όμως το ΕΑΜ δεν ήθελε την απομόνωση. Τον Αύγ. υπαναχώρησε και δήλωσε πρόθεση συμμετοχής στην κυβέρνηση. Πιθανοί λόγοι αλλαγής της στάσης: α) σοβιετική υπόδειξη, β) πιέσεις του Σβώλου και άλλων μελών της ΠΕΕΑ. Πάντως γι’ αυτή τη συμμετοχή το μόνο που ζήτησε ήταν η παραίτηση του Παπανδρέου. Ο ίδιος δεν ήταν αντίθετος, το Υπ. Συμβούλιο όμως στις 4/8 το απέρριψε. Μετά από επίμονες διεργασίες (και προπάντων σθεναρή βρετανική στήριξη στον Παπανδρέου), τις 15/8 το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ απέσυραν το αίτημά τους περί παραίτησης του Παπανδρέου.
Ο Τσώρτσιλ, βλέποντας τη δυναμική του ΕΑΜ και τις απώτερες επιδιώξεις του, ζήτησε το σχεδιασμό αποβατικής επιχείρησης για την απελευθέρωση της Ελλάδας, εν αγνοία της ελληνικής κυβέρνησης.
Στις 21/8 πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη μυστική συνάντηση Τσώρτσιλ – Παπανδρέου, στην οποία αποφασίστηκε η μεταφορά της κυβέρνησης στην Ιταλία. Συζητήθηκαν ακόμη: 1) η αποστολή βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, και 2) η παροχή βοήθειας για την ανοικοδόμηση της Ελλάδας. Ο Παπανδρέου ζήτησε την αποχώρηση των Βουλγάρων από τα ελληνικά εδάφη. Ο Τσώρτσιλ α) δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε νέα δήλωση του βασιλιά για το Πολιτειακό, και β) τήρησε ευνοϊκή στάση για τις εθνικές διεκδικήσεις, αλλά τη διευθέτησή τους παρέπεμψε στη λήξη του πολέμου. Το ενδεχόμενο στη Ρώμη ο Παπανδρέου να συμφώνησε την επιστροφή του βασιλιά πριν από το δημοψήφισμα προκάλεσε τις παραιτήσεις των Σοφ. Βενιζέλου, Κ. Ρέντη και Α. Μυλωνά. Τους αντικατέστησαν οι Ε. Σοφούλης, Σ. Τσακόπουλος και Δ. Χέλμης.
Στις 2/9 ορκίστηκαν οι υπουργοί του ΕΑΜ: Αλ. Σβώλος (Οικονομικών), Ηλ. Τσιριμώκος (Εθν. Οικονομίας), Ν. Αρκούτσης (Συγκοινωνιών), Μιλτ. Πορφυρογένης (Εργασίας), Ι. Ζεύγος (Γεωργίας) και Άγγ. Αγγελόπουλος (υφυπ. Οικονομικών). Αμέσως μετά επικυρώθηκε το Εθνικό Συμβόλαιο του Λιβάνου. Ικανοποιήθηκε και το πάγιο αίτημα του ΕΑΜ περί καταδίκης των Ταγμάτων Ασφαλείας. Στις 7/9 μεταφέρθηκε η έδρα της κυβέρνησης στην Ιταλία.
3. Μέσα στο Σεπτ. οι δυο αξιόμαχες μονάδες αναλάμβαναν πολεμική δράση, η 3η Ορ. Ταξιαρχία στο Ρίμινι της Ιταλίας και ο Ιερός Λόχος στο Αιγαίο. Η κυβέρνηση όρισε εκπροσώπους της σε κάθε ευρεία περιοχή που θα επέβλεπαν και θα μεριμνούσαν για την τήρηση της τάξης μετά την απελευθέρωση. Στις 22/9 ο Παπανδρέου πληροφορούσε τον Τσώρτσιλ (εκφράζοντας εν ταυτώ και την ανησυχία του) ότι τις περιοχές που εγκατέλιπαν οι αποχωρούντες Γερμανοί καταλάμβανε ο ΕΛΑΣ.
Το τελευταίο ήταν εκ των πραγμάτων αναπόφευκτο. Συνοδεύτηκε, όμως, από σφοδρές αναμετρήσεις ΕΛΑΣ - Ταγμάτων Ασφαλείας. Κορυφαία εκείνη της 11-13/9 στο Μελιγαλά Μεσσηνίας όπου εξοντώθηκαν εκατοντάδες ταγματασφαλίτες. Παρενέβη κατευναστικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στην περιοχή Παν. Κανελλόπουλος. Ο Γ. Παπανδρέου ζήτησε επίμονα από τους Βρετανούς να συμβάλουν δυναμικά στην αποχώρηση των Βουλγάρων.
Επιβαλλόταν, όμως, να καθοριστούν τα βήματα και οι διαδικασίες εφαρμογής μετά την απελευθέρωση όσων αποφασίστηκαν στο Λίβανο. Γιαυτό στις 24-26/9 πραγματοποιήθηκε στην Καζέρτα της Ιταλίας ευρεία διάσκεψη. Μετείχαν: ως Πρόεδρος ο Διοικητής του ΣΜΑ Βρετανός στρατηγός Χένρυ Ουίλσον, ο Βρετανός υπουργός Χάρολντ Μακμίλλαν, και από ελληνικής πλευράς οι Γ. Παπανδρέου, Αλ. Σβώλος, Ιω. Ζεύγος, Θεμ. Τσάτσος, Στέφ. Σαράφης, Ναπ. Ζέρβας και ο Κ. Δεσποτόπουλος ως νομικός σύμβουλος του Στ. Σαράφη. Μετά τη διάσκεψη υπογράφηκε Σύμφωνο που πρόβλεπε: α) οι αντάρτικες ομάδες και ο Στρατός της Μ. Ανατολής τίθενται στις διαταγές της κυβέρνησης κι εκείνη τις θέτει υπό τις διαταγές του αρχηγού του εκστρατευτικού σώματος Βρετανού στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι. β) Το διορισμό του υποστράτηγου Π. Σπηλιωτόπουλου ως διοικητή της Αθήνας` γ) απαγόρευε στον ΕΛΑΣ να μεταφέρει στην Αθήνα και στη Θεσ/νίκη νέες δυνάμεις, και δ) την αντιμετώπιση των Ταγμάτων Ασφαλείας, αν δεν παραδίνονταν, ως εχθρικών δυνάμεων.
Πλησίαζε η ώρα λήξης της εξορίας των ελληνικών κυβερνήσεων και της επιστροφής στην Αθήνα. Αυτό ορίστηκε για τις 18/10/44. Θα έπρεπε, όμως, ν’ ακολουθηθεί μια αρκετά σύνθετη διαδικασία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου