ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

2. Στην Ανατ. Στερεά και στην Εύβοια

      1. Το πρώτο άμεσο -θλιβερό- αποτέλεσμα της πτώσης του Μεσολογγίου ήταν το ουσιαστικό τέλος της επανάστασης στη Δυτ. Στερεά. Οι οπλαρχηγοί κατέφυγαν στο Ναύπλιο. Ο περισσότερος πληθυσμός ζήτησε ασφάλεια στα ορεινά καταφύγια, τις Αποκλείστρες. Ο Κιουταχή αναχώρησε για την Αττική. Αντίσταση συνάντησε μόνο στο μοναστήρι της Βαρνάκοβας από τους Γ. Καραϊσκάκη, Γ. Γιολδάση, Γ. Στάικο, Γ. Τσόγκα και Ράγκο. Πολλοί οπλαρχηγοί ήρθαν σε συνεννόηση  («καπάκια») με τον Κιουταχή κι επέστρεψαν στα καπετανάτα τους (Μ. Κοντογιάννης, Ανδρ. Σαφάκας, Γιάννης Ρούκης κ.ά.). Οι Νάκος Πανουργιάς, Γ. Καραϊσκάκης και Δ. Σκαλτσάς κατέφυγαν στο Αίγιο. Μόνο οι Βάσος Μαυροβουνιώτης και Ν. Κριεζώτης με 500 άντρες εγκαταστάθηκαν στην Ελευσίνα.

    2. Οι Αθηναίοι ήταν αποφασισμένοι ν’ αντισταθούν στη λαίλαπα του Κιουταχή. Την ευθύνη της άμυνας είχε ο Γκούρας.

     Πριν από τον Κιουταχή είχε εισβάλει στην Αττική ο Ομέρ πασάς της Εύβοιας. Στις 21 και 24/6 στα Λιόσια συγκρούστηκε με ελληνικά σώματα. Η σκληρή συμπεριφορά του Γκούρα είχε προλειάνει το έδαφος ώστε μεγάλη μερίδα του λαού να υποδεχθούν τον Ομέρ ως σωτήρα.

      Στις 28/5 ο Κιουταχή κατέλαβε τη Θήβα κι από εκεί έφθασε στο Μενίδι.

       3. Ο Φαβιέρος στην Εύβοιαα) ΄Οπως είδαμε, η Αθήνα έγινε η έδρα του ελληνικού τακτικού στρατού υπό τον Φεβιέρο.

      Στις 12/2 ο Φαβιέρος με 1.100 περίπου άντρες εξεστράτευσε εναντίον της Χαλκίδας για να εξασφαλίσει εφόδια για το στρατό του. Καθ’ οδόν, όμως, διαπίστωσε ότι αυτή η επιχείρηση ήταν πολύ δύσκολη, γιαυτό κατευθύνθηκε στο Μαραθώνα. Εκεί έμεινε 17 μέρες υπό κακές συνθήκες, περιμένοντας, μάταια, από την Κυβέρνηση τρόφιμα και πλοία. Αποφασισμένος, όμως, να ολοκληρώσει το εγχείρημά του, επιβιβάστηκε σε μικρά καράβια και στις 2/3 έφθασε στα Στύρα. Εκεί ούτε τρόφιμα βρήκε ούτε πρόθυμους πολεμιστές. Μόνο ο ιερέας του χωριού τους πλησίασε αλλά κι αυτός σε λίγο πήγε στη Χαλκίδα κι ενημέρωσε τον Ομέρ πασά.

       Ο Φαβιέρος κατευθύνθηκε στην Κάρυστο. Στις 4/3 έφθασαν έξω από το κάστρο. Την επομένη επιχείρησε να χτυπήσει το κάστρο από τη δυτική πλευρά αλλ’ απέτυχε. Από τις 9 ως τις 13/3 διεξήχθησαν διάφορες αψιμαχίες που κορυφώθηκαν στην επίθεση της αυγής της 13/3 εναντίον των τουρκικών σπιτιών που βρίσκονταν κοντά στα τείχη. Υπό την κάλυψη του σκότους κατάφεραν εύκολα να τα εκπορθήσουν. Με το φως, όμως, αποκαλύφθηκαν οι θέσεις τους που ήταν ευάλωτες από τον εχθρό. Ακολούθησε αναμέτρηση εκ του συστάδην. Το σχέδιο του Φαβιέρου ήταν να καταλάβει τα τουρκικά σπίτια απόπου θα πηδούσε στο κάστρο. Οι απώλειές του, όμως, ήταν τόσο σοβαρές που έκρινε αδύνατο και ασύμφορο να συνεχίσει τον αγώνα. ΄Αλλωστε έμαθε ότι κινείται εναντίον του ο Ομέρ με 4.000 άντρες.

    β) Αποχωρώντας ο Φαβιέρος στρατοπέδευσε στη θέση Λυκόρεμα, κοντά στην ακτή.

       Στις 16/3 δέχθηκε εχθρική επίθεση. Την απέκρουσε μεν αλλ’ έχασε 20 άντρες. Στις 17/3 κατέπλευσαν από τη Χαλκίδα 12 τουρκικά πλοία που διασκόρπισαν τα ελληνικά. Την επομένη άρχισαν να σφυροκοπούν το ελληνικό στρατόπεδο. Ταυτόχρονα από την ξηρά κινούνταν εναντίον του 2-3.000 Τούρκοι στρατιώτες. Οι ΄Ελληνες βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο πυρά. Αυτό κράτησε ως τις 21/3, οπότε εμφανίστηκαν 6 ελλην. πλοία με 800 άντρες υπό τους Κριεζώτη, Βάσ. Μαυρομιχάλη και Χατζημιχάλη. Οι απογοητευμένοι ΄Ελληνες αναθάρρησαν. Τα ελλην. πλοία πλησίασαν την ακτή και με σφοδρό κανονιοβολισμό ανάγκασαν τον εχθρό ν’ απομακρυνθεί και να καταστεί έτσι δυνατή η αποβίβαση του στρατού τους. Στις 24/3 οι ΄Ελληνες επιβιβάστηκαν στα πλοία και αναχώρησαν για την Αθήνα

       Επιστρέφοντας στην Αθήνα βρήκε ένα δυσάρεστο κλίμα για το πρόσωπό του από όσους αντιτίθονταν στη δημιουργία τακτικού στρατού. Υπέβαλε την παραίτησή του αλλά δεν έγινε δεκτή. Οι Αθηναίοι, αντίθετα, επικροτούσαν την παρουσία του. Συγκρότησαν μάλιστα και σώμα πολιτοφυλακής από 1000 άντρες υπό το Μακρυγιάννη για ν’ αντιμετωπίσει τυχόν ταραχές ατάκτων.

       Αρχές Μαΐου ο Φαβιέρος, επειδή διαφώνησε με τον Γκούρα, διέταξε τη μεταστρατοπέδευση του τακτικού στρατού στα Μέθανα όπου οι συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν καλές.

      4. Στις 3/7 ο Κιουταχή στρατοπέδευσε στα Πατήσια με 10.000 άντρες και 26 πυροβόλα και άρχισε τον αποκλεισμό της Αθήνας. Οι φρουροί της Αθήνας δεν ξεπερνούσαν τους 1.500.

      Στις 11/7 μπήκαν στην Αθήνα και κατέλαβαν το λόφο των Μουσών δυνάμεις του Ομέρ πασά της Εύβοιας. Ο Γκούρας τους υποχρέωσε να φύγουν.

      Αυτή την περίοδο ο Καραϊσκάκης διορίστηκε αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων της Ανατ. Στερεάς, τα δε ελληνικά στρατεύματα συγκεντρώνονταν στη Σαλαμίνα και Ελευσίνα. Αυτά έκαμαν τον Κιουταχή ν’ αρχίσει και να επιτείνει τον κανονιοβολισμό της πόλης. Ο Κιουταχή έφθασε στην Αθήνα στις 16/7.

    Την ίδια εποχή οι πρόσφυγες στο Ναύπλιο Μακεδόνες, Θεσσαλοί και Θράκες σχημάτισαν το «Μακεδονο-θετταλο-θρακικόν» σώμα. Σχηματίστηκαν ακόμα άλλα δυο σώματα, η «Φάλαγξ των Επτανησίων» και η «Ιόνιος Φάλαγξ» συνολικής δύναμης 1.500 αντρών. Ο Καραϊσκάκης ήρθε σ’ επαφή με τους Μακεδόνες και τους έπεισε να εκστρατεύσουν μαζί του στη Ρούμελη. Οι δυο «φάλαγγες» ακολούθησαν το Νικήτα Σταματελόπουλο.

     Στις 20/7 ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε από το Ναύπλιο με τους Κ. Βέρη, Νάκο Πανουργιά, Γιαννάκη Φραγκίστα, Γιανν. Ανδρούτσο κ.ά. με 600 άντρες. ΄Εφθασαν στη Σαλαμίνα.

      5. Στις 3/8 5.000 Τούρκοι επιτέθηκαν στους 800 ΄Ελληνες που υπερασπίζονταν το ευάλωτο τείχος της Αθήνας. Ο ηρωισμός των μαχητών του δεν απέτρεψε την είσοδο των Τούρκων. Οι ΄Ελληνες αποσύρθηκαν στην Ακρόπολη.

     Στις 28/7 ο Καραϊσκάκης πέρασε από τη Σαλαμίνα στην Ελευσίνα. Εκεί ήρθε από τα Μέθανα και ο Φαβιέρος με 1750 άντρες. Στη συνέχεια έφθασαν και άλλες ελληνικές δυνάμεις που έτσι έφθασαν τις 2.500.

      Οι αρχηγοί αποφάσισαν να επιτεθούν κατά των Τούρκων που κατέλαβαν την Αθήνα. Στις 5/8 στρατοπέδευσαν στο Χαϊδάρι. Στις 6/8 δέχτηκαν επιθέσεις του εχθρού που απέκρουσαν. Στη μάχη ξεχώρισαν οι Γάλλοι φιλέλληνες του Φαβιέρου και οι άντρες του Κριεζώτη. Ο Καραϊσκάκης συγκράτησε την ορμητικότητα του Φαβιέρου.

     Στις 8/8 οι Τούρκοι επιχείρησαν νέα επίθεση με 10.000 άντρες. Αυτή η μάχη πέρασε από πολλές φάσεις. Κινδύνεψε και ο Φαβιέρος. Στον τομέα του Κριεζώτη η μάχη ήταν τόσο σκληρή που ΄Ελληνες και Τουρκαλβανοί ήρθαν στα χέρια. Την κατάσταση έσωσε η επέμβαση του τακτικού στρατού του Φαβιέρου στα νώτα του εχθρού. Οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή. Το Χαϊδάρι έμεινε και πάλι στους ΄Ελληνες, οι οποίοι στη συνέχεια αποσύρθηκαν στην Ελευσίνα.

     6. Μετά την αποτυχία του στο Χαϊδάρι, ο Ιμπραήμ προχώρησε στην πολιορκία της Ακρόπολης. Προσπάθησε να την κυριέψει γκρεμίζοντας τα τείχη της και φτειάχνοντας υπονόμους αλλ’ απέτυχε, χάρη και στους ανθυπονόμους που κατασκεύασε ο περίφημος Λαγουμιτζής (Κώστας Χορμόβας/Χορμοβίτης).

     Στις 28/8 ο Κιουταχή ζήτησε από τα Σκόπια έμπειρους υπονομοποιούς κτλ. Νωρίτερα είχε προτείνει στην Πύλη να συνεχίσει την ευθύνη της πολιορκίας ο Ομέρ πασάς της Εύβοιας, αυτός δε να βαδίσει κατά των Δερβενίων. Στις 19/7 διέταξε την κατάληψη του ναού του Αγ. Γεωργίου. Καθώς πλησίαζαν, οι ΄Ελληνες ανατίναξαν το δικό τους υπόνομο και οι επιδρομείς Τούρκοι καταπλακώθηκαν στα ερείπια του ναού.

   Οι ΄Ελληνες υπερασπιστές εξουδετέρωναν όλες τις παθιασμένες επιθέσεις και τα υπονομευτικά σχέδια του εχθρού. Από κάποτε και πέρα, όμως, το ηθικό των αντρών του Γκούρα άρχισε να πέφτει και ορισμένοι λιποτακτούσαν.

      Στις 13 και 27/9 απόπειρες των Επτανησίων και αντρών του Φαβιέρου να εισέλθουν στην Ακρόπολη απέτυχαν. Σε λίγο οι ΄Ελληνες αποσύρθηκαν στη Σαλαμίνα. Εκδηλώνοντας όλοι την εμπιστοσύνη τους στον Καραϊσκάκη, φρόντισαν να του στείλουν στη Σαλαμίνα ό,τι χρειαζόταν για το στρατόπεδό του.

       7. Στις 30/9 προς 1/10, νύχτα, έπεσε από εχθρικό βόλι έξω από το Ωδείο ο φρούραρχος της Ακρόπολης Γιάννης Γκούρας, 35 ετών. Οι στρατιώτες του τον θρήνησαν. Τον έθαψαν μπροστά στον Παρθενώνα. Τον διαδέχθηκε προσωρινά ο Μακρυγιάννης.

      Στις 3/10 ο Κιουταχή εξαπέλυσε άγρια επίθεση στη θέση Λεοντάρι. Στις 7/10 νέα επίθεση με πολλές διακυμάνσεις. Στις 8/10 οι ΄Ελληνες ανατίναξαν δική τους υπόνομο που έφθανε ως τα εχθρικά χαρακώματα. Συνοδεύτηκε από ελληνική επίθεση και αρκετές απώλειες του εχθρού και πολλά λάφυρα.

    Μετά από λίγες μέρες, σε πολεμικό συμβούλιο, ο Καραϊσκάκης πρότεινε να εισέλθει στην Ακρόπολη ο Κριεζώτης. Πράγματι, ο Κριεζώτης με 450 άντρες ξεκίνησε από τη Σαλαμίνα κι έφθασε απαρατήρητος στο λόφο του Φιλοπάππου. Από εκεί προχώρησαν, έτρεψαν σε φυγή τους Τούρκους που φύλαγαν το χαντάκι μπροστά στην είσοδο του κάστρου και στις 4 το πρωί της 12ης Οκτ. εισήλθαν στην Ακρόπολη.

     Ταυτόχρονα ο Φαβιέρος επιχειρούσε να καταλάβει τη Θήβα αλλ’ απέτυχε.

    Μετά από αυτό ο Κιουταχή διεύρυνε κι ενίσχυσε τα οχυρώματα γύρω από την Ακρόπολη.

      8. Η είσοδος του Κριεζώτη στην Ακρόπολη αναζωογόνησε το αγωνιστικό φρόνημα των πολιορκημένων. Στις 13 και 24 Οκτ. επιχείρησαν δυο επιτυχημένες εξορμήσεις κατά των εχθρικών οχυρωμάτων.

      Στις 17/11 οι πολιορκημένοι ζήτησαν από την Κυβέρνηση που έδρευε στην Αίγινα ποσότητες μπαρουτιού. Η Κυβέρνηση ανέθεσε στο Φαβιέρο την επικίνδυνη αυτή αποστολή. Αυτός στρατοπέδευε στα Μέγαρα. Επικεφαλής 480 αντρών στις 29 προς 30/11 φορτωμένων σακίδια γεμάτα πυρίτιδα αποβιβάστηκαν στους Τρεις Πύργους στο Φάληρο κι από εκεί προχωρώντας σιωπηλά έφθασαν απαρατήρητοι στ’ ανατολικά του Φιλοπάππου. Τα μεσάνυχτα τους αντιλήφθηκαν οι Τούρκοι φρουροί του λόφου που άρχισαν να τους πυροβολούν. Ο Φαβιέρος τράβηξε το σπαθί του και παροτρύνοντας τους άντρες του προχώρησαν προς την Ακρόπολη και μαχόμενοι σώμα με σώμα κατευθύνθηκαν προς το Ωδείο, στο πρώτο ελληνικό οχύρωμα που το υπεράσπιζαν οι άντρες του Κριεζώτη. Επικράτησε πρόσκαιρη σύγχυση. Τελικά το σώμα εισήλθε στην Ακρόπολη, αφήνοντας πίσω τους 100 νεκρούς, ανάμεσά τους και ο Γάλλος φιλέλληνας Ρομπέρ.

      Αφού έφερε τα εφόδια, ο Φαβιέρος ήθελε να επιστρέψει στην έδρα του. Οι πολιορκημένοι ήθελαν να μείνει μαζί τους. Τελικά αποφασίστηκε οι πολιορκημένοι τη νύχτα 5-6/12 να επιτεθούν στις τουρκικές θέσεις στ’ ανατολικά της Ακρόπολης, να τις καταλάβουν και μέσα από αυτές οι τακτικοί του Φαβιέρου να διαφύγουν προς τον Υμηττό. Η επιχείρηση ξεκίνησε πολύ καλά αλλά στη συνέχεια μπλοκαρίστηκε γιατί κάποιοι δε συντόνισαν σωστά τις ενέργειες τους. ΄Ετσι οι επιτιθέμενοι, και ο Φαβιέρος, επέστρεψαν στην Ακρόπολη.

      ΄Αλλες δυο φορές, στις 19 και 23 Δεκ., επιχείρησε ο Φαβιέρος να φύγει από την Ακρόπολη αλλά συνάντησε την αντίδραση των αντρών της φρουράς. ΄Ετσι το σώμα του αποτέλεσε μέρος της φρουράς.

      Στις 25/12 ο Κιουταχή πρότεινε στους πολιορκημένους την παράδοσή τους με οποιουσδήποτε όρους αυτοί ήθελαν. Η πρόταση απορρίφθηκε.

       9. Από τέλη Σεπτ. ο Καραϊσκάκης κατευθύνθηκε προς τις «προσκυνημένες» επαρχίες της Στερεάς, αφενός να τονώσει το φρόνημά τους κι αφετέρου ν’ αναγκάσει τον Κιουταχή να στείλει εναντίον του δυνάμεις, ανακουφίζοντας έτσι την Ακρόπολη. Ενώ αυτός θα κατευθυνόταν δυτικά, από τις Σποράδες τα σώματα των Θεσσαλομακεδόνων θ’ αποβιβάζονταν στη Βοιωτία και θα πήγαιναν προς το Ταλάντι.

      Στις 25/10 ο Καραϊσκάκης, έχοντας μαζί του 2.000 περίπου άντρες, ξεκίνησε κι έφθασε στην Κάζα. Αφού αναπαύθηκαν εκεί, στις 27/10 συνέχισαν την πορεία τους κι έφθασαν στη Θίσβη (Δόμβραινα). Οι Τούρκοι φρουροί της, ειδοποιημένοι, κλείστηκαν σε 3 πύργους και σε οχυρωμένα σπίτια.

     Στις 28/10 έφθασαν και μπήκαν στη Θίσβη 80 Τούρκοι καβαλάρηδες, χωρίς να καταφέρουν οι ΄Ελληνες να τους εμποδίσουν. Ο Καραϊσκάκης, ελλείψει οβίδων, δεν κατάφερε να κυριεύσει τους πύργους. Στις 3/11 ήρθαν από τη Λιβαδιά 1.500 εμπειροπόλεμοι Τουρκαλβανοί. Οι δυνάμεις του Καραϊσκάκη τους απέκλεισαν στους πύργους και στα σπίτια του χωριού.

     Στις 5/11 ο αρχηγός των Τούρκων, μαθαίνοντας ότι κινούνται προς το Ταλάντι 1.500 Θεσσαλομακεδόνες υπό τους Γάτσο και Καρατάσο, έσπευσε να τους αποκρούσει. Το ίδιο βράδυ στη Θίσβη οι ΄Ελληνες συγκρούστηκαν με τους Τούρκους. Και οι δύο πλευρές ενίσχυσαν τις δυνάμεις τους.

    10. Ανάμεσα στους αρχηγούς των Θεσσαλομακεδόνων ανέκυψε αρχηγική διχοστασία. Τελικά τέθηκε επικεφαλής τους ο Κωλέττης και κατευθύνθηκε στο Ταλάντι (πρόταση του Καρατάσου). Εκεί ο Γάτσος, στις 5/11, πολιόρκησε 200 Τούρκους. Ο Μουστάμπεης της Λιβαδιάς έστειλε εναντίον του 1.000 ιππείς. Οι διασκορπισμένοι ΄Ελληνες πρόλαβαν να ανασυγκροτηθούν, να επιτεθούν και να φθάσουν στην παραλία, να επιβιβαστούν στα καράβια τους και να φύγουν, αφήνοντας πίσω τους 43 νεκρούς. ΄Ετσι η επιχείρηση αντιπερισπασμού των Θεσσαλομακεδόνων απέτυχε.

      11. Στις 14/11 ο Καραϊσκάκης αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Θίσβη και να κατευθυνθεί προς τα παράλια του Κορινθιακού. Στις 17/11 έφθασε στο Δίστομο όπου στρατοπέδευσε. Από εκεί έστειλε την επομένη στη στρατηγικής σημασίας Αράχωβα τους οπλαρχηγούς Αλ. Γαρδικιώτη Γρίβα, Γεώργ. και Μήτρο Βάγια και Γεώργ. Δυοβουνιώτη.

Στις 18/11 ο Καραϊσκάκης πληροφορήθηκε ότι ο Μουστάμπεης  με 2.000 Τουρκαλβανούς περνούσε από την κοιλάδα του Ζεμενού. Ο Καραϊσκάκης έσπευσε να τον συναντήσει. Καθ’ οδόν άκουσε ορυμαγδό μάχης στην Αράχωβα. Αμέσως έστειλε τους Γιώτη Δαγκλή, Διαμ. Ζέρβα και Χριστόφ. Περραιβό να καταλάβουν επίκαιρες θέσεις στον Παρνασσό. Ο ίδιος κατευθύνθηκε προς την Αράχωβα και έπιασε ένα λόφο πάνω από το χωριό. Ο Μουστάμπεης έστειλε εναντίον του 500 Τουρκαλβανούς που ανάγκασαν τους ΄Ελληνες να υποχωρήσουν. Την κατάσταση έσωσαν οι Σουλιώτες οπλαρχηγοί Γεώργ. Ζήκου Τζαβέλλας και Γιαννούσης Πανομάρας που συγκράτησαν την κατάσταση κι επιτέθηκαν στον εχθρό. Τελικά η μάχη κρίθηκε υπέρ των Ελλήνων χάρη στην επέμβαση των δυνάμεων που ήταν στρατοπεδευμένες στις πλαγιές του Παρνασσού. Ο Μουστάμπεης ανακόπηκε κι αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Οι ΄Ελληνες μπήκαν στην Αράχωβα.

     Σε λίγες μέρες ο Κιουταχή έστειλε 1.500 Τουρκαλβανούς για να ενισχύσουν το Μουστάμπεη. Αυτοί, όμως, στην κοιλάδα του Ζεμενού αντιμετώπισαν σφοδρή επίθεση 300 Σουλιωτών και τράπηκαν σε άτακτη φυγή.

   Μετά από αυτή την εξέλιξη οι Τούρκοι ζήτησαν συνθηκολόγηση. Οι ΄Ελληνες δέχτηκαν, με τον όρο να τους παραδώσουν την Αράχωβα και τη Λιβαδιά, τα όπλα, τα χρήματα, τα ζώα και ό,τι κινητό είχαν. Ο Μουστάμπεης δε δέχτηκε τους όρους. Στις 23/11 οι Τουρκαλβανοί ετοιμάστηκαν για έξοδο. Ο Καραϊσκάκης διέταξε πυρ. Ο Μουστάμπεης έπεσε νεκρός. Τα μεσάνυχτα οι Τουρκαλβανοί, μέσα σε χιονοθύελλα, βγήκαν από τα χαρακώματα με τα γιαταγάνια τους και κατευθύνθηκαν προς τον Παρνασσό. Οι ΄Ελληνες τους κυνήγησαν. Από τους 1.200 Τούρκους σώθηκαν οι 200 που έφτασαν στο μοναστήρι της Ιερουσαλήμ.

      Στην 7ήμερη μάχη της Αράχωβας διακρίθηκαν ιδιαίτερα οι Δήμος Τσέλιος, Λάμπρος Βέικος, Γ. Δράκος και πολλοί άλλοι. Με κοινό γράμμα ανήγγειλαν στην Κυβέρνηση το θρίαμβό τους.

     Την επομένη ο Καραϊσκάκης, μιμούμενος τους Τούρκους, έστησε απέναντι από το Μαντείο των Δελφών τρόπαιο με τα 300 κεφάλια των εχθρών του. Στην Κυβέρνηση έστειλε τα κεφάλια των Μουστάμπεη και Κεχαγιάμπεη, καθώς και 12 αιχμαλώτους Τούρκους αξιωματικούς.

      12. Μετά την πτώση της Αράχωβας, ο Καραϊσκάκης έστειλε α) τους Γ. Δράκο και Λ. Βέικο να πολιορκήσουν τα Σάλωνα, και β) τους Γ. Δυοβουνιώτη, Γιάννη Ρούκη και Χριστόφ. Περραιβό να καταλάβουν το χωριό Βελίτσα στους πρόποδες του Παρνασσού.

      Στις 29/11 έφθασε στη Βελίτσα και ο Καραϊσκάκης. Στις 4/12 ένας χωρικός πληροφόρησε τον Καραϊσκάκη ότι από τη Λαμία ξεκίνησαν 2000 φορτηγά ζώα συνοδευόμενα από 500 ιππείς για την Αθήνα και θα περάσουν από το Τουρκοχώρι. Στις 7/12 δυνάμεις του Καραϊσκάκη έφθασαν στο Τουρκοχώρι για να στήσουν ενέδρα. Η απόκρυψη, όμως, ήταν ατελής και η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων τους αντελήφθη. Οι ΄Ελληνες τους κυνήγησαν και τους λαφυραγώγησαν. Οι Τούρκοι αντεπιτέθηκαν. Οι ΄Ελληνες, μπροστά στον κίνδυνο, ανασυγκροτήθηκαν και κυνήγησαν τους Τούρκους ως την κορυφή της Φοντάνας. Στα χέρια των Ελλήνων έπεσαν πλούσια λάφυρα.

       13. Στη συνέχεια ο Καραϊσκάκης α) ενίσχυσε τη φρουρά του Διστόμου και της Βελίτσας, β) έστειλε στα Σάλωνα πολιορκητική δύναμη, και γ) το βράδυ της 10ης Δεκ. αναχώρησε με 1.300 άντρες για την Υπάτη. Αυτή όμως η εκστρατεία δεν ολοκληρώθηκε.

     14. Ο Κιουταχή συνέχισε την πολιορκία της Ακρόπολης. Ταυτόχρονα διέταξε 1.500 Τουρκαλβανούς από το Μεσολόγγι να λύσουν την πολιορκία των Σαλώνων. Κοντά στη Ναύπακτο, όμως, δέχτηκαν επίθεση από τον Καραϊσκάκη και διαλύθηκαν.

     Από εκεί ο Καραϊσκάκης ανέβηκε στα Κράβαρα για να διώξει τα εχθρικά αποσπάσματα. Στην περιοχή συνάντησε την αντίσταση του «προσκυνημένου» Ανδρ. Σαφάκα. Προτού προλάβει, όμως, να τον τιμωρήσει, έφυγε εσπευσμένα για το Δίστομο για ν’ αντιμετωπίσει τον Ομέρ πασά της Εύβοιας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου