Στη Δυτική Στερεά και στην ΄Ηπειρο
1. Στις 25 ή 30/1/1822 ο πασάς της Εύβοιας Αλή Χασάν παγίδευσε τον Αλή πασά των Ιωαννίνων (ότι δήθεν ο σουλτάνος του έδωσε χάρη) και τον εκτέλεσε. Αυτό αποδέσμευσε τις δυνάμεις του Χουρσίτ (πάνω από 30.000), τις οποίες αποφάσισε να μεταφέρει στην Πελοπόννησο.
2. Στις αρχές του 1822 η Κυβέρνηση με γράμμα της ζήτησε από τους Σουλιώτες οπλαρχηγούς να επιτεθούν κατά του Χουρσίτ. Αυτοί απάντησαν ότι ήταν αδύνατο κάτι τέτοιο αν δεν ενισχυθούν προπάντων σε μπαρούτι. Στις 26/2 και 3/5 στάλθηκαν πλοία με εφόδια, αλλ’ αυτή η βοήθεια ήταν σχεδόν ασήμαντη. Στις 5/5 οι Σουλιώτες έλαβαν γράμμα από τον Χουρσίτ που τους πρότεινε αμνηστία και διατήρηση των προνομίων τους. Του απάντησαν ότι δε δέχονταν καμιά συζήτηση αν η αμνηστία δεν περιλάμβανε και τους άλλους ΄Ελληνες. Γνωρίζοντας τι τους περίμενε, ζήτησαν από την Κυβέρνηση πλοία για να μεταφέρουν τα γυναικόπαιδα σε ασφαλές μέρος. Στις 12/5 η Κυβέρνηση έδωσε τη συγκατάθεσή της να διαπραγματευθούν με τον Χουρσίτ πασά.
3. Στις 15/5 o Xoυρσίτ με 15.000 στρατό εκστράτευσε κατά των Σουλιωτών. ΄Εφθασε στους Βοριάδες. Εκεί ο στρατός του χωρίστηκε σε 3 σώματα. Το πρώτο προχώρησε προς το Σούλι. Στη θέση Μαμάκο 200-400 Σουλιώτες υπό τους Γ. Δράκο και Γ. Δαγκλή αντέκρουσαν τρεις τουρκικές επιθέσεις. Μετά οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στο Κούγκι όπου αντέταξαν πεισματική άμυνα. Οι Τούρκοι εισέβαλαν στο Σούλι και μετά επιτέθηκαν στο Κούγκι. Αυτή τη φορά οι Σουλιώτες τούς έτρεψαν σε φυγή.
Το δεύτερο τουρκικό σώμα υπό τον Ομέρ Βρυώνη προσπέρασε το Σούλι κι έφθασε στον ΄Αγ. Νικόλαο, όπου ήταν στρατοπεδευμένοι 300 Σουλιώτες υπό τους Νότη Μπότσαρη και Νάση Φωτομάρα. Μπροστά στον πολυπληθέστερο εχθρό υποχώρησαν σε άλλη θέση.
Το τρίτο, τέλος, τουρκικό σώμα εισέβαλε και αυτό στο Σούλι.
4. Μετά την κατάληψη του Σουλίου οι Σουλιώτες οργάνωσαν την άμυνά τους στις θέσεις Ναβαρίκο, Χώνια και προπάντων στην Κιάφα. Και οι Τούρκοι κατέλαβαν επίκαιρες θέσεις. Οι τελευταίοι επιτέθηκαν πρώτα στο Ναβαρίκο και στα Χώνια (29/5). Η πρώτη επίθεση αποκρούστηκε αλλά πολλοί Σουλιώτες αποχώρησαν. ΄Εμειναν μόνο 37 στο Ναβαρίκο. Κατέφθασαν, όμως, 500 άλλοι υπό τους Νότη Μπότσαρη, Δαγκλή και Φωτομάρα. ΄Αρχισε σκληρή μάχη που κράτησε 24 ώρες. Οι Τούρκοι υποχώρησαν. Την επομένη επιτέθηκαν πάλι, αλλά και αυτή τη φορά αποκρούστηκαν και αποχώρησαν προς τη Σαμωνίβα.
Στα Χώνια επιτέθηκαν 4.000 Τσάμηδες οι οποίοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή κι άφησαν άφθονα λάφυρα. Την ίδια τύχη είχε και η επίθεση του σελιχτάρη Μπότα στην Κιάφα που την υπεράσπιζαν οι Ζυγούρης, Τζαβέλλας και Θανάσης Κουτσονίκας. Οι εχθροπραξίες έληξαν στις 2/6.
5. Στις 23/5 έφθασαν στο Μεσολόγγι από την Πάτρα ελληνικά τμήματα (Πελοποννήσιοι και Επτανήσιοι) με υδραίικα και σπετσιώτικα πλοία. Ταυτόχρονα ήρθαν και Σουλιώτες ζητώντας βοήθεια. Ο Μαυροκορδάτος διέταξε τον Κυριακ. Μαυρομιχάλη να αναχωρήσει με 150 Μανιάτες με 4 πλοία για την ΄Ηπειρο. Στις 4/6 ο υπόλοιπος στρατός από το Μεσολόγγι ήρθε και στρατοπέδευσε κοντά στον Κραβασαρά. Εκεί υπολόγιζαν να συγκεντρωθούν 10.000 πολεμιστές, αλλά τελικά δεν ξεπέρασαν τις 4.000. Από εκεί κινήθηκε προς την ΄Αρτα και στρατοπέδευσε στο Κομπότι. Αυτό προκάλεσε τη συγκέντρωση των τουρκικών δυνάμεων (κυρίως Τουρκαλβανών) στην ΄Αρτα υπό τους Κιουταχή και Ισμαήλ πασά Πλιάσσα. Στις 10/6 500 ιππείς υπό τον Πλιάσσα βγήκαν από τήν ΄Αρτα για να ανιχνεύσουν τις ελληνικές θέσεις. Οι ΄Ελληνες κατέλαβαν φυσικά οχυρά. Ο Πλιάσσα τους επιτέθηκε, αλλ’ αιφνιδιάστηκε από την αντίσταση που συνάντησε, την οποία συντόνιζε ο Γερμανός στρατηγός Νόεμαν. Οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πολλούς νεκρούς.
6. Στις 21/6 2000 ΄Ελληνες πολεμιστές υπό τους Μπάρκο Μπότσαρη, Καράτσο, Βαρνακιώτη, Γάτσο, Βλαχόπουλο και Ανδρ. ΄Ισκο έφυγαν από το Κομπότι για να ενισχύσουν τους Σουλιώτες. Στρατοπέδευσαν στη θέση Πλάκα. Λίγο μετά άλλο τμήμα 1500 ανδρών υπό τους Θ. Γρίβα, Γ. Κολοκοτρώνη, Π. Γιατράκο κ.ά. κατέλαβαν τη στρατηγική θέση Πέτα. ΄Ενα τρίτο τμήμα υπό τους Μαυροκορδάτο, Δεληγιάννη και Ράγκο κατευθύνθηκαν στη Λαγκάδα του Μακρυνόρους. Στο Κομπότι έμειναν μόνο 700, οι οποίοι σε λίγες μέρες δέχτηκαν την επίθεση 2.500 Τούρκων, στους οποίους αντιστάθηκαν ηρωικά ώσπου ήρθαν ενισχύσεις από Πέτα και Λαγκάδα κι έτρεψαν τους Τούρκους σε φυγή.
Από τη δύναμη της Πλάκας το μεγαλύτερο μέρος υπό το Μ. Μπότσαρη κατευθύνθηκε στο Σούλι. Καθοδόν υποχρεώθηκαν να συγκρουστούν με 3000 Τούρκους ιππείς, τους οποίους και νίκησαν. Εντούτοις ο Μπότσαρης ανέκοψε την πορεία του προς το Σούλι και ασχολήθηκε με την οργάνωση του στρατοπέδου της Πλάκας.
Οι πληροφορίες λέγανε ότι οι Τούρκοι πασάδες της Ηπείρου ετοίμαζαν ευρύτατες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ΄Ηπειρο και κυρίως στο Σούλι. Το πρωί της 29/6 οι τουρκικές φρουρές των Ιωαννίνων, της ΄Αρτας και της Πρέβεζας (7-8.000 περίπου) επιτέθηκαν στην Πλάκα. Επί 4 ώρες αντιστέκονταν οι ΄Ελληνες, ώσπου ήρθαν ενισχύσεις υπό τον Αχμέτ. ΄Οταν όμως διαπίστωσε ότι ο άγώνας του ήταν μάταιος, αναχώρησε προς το Πέτα με τους 32 άντρες που του απέμειναν.
7. Η καταστροφή του Πέτα: Παρακολουθήσαμε τη διάλυση του στρατοπέδου της Πλάκας στα τέλη Ιουν. Οι ελληνικές δυνάμεις συγκεντρώθηκαν στο χωριό Πέτα. Προς τα εκεί έστρεψαν την προσοχή τους πλέον οι Κιουταχής και Ομέρ Βρυώνης. Οι ΄Ελληνες και οι φιλέλληνες οργάνωσαν την άμυνά τους γύρω από το χωριό. Παρόντες οπλαρχηγοί: Βαρνακιώτης, Βλαχόπουλος, Μπότσαρης, Μπακόλας, ΄Ισκος, Γάτσος και Τσέλιος. Φιλέλληνες: Κάρολ, Νόρμαν, Π. Ταρέλλα, Μπραντλί και Ανδρ. Δάνια.
Στις 4/7 7-8.000 Τούρκοι υπό τους Κιουταχή και Ισμ. Πλιάσσα επιτέθηκαν κατά των ελληνικών θέσεων στο Πέτα. Η πρώτη σύγκρουση ήταν σώμα με σώμα. Οι Τούρκοι υποχώρησαν για να ανασυνταχθούν. Μέσα στον ορυμαγδό της μάχης 80 Τουρκαλβανοί αποσπάστηκαν και από το αφύλακτο πέρασμα του Μετεπιού έφθασαν σε λόφο που τον φύλαγαν 10 ΄Ελληνες. Τους εξουδετέρωσαν και ύψωσαν στο λόφο τουρκικές σημαίες. Αυτό έφερε σύγχυση στις ελληνικές δυνάμεις. Μάταια προσπάθησε ο Μάρ. Μπότσαρης να τους συγκρατήσει. Αποχώρησε και ο ίδιος. Οι Τούρκοι κατέλαβαν το Πέτα και συνέχισαν να επιτίθενται κατά των άλλων ελληνικών θέσεων. Οι φιλέλληνες και οι Επτανήσιοι αποδεκατίστηκαν. Ο Μπραντλί και ο αρχηγός των Επτανησίων Σπ. Πανάς σκοτώθηκαν. Ο Ταρέλλα διέταξε υποχώρηση. Και αυτός και ο Δάνια έπεσαν στη μάχη. Πραγματική συμφορά έπεσε στο ελληνικό στρατόπεδο. Και των Τούρκων, όμως, οι απώλειες δεν ήταν λιγότερες.
Ευθύνες για την καταστροφή του Πέτα αποδόθηκαν, ίσως άδικα, στον Μπακόλα, ότι δήθεν διευκόλυνε τους Τούρκους να περάσουν στο λόφο. Ευθύνη μάλλον φέρει, μα προδότης δεν υπήρξε. Παραλείψεις, αμέλειες και έλλειψη συντονισμού ασφαλώς υπήρξαν.
8. Θάνατος του Κυρ. Μαυρομιχάλη: Στα μέσα Ιουν. 500-600 Μανιάτες και Μεσολογγίτες υπό τους Κυρ. Μαυρομιχάλη και Ιω. Ραζηκότσικα αποβιβάστηκαν στις ακτές της Ηπείρου για να ανακουφίσουν τους πολιορκημένους στην Κιάφα Σουλιώτες. Κατευθύνθηκαν στο λιμάνι του Μούρτου και από εκεί προχώρησαν και κατέλαβαν τη Σπλάντζα/Σπιάντζα, στις εκβολές του Καλαμά. Αμέσως μετά έστειλαν στην Κιάφα 140-200 άντρες υπό τους Λάμπρο Ζάρμπα, Ζώη Πάνου και Βασ. Ζέρβα με ελάχιστα πολεμοφόδια.
Οι Τούρκοι έστειλαν στη Σπλάντζα κατά των Ελλήνων 3.000 άντρες (3 προς 4/7). ΄Οταν οι ΄Ελληνες πληροφορήθηκαν την κίνηση των Τούρκων, κατασκεύασαν πρόχειρο οχύρωμα. Η πρώτη τουρκική επίθεση απέτυχε. ΄Εγινε νέα, πιο ορμητική, επίθεση. Η σύγκρουση υπήρξε σκληρή. Τη στιγμή που η μάχη έδειχνε να κλίνει προς τους ΄Ελληνες σκοτώθηκε ο Κυρ. Μαυρομιχάλης, αλλά και των Τούρκων ο αρχηγός σκοτώθηκε. ΄Ετσι οι δύο αντίπαλοι υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν αμοιβαία.
9. Συνθήκη Τούρκων - Σουλιωτών: Μετά από αυτές τις αποτυχίες οι Σουλιώτες, ιδίως της Κιάφας, έμειναν αβοήθητοι και απογοητευμένοι. Την κατάσταση επιδείνωναν οι χαλκευμένες ή πραγματικές ειδήσεις που έφθαναν σε αυτούς ότι τα πράγματα σε όλη την Ελλάδα δεν πήγαιναν καλά. Εύρισκε έτσι έδαφος η ιδέα και οι προτάσεις των Τουρκαλβανών για σύναψη συνθήκης λήξης της πολιορκίας του Σουλίου. ΄Εφθασαν στο Σούλι Τούρκοι αντιπρόσωποι προτείνοντας την απομάκρυνση των Σουλιωτών από την περιοχή και να πάνε όπου θέλουν. Οι Σουλιώτες ζήτησαν να πάνε στα Επτάνησα ή στην Πελοπόννησο. Οι Τούρκοι συμφώνησαν στο πρώτο. Η συνθήκη υπογράφηκε στο αγγλικό προξενείο της Πρέβεζας με εγγυητή τον ΄Αγγλο πρόξενο Κάρ. Μάγερ. Πέρασε ένας μήνας για να επικυρωθεί η συνθήκη, επειδή ο Κεσέρ πασάς το εύρισκε υποτιμητικό για τον πανίσχυρο τουρκικό στρατό. Τελικά, όμως, οι Τουρκαλβανοί τον έπεισαν.
Στις 2/9 οι Σουλιώτες με τον Περραιβό αναχωρούσαν και πάλι από το λιμάνι της Σπλάντζας για τα Επτάνησα.
10. Η μάχη του Αετού: Στις αρχές Αυγ. ο Κιουταχής άρχισε την εκστρατεία του στην Αιτωλοακαναρνία. Πέρασε τον Αμβρακικό και έφθασε στους Παπαδάτες. Ο Βαρνακιώτης με τις ισχνές δυνάμεις του κατέλαβε τη ράχη τού Προφ. Ηλία απέναντι στον Αετό τού Ξηρομέρου απόπου θα περνούσε ο Κιουταχή. Στη μάχη που ακολούθησε νίκησε ο Βαρνακιώτης. Οι Τούρκοι επέστρεψαν στο Λουτράκι. Ο Μαυροκορδάτος συνεχάρη το Βαρνακιώτη, με τον οποίο άρχισε μια επιστολική επικοινωνία.
Tην 1/8 οι δύο άντρες συναντήθηκαν στα Κουνουπιώτικα Πηγάδια του Ξηρομέρου. Αγωνία του Μαυροκορδάτου ήταν η ανασυγκρότηση της διαλυμένης στρατιωτικής δύναμης της Δυτ. Ελλάδας. Στις 29/8 περιήλθε στους ΄Ελληνες σημαντική πληροφορία για τα σχέδια και τις κινήσεις των Τούρκων.
Μετά τη μάχη του Πέτα οι Κιουταχή και Βρυώνης ειδοποιούσαν το Βαρνακιώτη για την εκστρατεία που ετοίμαζαν προς το Μεσολόγγι και τον καλούσαν να συνεργαστεί μαζί τους. Ο Βαρνακιώτης ενημέρωσε το Μαυροκορδάτο.
Ο Μαυροκ. πείσθηκε ότι ο Βαρνακ. ήταν ο μόνος που θα μπορούσε ή να διαπραγματευθεί ή ν’ αντιμετωπίσει τους Τούρκους, γιαυτό στις 19/8 αποδέχτηκε την απόφαση των χιλιάρχων και καπεταναίων να τον ορίσουν γενικό αρχηγό της Δυτ. Ελλάδας. Στις 17/9 υπογράφηκε το σχετικό διάταγμα του Εκτελεστικού.
Η ανάμιξη του Μαυροκ. και στα στρατιωτικά δημιουργούσε προβλήματα. Στο Μαχαλά είχαν συγκεντρωθεί περί τους 3.000 άντρες. Αυτοί υπό το Βαρνακ. επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά των Τούρκων στο Λουτράκι (Κιουταχή και Βρυώνης), αλλ’ αυτοί δεν αιφνιδιάστηκαν. Η ελληνική δύναμη διαλύθηκε. Υπεύθυνος για την αποτυχία και τη διάλυση θεωρήθηκε ο Βαρνακιώτης, λόγω της πρότασης που δέχτηκε για σύμπραξη με τους Τούρκους.
11. Η αποστασία του Βαρνακιώτη: Σε συνάντηση Μαυροκορδάτου-Βαρνακιώτη συμφωνήθηκε να προχωρήσει ο δεύτερος σε προσποιητές διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους. Οι Βαρνακιώτης και Γιαννάκης Ράγκος συναντήθηκαν με τον Ο. Βρυώνη στην ΄Αρτα. Ο Βαρν. δήλωσε υποταγή. Η παραμονή, όμως, του Βαρν. κοντά στους πασάδες περισσότερο ἀπό ὅσο ἀπαιτούσε η αποστολή του δημιούργησε στους ΄Ελληνες οπλαρχηγούς υπόνοιες προδοσίας, οι οποίες ἐνισχύθηκαν περαιτέρω και από άλλα περιστατικά ή φήμες που διέδιδαν αντίπαλοι ή αντίζηλολί του. Παράλληλα στους οπλαρχηγούς έφθαναν έγγραφα του Βρυώνη που χορηγούσαν αμνηστίες, τα οποία συνοδεύονταν και από γράμματα του Βαρνακιώτη. Ὅλα αυτά αποδείκνυαν ότι ο Βαρν. ξεπέρασε τα όρια της εντολής που είχε και δήλωσε πραγματική υποταγή. Σημειωτέον ότι ανάμεσα στους Βαρν. και Βρυώνη προϋπήρχε φιλία. ΄Αλλοι αποδίδουν την επαίσχυντη πράξη του στις αντιθέσεις του με το Μαυροκορ. Ο Βαρν., δυστυχώς, δεν αρκέστηκε σε απλή υποταγή στους Τούρκους, αλλά τους υπηρέτησε.
Στις 11/10 το Βουλευτικό αποφάνθηκε υπέρ του διορισμού τού Μ. Μπότσαρη ως στρατηγού σε ολόκληρη τη Δυτ. Ελλάδα.
12. Διένεξη Γ. Καραϊσκάκη - Ι. Ράγκου: Ο Καραϊσκάκης διεκδικούσε το αρματολίκι των Αγράφων μετά το θάνατο του Κατσαντώνη. Πράγμα που πέτυχε με τον απαράβατο όρο ότι δε θα επιτρεπόταν σε κανέναν ένοπλο Τούρκο να πάει στ’ ΄Αγραφα. Η Γερουσία, όμως, της Δυτ. Χέρσου Ελλάδος το Μάρτιο του 1822 ανέθεσε στο Γιαννάκη Ράγκο να εκστρατεύσει στ’ ΄Αγραφα. Ο Καραϊσκάκης τον έδιωξε. Ο Μαυροκ. προσπάθησε να συμφιλιώσει τους δυο άντρες. Η διένεξη, όμως, συνεχιζόταν. Στις 2/9 ο Μαυροκ. έστειλε αντιπρόσωπό του στον Καραϊσκάκη στην Τατάρνα, συνιστώντας του να πάρει τους άντρες του και να πάει στη Λαγκάδα. Την ίδια μέρα έγραψε και στο Ράγκο να φύγει από εκεί για να εκλείψει κάθε σύγκρουση με τον Καραϊσκάκη. Παρά ταύτα η κατάσταση δεν εξομαλύνθηκε.
13. Η Α΄ Πολιορκία του Μεσολογγίου: Η επικράτηση των Τούρκων στο Ξηρόμερο και στο Βάλτο διευκόλυνε τις κινήσεις τους. ΄Ετσι ο Ομ. Βρυώνης τέθηκε επικεφαλής μιας δύναμης 7-8.000 αντρών, απειλώντας την Επανάσταση.
Ο Μαυροκορδάτος πήγε στο Μεσολόγγι για να οργανώσει την άμυνά του. Από εκεί στις 20/10 έκαμε έκκληση στους Υδραίους να βοηθήσουν. Η τουρκική στρατιά στις 16 ή 18/10, κάνοντας περίπατο, πέρασε από το Αγγελόκαστρο κι έφθασε στο Κεφαλόβρυσο, όπου βρισκόταν η πρώτη γραμμή άμυνας του Μεσολογγίου. Επικεφαλής της άμυνας ήταν οι Μ. Μπότσαρης, Αλ. Βλαχόπουλος, Γ. Τσόγκας και Δ. Μακρής. Οι Καραϊσκάκης και Μαυροκορδ. βρήκαν σημεία επαφής. Ο Καραϊσκ. έστειλε στο Μεσολόγγι 100 άντρες.
Στις 21/10 οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο Κεφαλόβρυσο. Οι ΄Ελληνες, ειδοποιημένοι, δεν αιφνιδιάστηκαν μεν, αλλά δεν άντεξαν παρά ελάχιστες ώρες. Οι Τούρκοι έφθασαν στην πεδιάδα του Μεσολογγίου. Στις 25/10 βρίσκονταν έξω από την πόλη. Μζί τους ήταν και οι Βαρνακιώτης, Μπακόλας, ΄Ισκος, Ράγκος και Βαλτινός. ΄Ενα σώμα του τουρκικού στρατού υπό τον Ομ. Βρυώνη στρατοπέδευσε στον ΄Αγ. Δημήτριο, ενώ ένα άλλο υπό τους Κιουταχή και Πλιάσσα στη θέση ΄Αγ. Αθανάσιος. Τρία πλοία του Γιουσούφ πασά των Πατρών έφθασαν στη λιμνοθάλασσα.
Η οχύρωση του Μεσολογγιού ήταν σχεδόν ασήμαντη. Ο Μαυροκ. έκαμε ό,τι ήταν δυνατόν για να τη βελτιώσει. Για να δείξει μάλιστα ότι υπήρχε πλήθος στρατιωτών πήρε τις λόγχες από τις αποθήκες, τις έμπηξε πάνω σε πασσάλους που τους έστησε πάνω στο εκτεταμένο τείχος. Με το Μαυροκ. συμφωνούσαν και οι πρόκριτοι της πόλης: ο αρχιεπίσκοπος Πορφύριος, οι Αναστ. Παλαμάς, Κων. Πεταλάς, Ιω. Τρικούπης, Αθαν. Ραζηκότσικας και Πάνος Παπαλουκάς.
Μόλις έφθασαν οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε πυκνό κανονιοβολισμό της πόλης χωρίς αποτέλεσμα. ΄Εγινε τουρκικό πολεμικό συμβούλιο, όπου οι Κιουταχή και Γιουσούφ υποστήριξαν τη διενέργεια αιφνιδιαστικής επίθεσης, ενώ ο Βρυώνης αντιτάχθηκε, προτείνοντας να ζητήσουν συμβιβασμό με τους πολιορκημένους. Επικράτησε η άποψη του Βρυώνη. Ο Βαρνακιώτης ανέλαβε να συντάξει το γράμμα. Απόκριση δε δόθηκε. Ο Βρυώνης ανέθεσε στον ΄Αγο Βασιάρη να έρθει σε επαφή με το Μ. Μπότσαρη. Συναντήθηκαν έξω από την πόλη. Ο Μπότσαρης παρέτεινε τις διαπραγματεύσεις, προβάλλοντας σκληρούς όρους ώσπου να βελτιωθεί η οχύρωση της πόλης και να έρθει βοήθεια. Υπάρχει και η πληροφορία ότι ο Μπότσαρης υποσχέθηκε την παράδοση της πόλης έναντι αμοιβής που του έταξε ο Βασιάρης.
Στο μεταξύ οι οπλαρχηγοί της Πελοπ., ιδιαίτερα οι Κολοκ., Ανδρ. Ζαΐμης και Ανδρ. Λόντος είχαν κινητοποιηθεί για τη σωτηρία του Μεσολογγίου, ανταποκρινόμενοι σε επιστολική έκκληση (4/11) του Μαυροκορδάτου. Στις 8 ή 9/11 έφθασαν στη λιμνοθάλασσα 8 υδροσπετσιώτικα πλοία. ΄Ετσι η είσοδος του Μεσολογγίου από τη θάλασσα ελεγχόταν πλήρως. Στις 13/11 ήρθαν από την Πελοπόννησο ενισχύσεις (700 ή 1.500 ή 3.000 άντρες) υπό τους Πετρ. Μαυρομιχάλη, Κανέλλ. Δεληγιάννη, Ανδρ. Ζαΐμη κ.ά. Αργότερα η άμυνα της πόλης ενισχύθηκε και από άλλους οπλαρχηγούς της δυτικής Στερεάς. Το ηθικό των αποκλεισμένων είχε αναπτερωθεί. Το Δεκ. επήλθε συμφιλίωση Καραϊσκάκη - Ράγκου
Οι συνθήκες στο στρατόπεδο των Τούρκων επιδεινώθηκαν και εξαιτίας του χειμώνα. ΄Επρεπε να δοθεί ένα τέλος. ΄Ετσι αποφάσισαν έφοδο κατά της πόλης, κι αυτό θα γινόταν παραμονή των Χριστουγέννων. Οι προετοιμασίες γίνονταν με μεγάλη μυστικότητα. Στο τουρκικό στρατόπεδο, όμως, βρισκόταν ένας Ηπειρώτης, ο Γιάννης Γούναρης, ο οποίος ειδοποίησε το Μακρή για το τουρκικό σχέδιο. Πάρθηκαν κατεπείγοντα μέτρα. Πριν ξημερώσει η παραμονή 800 Τουρκαλβανοί επιτέθηκαν στην ανατολική πλευρά του οχυρώματος. Τρεις ώρες κράτησε η επίθεση χωρίς αποτέλεσμα. Η ελληνική επιτυχία ολοκληρώθηκε με επίθεση των Πετρ. Μαυρομιχ. και Τσόγκα στο τουρκικό στρατόπεδο της Κατοχής. Μετά από αυτά οι Τούρκοι έλυσαν την πολιορκία στις 31/12, αφήνοντας κανόνια και άλλα εφόδια. Μετά την αναχώρηση των Τούρκων επανήλθαν στους ΄Ελληνες οι οπλαρχηγοί Ανδρ. Ισκος και Γεώρ. Βαλτινός που είχαν αυτομολήσει στους Τούρκου
Στα νησιά και στη θάλασσα
1. Στις
24/1/1822 ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος υπό
τους Καρά Πεπέ Αλή και Ισμαήλ Γιβραλτάρ
απέπλευσε από τον Ελλήσποντο για την
Πελοπ. με τα πλοία τους έμφορτα με 4.000
Τούρκους στρατιώτες. Αμέσως σχεδόν
κινητοποιήθηκαν οι στόλοι της ΄Υδρας,
των Σπετσών και των Ψαρών, συγκεντρώνοντας
περί τα 45 πλοία. Ο τουρκικός στόλος
έφθασε στις δυτικές ακτές της Πελοπ.,
παρέκαμψε τη Μονεμβασιά και κατευθύνθηκε
προς την Κορώνη, χωρίς να καταστεί
δυνατός ο ανεφοδιασμός των εγκλείστων
λόγω θαλασσοταραχής. Στις 29/1 ‘ανεφοδιάστηκε,
αντίθετα, η Μεθώνη.
Στις
30/1 ο τουρκικός στόλος περνούσε έξω από
την Πύλο στην οποία, αφού κανονιοβόλησε
επί ώρες, κατέβασε 800 άντρες για να την
καταλάβουν. Στο μεταξύ έφθασαν στην
Πύλο και Τούρκοι από τη Μεθώνη. Οι
ολιγάριθμοι υπερασπιστές του φρουρίου
ζήτησαν ενισχύσεις από την Καλαμάτα.
Την κατάσταση (δηλ. το φρούριο) ο Γερμανός
φιλέλληνας στρατηγός Κάρολος Νόρμαν
που μόλις είχε φθάσει με 50 Ευρωπαίους
πολεμιστές. Αυτός μπόρεσε να χρησιμοποιήσει
εύστοχα τα λίγα πυροβόλα του φρουρίου,
αναγκάζοντας τον τουρκικό στόλο να
καταφύγει στη Ζάκυνθο.
Ο
ελληνικός στόλος μόλις στις 8/2 κατόρθωσε
να κινηθεί οργανωμένα κατά του τουρκικού.
Επικεφαλής του ήταν οι Νικολής Αποστόλης,
Ανδρ. Μιαούλης, Λάζαρος Πινότσης, Γκίκας
Τσούπας και Ιωάννης Βούλγαρης.
2. Ο
ελληνικός στόλος συγκεντρώθηκε στη
νησίδα Πρώτη, δυτικά της Μεσσηνίας. Από
εκεί κατευθύνθηκε στον Κορινθιακό,
ακολουθώντας τον τουρκικό.
Ο
τουρκικός στόλος, αφού κατέβασε δυνάμεις
στην Πάτρα, προσορμίστηκε στη Ναύπακτο.
Η τρικυμία του Κορινθιακού ανάγκασε
τον ελληνικό στόλο να προσαρμοστεί στις
16/2 στο Μεσολόγγι. Στις 20/2 ο Μιαούλης
διέταξε το στόλο να πλεύσει στο λιμάνι
της Πάτρας όπου βρίσκονταν 36 εχθρικά
πλοία. Ο Μιαούλης αιφνιδίασε τον εχθρό.
Η ναυμαχία κράτησε 5,5 ώρες. Τελικά ο
εχθρικός στόλος κατάφερε να ξεφύγει
προς τη Ζάκυνθο. Στη σφοδρή αυτή ναυμαχία
διακρίθηκε ιδιαίτερα ο Ψαριανός
πυρπολητής Ιωάννης Θεοφιλόπουλος.
Ο
ελληνικός στόλος στις 24/2 επανήλθε στο
Μεσολόγγι. Στις αρχές Μαρτίου ο
τουρκοαιγυπτιακός στόλος εγκατέλειψε
τις θέσεις του και δια νυκτός αναχώρησε
για την Αλεξάνδρεια.
3. Στη
Χίο δεν είχε εκδηλωθεί αρχικά επανάσταση.
Η δράση και επιτυχία του Λυκ. Λογοθέτη
στη Σάμο έκαμε τους Χιώτες να στραφούν
προς αυτόν. Σε αυτή την κίνηση πρωτοστάτησε
ο Αντ. Μπουρνιάς. Αυτός παλαιότερα είχε
ζητήσει τη βοήθεια του Υψηλ. για την
απελευθέρωση του νησιού. Στο τέλος του
1821 ο Λογοθέτης σχεδίασε την απελευθέρωση
και της Χίου. Ο Υψηλ., όμως, του συνέστησε
να αναμείνει ευθετότερο χρόνο.
Ο
Μπουρνιάς περί τα τέλη Φεβρ. 1822 επισκέφθηκε
το Λογοθέτη στη Σάμο και τον διαβεβαίωσε
ότι έτσι και φθάσει στη Χίο δική του
δύναμη οι Χιώτες θα τον συνδράμουν
προθύμως. ΄Ετσι στις 10/3 ένας μικρός
στόλος ξεκίνησε από τη Σάμο και την
επομένη έφθασε στα παράλια της Χίου με
2.500 περίπου άντρες. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν
και κλείστηκαν στο φρούριο. Ο ενθουσιασμός
της υποδοχής του από τους κατοίκους
ήταν φρενήρης. Ο Λογοθέτης κατάργησε
την 7μελή Εφορεία και τοποθέτησε πυροβόλα
για την προσβολή του φρουρίου. Είναι
προφανής πάντως η προχειρότητα με την
οποία οργανώθηκε αυτή η επιχείρηση,
αφού δεν εξασφαλίστηκε ούτε η έγκριση
της Κυβέρνησης ούτε η συμπαράσταση των
ναυτικών νησιών. Μόνο οι Ψαριανοί
έσπευσαν με πλοία να βοηθήσουν τους
Χιώτες.
Ο
σουλτάνος προέβη στις πρώτες αντεκδικήσεις
εις βάρος σημαινόντων Χιωτών που
βρίσκονταν στην Κων/πολη. Στις 25/3 ο
τουρκικός στόλος βρισκόταν στην Καλλίπολη
έτοιμος για δράση. Στις 30/3 υπό τον
Καρά-Αλή έφθασε έξω από τη Χίο με 34 ή 46
πλοία. Αφού βομβάρδισε την πόλη, αποβίβασε
στο νησί 7.000 άντρες που ενώθηκαν με τους
ομοεθνείς τους, διαλύοντας τον ελληνικό
αποκλεισμό του φρουρίου.
Οι
κάτοικοι εγκατέλειψαν την πόλη αλλόφρονες
και κατέφυγαν στο μοναστήρι του Αγ.
Μηνά. Στις 2/4 15.000 Τούρκοι έφθασαν στο
μοναστήρι. Μετά την άρνηση των 3.000 Ελλήνων
να παραδοθούν, οι μανιασμένοι Τούρκοι
όρμησαν στη μονή, την πυρπόλησαν κα
κατέσφαξαν χωρίς οίκτο όλους σχεδόν
τους εγκλείστους. Την επομένη οι Τούρκοι
επιτέθηκαν στο χωριό ΄Αγ. Γεώργιος όπου
είχαν καταφύγει 2.300 επαναστάτες (Χιώτες,
Σάμιοι και ο Λογοθέτης). ΄Ολο το νησί σε
λίγο ελεγχόταν απολύτως από τον Καρά-Αλή.
Οι Σαμιώτες επέστρεψαν αβλαβείς στο
νησί τους μέσω Ψαρών.
Ο Καρά-Αλή
υποσχέθηκε αμνηστία στους κατοίκους,
εάν επέστρεφαν στην πόλη και τα χωριά
τους από τα βουνά και τις παραλίες. Οι
πρέσβεις της Αυστρίας και της Αγγλίας
τους έπεισαν για τις αγαθές προθέσεις
και την ειλικρίνεια των Τούρκων και
δέχθηκαν να επιστρέψουν. Και ήρθε η
απίστευτη συμφορά. Ο πλήρης αφανισμός
του νησιού: λεηλασίες, εμπρησμοί και
προπάντων η αιχμαλωσία και η γενική
σφαγή του πληθυσμού. Από τους 100.000 Χιώτες
οι 30.000 (κατ’ άλλη εκδοχή: 23.000 νεκροί
και 47.000 αιχμάλωτοι) θανατώθηκαν ή
αιχμαλωτίστηκαν. Στο νησί έμειναν γύρω
στους 2.000, οι άλλοι κατάφεραν να φύγουν
προς τις Κυκλάδες και την Πελοπ.
Την
περίοδο αυτή το ελληνικό ναυτικό
αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά
προβλήματα. Οι σχετικές εκκλήσεις προς
την Κυβέρνηση ήταν συνεχείς κι έντονες.
Τελικά βρέθηκαν χρήματα και ο ελληνικός
στόλος άρχσε να ανασυγκροτείται.
4. Στις
26/4 συγκεντρώθηκαν στα Ψαρά 29 υδραίικα
πλοία υπό τον Ανδρ. Μιαούλη, 19 σπετσιώτικα
υπό τους Αναστ. Ανδρούτσο και Ανδρ.
Χατζή-Αναργύρου, και 16 ψαριανά. Την
επομένη αναχώρησαν για τη Χίο και σε 2
ώρες βρέθηκαν απέναντι στον τουρκικό
στόλο. ΄Εμειναν εκεί άπραγοι περιμένοντας
την κατάλληλη στιγμή. Στις 18/5 επιτέθηκαν
στην είσοδο του στενού του Τσεσμέ,
αιφνιδιάζοντας τους Τούρκους και
προκαλώντας τους σημαντικές ζημιές.
Λόγω διαφωνιών κτλ. που ανέκυψαν, στις
31/5 τα σπετσιώτικα πλοία αποχώρησαν. Την
ίδια μέρα αποφασίστηκε από τους Ψαριανούς,
συμφωνούντος και του Μιαούλη, να επιτεθούν
με πυρπολικά κατά της τουρκικής αρμάδας.
Την 1/6
δύο πυρπολικά, 1 ψαριανό υπό τον Κων.
Κανάρη και 1 υδραίκο υπό τον Ανδρ. Πιπίνο,
συνοδευόμενα από άλλα 4 πλοία, ξεκίνησαν
από τα Ψαρά για το παράτολμο εγχείρημα.
Στις 6 προς 7/6 πλησίασαν την αρμάδα. Η
νύχτα αφέγγαρη και οι Τούρκοι γιόρταζαν
το μπαϊράμι. Ο Κανάρης κατευθύνθηκε στη
ναυαρχίδα, ενώ ο Πιπίνος προς την
αντιναυαρχίδα. Η επιχείρηση του Πιπίνου
έγινε βιαστικά και απέτυχε. Το πυρπολικό
του Κανάρη με πηδαλιούχο τον εμπειρότατο
Ιω. Θεοφιλόπουλο κατάφερε να προσδεθεί
στερεά στη ναυαρχίδα από την πλευρά που
φυσούσε ο άνεμος. Τεράστιες φλόγες
άρχισαν να ζώνουν τη ναυαρχίδα. Πάνω
της βρίσκονταν όλοι σχεδόν οι αξιωματικοί
του τουρκικού στόλου. Τα 84 κανόνια του
πλοίου άρχισαν να εκπυρσοκροτούν
μεταβάλλοντας το πλοίο σε κόλαση. Από
τους 2.000 άντρες που ήταν συγκεντρωμένοι
εκεί για τη γιορτή ελάχιστοι σώθηκαν.
Οι πυρπολητές επέστρεψαν στα Ψαρά σώοι.
Το
κατόρθωμα του Κανάρη ήταν συγκλονιστικό
και οι συνέπειές του καταλυτικές. Ο
τουρκικός στόλος αποσύρθηκε μέσω
Μυτιλήνης και Μοσχονησίων στην Τένεδο.
Ο ελληνικός έμεινε στα Ψαρά ως το τέλος
Ιουνίου.
Στις
17/6 οι ΄Ελληνες κανονιοβόλησαν το φρούριο
της Χίου.
5. Η
δραστηριότητα του τουρκικού στόλου
στο Αιγαίο μετά την πυρπόληση της
ναυαρχίδας και το θάνατο του Καρά-Αλή
δε σταμάτησε. Από την άλλη ο ελληνικός
στόλος αντιμετώπιζε πιεστικά οικονομικά
προβλήματα.
Στις
12/7 ο τουρκοαιγυπτιακό στόλος, 84 πλοία,
προερχόμενος από τον Ελλήσποντο
κατευθυνόταν προς το κεντρικό Αιγαίο.
Ανενόχλητος έφθασε στην Πάτρα και από
εκεί στις 20/7 στη λιμνοθάλασσα του
Μεσολογγίου.
Ο
ελληνικός στόλος μόλις πρί τα τέλη Αυγ.
κατάφερε να συγκροτηθεί από πλοία
υδραίικα, σπετσιώτικα και ψαριανά, 56
συνολικά. Αυτή η καθυστέρηση άφησε
ανέπαφο τον τουρκικό στόλο, ο οποίος
εγκατέλειψε τον Κορινθιακό κι επέστρεψε
στο Αιγαίο. Στις 29/8 ο ελληνικός στόλος
ειδοποιήθηκε ότι ο τουρκικός βρισκόταν
στη θάλασσα των Κυθήρων και έλαβε
κατάλληλη διάταξη ώστε να εμποδίσει
την είσοδό του στον Αργολικό κόλπο. Μια
εβδομάδα μετά ο τουρκικός στόλος
βρισκόταν στη Θήρα.
6. Η
ναυμαχία των Σπετσών:
Στις 8/9 ο τουρκικός στόλος περνούσε από
τις Σπέτσες προς το στενό που τη χωρίζει
από την Ερμιόνη. Ο ελληνικός κινητοποιήθηκε.
Επικεφαλής τέθηκε ο Μιαούλης. Διέταξε
τα πλοία του ν’ ακολουθήσουν τα τουρκικά
μέσα στον πορθμό. Τέσσερα, όμως, (του
Κριεζή, του Λεμπέση, του Θεοδωρή και του
Παναγώντα) δεν ακολούθησαν τη διαταγή,
αλλά κινήθηκαν ανατολικότερα και
βρέθηκαν έτσι ανάμεσα στα τουρκικά. Ο
Κριεζής άρχισε να κανονιοβολεί τα
τουρκικά, τα οποία συνέχισαν τον πλου.
Σε λίγο η αναμέτρηση γενικεύθηκε. Λίγα
ελληνικά πλοία υπό τον Πιπίνο,
κινδυνεύοντας, έπλευσαν στη νησίδα
Δοκός. Ακολούθησαν και μερικά μικρά
τουρκικά. Ο Πιπίνος επιχείρησε να
πυρπολήσει ένα αλγερινό. Αυτό ανάγκασε
τα τουρκικά ν’ απομακρυνθούν από τη
δυτική πλευρά.
Η ναυμαχία
συνεχίστηκε για ώρες με ανάμιξη και των
πλοίων των Σαχτούρη, Ανάργυρου, Δ.
Μιαούλη, Ράφτη κ.ά. Βράδιασε και η ναυμαχία
συνεχιζόταν. Ο Κοσμάς Μπαρμπάτσης με
το πυρπολικό του αποσπάστηκε και όρμησε
κατά της τουρκικής ναυαρχίδας για να
την πυρπολήσει. Αυτή τράπηκε σε φυγή.
Την ακολούθησε και ο υπόλοιπος στόλος.
Η
εντυπωσιακή εκστρατεία του τουρκικού
στόλου έληξε άδοξα, χωρίς να επιτύχει
τους στόχους. Αναχώρησε από την περιοχή
στις 15/9 κι ένα μεγάλο μέρος του στις
30/9 έφθασε στην Κρήτη.
7. Στις
αρχές Οκτ. ο τουρκικός στόλος, επιστρέφοντας
στα Στενά, επιχείρησε να αποβιβάσει
δυνάμεις στη Μύκονο. Οι Μυκονιάτες,
όμως, χτύπησαν το αποβατικό άγημα,
σκότωσαν αρκετούς και τους ανάγκασαν
να επιβιβαστούν και πάλι στα πλοία τους
και να φύγουν. Πιθανότατα σε αυτή τη
μάχη έλαβε μέρος και η Μαντώ Μαυρογένους.
8. Στις
15/10 ο τουρκικός στόλος βρισκόταν ανάμεσα
στη Χίο και στα Ψαρά. Η ψαριανή βουλή
αποφάσισε να χτυπήσει με δυο πυρπολικά
και δυο πολεμικά. Σε ένα από τα πυρπολικά
βρισκόταν ο Κων. Κανάρης. Στις 28/10 τα δυο
πυρπολικά προσέγγισαν τον τουρκικό
στόλο. Την ίδια νύχτα επιτέθηκαν με
υψωμένη τουρκική σημαία ως καμουφλάζ.
Πρώτος έφθασε κοντά σε ένα τεράστιο
δίκροτο (ή την υποναυαρχίδα) ο Κανάρης
και κόλλησε το πυρπολικό του στην πρώρα
του. Σε λίγο οι φλόγες έζωσαν το τουρκικό
μεγαθήριο. Επικράτησε χάος. Το πλοίο
εξαφανίστηκε. Τα υπόλοιπα πλοία έσπευσαν
ν’ απομακρυνθούν προς τις ασιατικές
ακτές. Το άλλο πυρπολικό την τελευταία
στιγμή έγινε αντιληπτό από τους Τούρκους
κι απέτυχε να πυρπολήσει το άλλο δίκροτο
΄Οταν
ο τουρκικός στόλος έφθασε στην Κων/πολη,
ο σουλτάνος διέταξε τον αποκεφαλισμό
του ναυάρχου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου