ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015



ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΟΙ  -  ΤΡΑΓΩΔΟΙ

1. Αισχύλος: Γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 525 π.Χ. και πέθανε στη Γέλα της Σικελίας το 456. Έγραψε περί τα 90 έργα. Πρωτοεμφανίστηκε επί σκηνής το 500 π.Χ. Την πρώτη από τις 12 θεατρικές του νίκες κέρδισε το 486 π.Χ. Από τα έργα του σώζονται μόνο τα 7: α) «Προμηθεύς Δεσμώτης», β) «Επτά επί Θήβας», γ) «Πέρσαι», δ) «Ικέτιδες», ε) «Αγαμέμνων», στ) «Χοηφόροι» και στ) «Ευμενίδες». Πολλά από τα έργα του είχαν τριλογική ή τετραλογική μορφή. Από τις γνωστότερες τριλογίες του είναι η θηβαϊκή («Λάιος», «Οιδίπους» και «Σφίγξ») και η Ορέστεια («Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες»). Είκοσι από τα έργα του ανήκουν στην κατηγορία των σατυρικών δραμάτων. Πολλών απολεσθέντων έργων του σώθηκαν αποσπάσματα.
Από τις σημαντικότερες καινοτομίες στο θέατρο που του αποδίδονται είναι: α) η προσθήκη του δεύτερου υποκριτή, ενός ακόμη προσώπου δηλαδή στα διαλογικά μέρη που προετοίμασε το έδαφος για τη δημιουργία σκηνών με ατομικές συγκρούσεις· β) η εύρεση της τραγικής τριλογίας. Θεωρείται ο θεμελιωτής της κλασικής τραγωδίας.
2. Σοφοκλής (496-405 π.Χ.): Γιος του Σοφίλου. Γεννήθηκε στο δήμο του Ιππίου Κολωνού. Ακολούθησε τα ίχνη του Αισχύλου. Πρωτοεμφανίστηκε ως τραγικός ποιητής το 468 π.Χ. με το έργο του «Τριπτόλεμος». Έγραψε συνολικά 123 έργα, νίκησε 20 φορές σε δραματικούς αγώνες, πήρε πολλές δεύτερες νίκες και καμία τρίτη. Σώθηκαν μόνο 7 από τις τραγωδίες του: Αίας, Ηλέκτρα, Οιδίπους Τύραννος, Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Φιλοκτήτης και Οιδίπους επί Κολωνώ) και πολλά αποσπάσματα από τα απολεσθέντα. Έγραψε και αυτός σε μορφή τριλογιών και τετραλογιών. Μία από τις τετραλογίες του ονομαζόταν «Τηλέφεια».
Έδωσε μια περαιτέρω ώθηση στη μορφή της τραγωδίας που παρέλαβε από τον Αισχύλο. Ανάμεσα στις καινοτομίες που επέφερε είναι η αύξηση του αριθμού των χορευτών από 12 σε 15, η προσθήκη και τρίτου υποκριτή και η απόσπαση του ήρωα από το χορό. Πέρα απ’ αυτά ο Σοφοκλής ασχολήθηκε και θεωρητικά με τα προβλήματα του θεάτρου στο έργο του «Περί χορού».
3. Ευριπίδης: Γεννήθηκε στο δήμο Φλυείας/Φλύας της Αθήνας το 484/480 π.Χ. Γιος του Μνησάρχου/Μνησαρχίδη και της Κλειτούς. Πέθανε το 406 π.Χ. στην Πέλλα, πρωτεύουσα της Μακεδονίας, όπου είχε προσκληθεί από το βασιλιά Αρχέλαο μαζί με άλλους καλλιτέχνες, για να βοηθήσει τον αναπτυσσόμενο και εκεί ελληνικό πολιτισμό και να ψάλει τα κατορθώματα του βασιλιά.
Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στο ποιητικό προσκήνιο έκαμε το 455 π.Χ. με το έργο του «Πελιάδες». Από το έτος αυτό μέχρι το 438 που εμφάνισε το «Άλκηστις», το αρχαιότερο από τα σωζόμενα έργα του, δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για τον ποιητή. Η επόμενη 10ετία ήταν η κορυφαία της δραματουργικής του δημιουργίας. Έγραψε 88 τραγωδίες ή 22 τετραλογίες. Από αυτές σώθηκαν ολόκληρες μόνο οι εξής: 1) «Άλκηστις» (διδάχθηκε το 438 π.Χ.), 2) «Μήδεια» (διδάχθηκε το 431), 3) «Ηρακλείδαι» (πρώτη παράσταση το 430), 4) «Ιππόλυτος» (πρώτη παράσταση το 428), 5) «Ανδρομάχη» (πρώτη παράσταση το 420 ή 417), 6) «Εκάβη» (πρώτη παράσταση το 425), 7) «Ικέτιδες»: το όνομά τους προέρχεται από το χορό, που αποτελείται από τις μητέρες των Αργείων λοχαγών, οι οποίοι έπεσαν προ των Θηβών (πρώτη παράσταση το 420 ή 421), 8) «Ηρακλής» (πρώτη παράσταση μεταξύ 421 και 416), 9) «Ίων» (πρώτη παράσταση το 419 ή 418), 10) «Τρωάδες»: αποτελούσε τριλογία με τις χαμένες τραγωδίες «Αλέξανδρος» και «Παλαμήδης» (διδάχθηκαν το 415), 11) «Ηλέκτρα» (πρώτη παράσταση το 413), 12) «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» (πρώτη παράσταση το 412), 13) «Ελένη» (πρώτη παράσταση το 412), 14) «Ορέστης» (πρώτη παράσταση το 408). Η τελευταία τραγωδία που ο Ευριπίδης παρέστησε στην Αθήνα ζων και 15) «Βάκχαι»: Διδάχθηκε το 405 από το γιο του ποιητή, μετά το θάνατό του. Υπάρχουν και δύο έργα που δε θα μπορούσαν ν’ αποδοθούν ευθέως ή εξ ολοκλήρου ή ασφαλώς στον Ευριπίδη: 1) «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι»: Δεν έφθασε σ’ εμάς ως έργο έτοιμο για παράσταση. 2) «Ρήσος»: Εκφράζονται σοβαρές αντιρρήσεις αν είναι έργο του Ευριπίδη ή μεταγενέστερο.
Ο Ευριπίδης είναι ο μεγαλύτερος καινοτόμος στο χώρο της τραγωδίας. Οι κυριότερες από τις καινοτομικές του παρεμβάσεις είναι: α) Εισήγαγε τους προλόγους: ένας θεός ή ήρωας στη σκηνή διηγείται μονολογώντας βιογραφικά του στοιχεία κτλ. β) Εισήγαγε τον «από μηχανής θεό». Με το εφεύρημα αυτό κλείνει το δράμα. Με αυτό δίδεται διέξοδος στην πορεία του δράματος. γ) Τρίτη καινοτομία είναι η θέση του χορού στο δράμα. Από τον Ευριπίδη ο χορός υποβαθμίζεται. Από ρόλο παρεμβατικό και εξισορροπητικό ανάμεσα στις αντίπαλες αξιώσεις που έπαιζε πριν με αποτέλεσμα τελικό τη συνδιαλλαγή και ειρήνευση των ανταγωνιζομένων, τώρα ο χορός εκφράζει προσωπικές γνώμες του ποιητή, συχνά ελάχιστα σχετικές με την υπόθεση του δράματος ή τον μεταβάλλει σε πιστό εταίρο και συνένοχο του πρωταγωνιστή.
Ο Ευριπίδης θεωρείται, δίκαια, ο μέγιστος των τραγικών. Με αυτόν κλείνει ο κύκλος των μεγάλων τραγωδών. Ο Ευριπίδης χαρακτηρίστηκε «ο από σκηνής φιλόσοφος» εξαιτίας των βαθύτατων ιδεών που περνάει μέσα από τα έργα του. Σημαντική ήταν η επίδραση που δέχτηκε από τη σοφιστική φιλοσοφία. Έντονο είναι, επίσης, στο έργο του το μισογυνικό του στοιχείο.
Άλλες μορφές ποίησης (λυρική, επική κτλ.) δεν έχουν αξιόλογη παρουσία κατά την περίοδο αυτή, όπως συνέβη κατά τους αμέσως προηγούμενους δύο αιώνες, κατά τους οποίους ήκμασαν.
ΚΩΜΩΔΙΑ
Και μόνο στο άκουσμα αυτού του έργου ο νους μας πάει κατευθείαν στον πατριάρχη και πρωθιερέα του είδους, το μεγάλο Αριστοφάνη. Κι όμως, δεν ήταν ο πρώτος διδάξας. Πριν απ’ αυτόν υπήρξαν αρκετοί και σημαντικοί υπηρέτες του θεατρικού αυτού είδους, όπως ο Μάγνητας, ο Κρατίνος, ο Εύπολις (446-411 π.Χ.) κ.ά. Αναντίρρητα με τον Αριστοφάνη η κωμωδία έφθασε στην αποθέωσή της, στην ανυπέρβλητη τελειότητα. Ακόμα και σήμερα τα έργα του έχουν μια καταπληκτική επικαιρότητα και παρακολουθούνται μ’ ενδιαφέρον.
Για τη ζωή του Αριστοφάνη δε γνωρίζουμε πολλά. Γεννήθηκε περί το 445 και πέθανε το 385. Πρέπει να συνδεόταν με την Αίγινα, όπου είχε κτήματα. Συντηρητικός και ειρηνόφιλος. Σατίρισε καυστικά όλους σχεδόν τους σημαίνοντες άντρες της εποχής του (ιδιαίτερα μάλιστα τους δημαγωγούς με τους οποίους ήταν πολύ σκληρός), αλλά και πολλά φαινόμενα κοινωνικής παρακμής. Μέχρι τους Αλεξανδρινούς έφθασαν 44 από τα έργα του· από αυτά διασώθηκαν ως εμάς πλήρη μόνο 11 (σε παρένθεση το έτος πρώτης εμφάνισής τους και η αφορμή): 1) «Αχαρνής» (425), 2) «Ιππής» (στα Λήναια το 424), 3) «Νεφέλαι» (στα Διονύσια, το 423), 4) «Σφήκες» (Λήναια, το 422), 5) «Ειρήνη» (στα Διονύσια, το 421), 6) «Όρνιθες» (στα Διονύσια, το 414), 7) «Λυσιστράτη» (στα Λήναια, το 411), 8) «Θεσμοφοριάζουσαι» (το 411), 9) «Πλούτος» (388), 10) «Βάτραχοι» (405) και 11) «Εκκλησιάζουσαι» (392). Διασώθηκαν αποσπάσματα και πολλών από τα απολεσθέντα έργα του.
ΜΟΥΣΙΚΗ
Συνεχώς και περισσότερο η έρευνα ανακαλύπτει ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν σημαντικές επιδόσεις και στο χώρο της μουσικής. Ως εμάς σε μια μακρά εξελικτική πορεία έφθασε αυτή η μουσική στη μορφή της λεγόμενης βυζαντινής μουσικής, που ορθότερο είναι να λέγεται ελληνική. Οι όροι μουσική, αρμονία, ρυθμός και νόμος, αλλά και όλη η τεχνική ορολογία της βυζαντινής μουσικής (στίξις, αντίστιξις, ύφεσις κ.ά.) είναι ελληνικοί. Δεν υπάρχουν, δυστυχώς, τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να μπορούμε σήμερα να προβούμε σε μια ανασύσταση της ελληνικής μουσικής στην αρχαία της μορφή.
Στην ομηρική εποχή οι αοιδοί προσκαλούσαν τη μούσα να τους διδάξει πώς να ψάλουν. Συνήθως το τραγούδι συνδεόταν με το χορό. Κάτι ανάλογο με τη σημερινή δημοτική μουσική. Το όργανο που συναντάμε συχνότερα να συνοδεύει τον τραγουδιστή (αοιδό) είναι η φόρμιγγα. Είναι ένα 4χορδο όργανο που ενδέχεται να είναι το ίδιο με την κίθαριν. Άλλα όργανα που αναφέρονται στον Όμηρο: α) ο αυλός, δύο φορές, β) η σύριγγα, μία φορά ως όργανο των Τρώων και άλλη μία ως όργανο των βοσκών (όπως και μεταγενέστερα) και γ) η σάλπιγγα, μία φορά.
Μετά τον Όμηρο εμφανίζονται οι ραψωδοί. Περιέρχονταν όλη την Ελλάδα και απήγγελλαν, χωρίς όμως τη συνοδεία μουσικών οργάνων, τμήματα από τα ομηρικά έπη, αλλά και δικούς τους στίχους.
Ένα σύνολο μουσικών οργάνων της εποχής έχουν πολλά κοινά σημεία, είτε ως προς τη μορφή είτε (προπάντων) ως προς τον παραγόμενο ήχο είτε και ως προς τα δύο. Αυτά είναι τα: φόρμιγξ, κίθαρις, λύρα, κιθάρα και βάρβιτος. Η λύρα μπορεί να τα καλύπτει όλα. Η βάρβιτος διέφερε από τη λύρα μόνο στο σχήμα. Ο ήχος στον αυλό παράγεται όπως η ανθρώπινη φωνή, με την αναπνοή, και διαφέρει εκείνου της λύρας.
Το πιθανότερο είναι ότι οι αρχαίοι αγνοούσαν την πολυφωνική μουσική όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι υπήρχε ένα στυγνό μονοφωνικό σύστημα. Επικρατούσε μεν η μονοφωνία, αλλά με αρκετά πολυφωνικά στοιχεία, ποικίλματα. Δηλαδή υπήρχε ένα κράμα μονοφωνίας και πολυφωνίας, χωρίς τις αυστηρές διαχωριστικές γραμμές που επέβαλε ο μουσικός πολιτισμός της Δύσης.
Μέχρι την κλασική εποχή η οργανική μουσική ήταν συνδεδεμένη με το τραγούδι. Η κιθαρωδία (δηλαδή τραγούδι με συνοδεία κιθάρας) συστηματοποιήθηκε κατά τον Ζ΄ αι. από τον Τέρπανδρο. Την ίδια εποχή εμφανίζεται και ο πιο θαυμαστός κιθαρωδός, ο Αρίωνας από τη Μήθυμνα, που σχετίζεται με το διθύραμβο. Άλλος συνδυασμός οργάνου (αυλού) και τραγουδιού ήταν η αυλωδία. Περί τον ΣΤ΄ αι. έχουμε την εμφάνιση και οργανικής μουσικής χωρίς τραγούδι.
Την εξέχουσα θέση της μουσικής στην αρχαιότητα υπογραμμίζει και ο θεσμός των μουσικών αγώνων. Αυτοί διεξάγονταν κατά τη διάρκεια πανηγυριών και των διαφόρων πανελλήνιων εορτών.
Η μουσικότητα συνυπήρχε στην ποίηση, ιδιαίτερα τη λυρική. Ο όρος «λυρική ποίησις» καθιερώθηκε από τους Αλεξανδρινούς. Παλαιότερα λεγόταν «μέλος/μέλη». Ο Πίνδαρος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «μουσική», μόνο που τότε δε σήμαινε ό,τι ακριβώς και σήμερα, αλλά την οργανική συνύπαρξη μουσικής και λόγου στο στίχο. Με τη σημερινή έννοια ο όρος μουσική πρωτοχρησιμοποιήθηκε μετά τον Πλάτωνα.
Μια ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική έχει ο όρος «αρμονία». Τον καθιέρωσαν στο χώρο αυτό οι Πυθαγόρειοι, ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. Έτσι, η οκτάβα (ως βασικό συστατικό της μουσικής) ονομάστηκε αρμονία· το ίδιο και οι διαφορετικές διατάξεις των ήχων μέσα σε μια οκτάβα.
Στον Αριστοφάνη και τον Πλάτωνα συναντούμε τον όρο «ρυθμός» με μουσική σημασία. Ο μαθητής του Αριστοτέλη Αριστόξενος, θεωρητικός της μουσικής, διευκρινίζει τη σχέση μεταξύ μουσικού ρυθμού και «ρυθμιζόμενου» υλικού (ήχου, συλλαβών, χορού) με τη σχέση μεταξύ «σχήματος» και «σχηματιζόμενου» υλικού. Ο ρυθμός της αρχαίας μουσικής προέκυπτε αθροιστικά από την ποικιλία στην παράθεση των δύο σταθερών ρυθμικών στοιχείων, του βραχέος και του μακρού.
Μια άλλη μουσική έννοια που διαμόρφωσαν οι αρχαίοι Έλληνες είναι ο «νόμος», όπως «κιθαρωδικοί νόμοι» (βοιώτιος, οξύς, όρθιος κτλ.) ή «αυλωδικοί νόμοι» (π.χ. «πολυκέφαλος νόμος»). Ο Πλάτωνας, παράλληλα με άλλους νόμους, μιλάει και για «μουσικούς νόμους».
Από τα τέλη του Ε΄ αι. ο μουσικός ρυθμός άρχισε ν’ αυτονομείται από το ρυθμό του λόγου. Από τότε οι χορδές της κιθάρας ξεπέρασαν τις 7. Επιφανέστεροι εκπρόσωποι αυτής της τάσης ήταν οι Κινησίας, Φρύνις και Τιμόθεος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου