ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Η ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΕΛΛΑΔΑ (1941-1944)

Α΄. ΟΙ ΕΞΟΡΙΣΤΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ



1. Γενικά - Η κυβέρνηση Εμμ. Τσουδερού (1941-44)

      Παρακολουθήσαμε την αναχώρηση της κεντρικής ελληνικής εξουσίας (βασιλιά και κυβέρνησης) από τη χώρα μετά την κατάληψή της από τη Γερμανία και την εγκατάστασή της (μέσω Κρήτης) στο Κάιρο προκειμένου να συνεχίσει από εκεί τον αγώνα.

    Μια κυβέρνηση, όμως, που βρίσκεται (αναγκαστικά) και λειτουργεί σε ξένο έδαφος έχει κάποια ιδιάζοντα γνωρίσματα. Το ίδιο ίσχυε και για την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. Έτσι:
    α) εξέφραζε τη συνέχεια του ελληνικού κράτους και γιαυτό αναγνωριζόταν όχι μόνο από τους Συμμάχους. 
     β) Κατ’ ανάγκην η νομιμοποίησή της οφειλόταν στο διορισμό της από τον αρχηγό του κράτους, το βασιλιά Γεώργιο Β΄. 
     γ) Η μεταφορά της έδρας της ελληνικής κυβέρνησης στο εξωτερικό συνδυάστηκε και με μια μορφή μεταπολίτευσης, από τη δικτατορία σε δημοκρατικές διαδικασίες αλλά σε αναστολή τους, αφού ήταν πρακτικά αδύνατο να λειτουργήσουν οι δημοκρατικοί θεσμοί. Αυτή η διαδικασία άρχισε κυρίως μετά την αυτοκτονία του Α. Κορυζή. Εντούτοις η τυπική κατάργηση του διδακτορικού καθεστώτος συντελέστηκε με δυο Συντακτικές Πράξεις, της 22/10/41 «Περί οργανώσεως των κρατικών λειτουργιών» και προπάντων της 4/2/42 που καταργούσε ρητά τα διατάγματα της 4/8/36 κι επανέφερε σε ισχύ του Σύνταγμα του 1911.

   δ) Αποτέλεσε μια πρώτη απόπειρα συνεννόησης και συνεργασίας όχι τόσο μεταξύ διαφορετικών κομματικών σχηματισμών (που δεν υπήρχαν άλλωστε), όσο μεταξύ πολιτικών διαφορετικής πολιτικής/κομματικής προέλευσης, ακόμα και με παρελθόν διχαστικών αντιπαραθέσεων. Τα πάθη του Εθνικού Διχασμού κατασίγασαν.

     ε) Ιδιαιτερότητα εμφάνιζαν και οι σχέσεις της εξόριστης κυβέρνησης με τους Συμμάχους και ιδιαίτερα με τη Μ. Βρετανία. Αυτό ισχύει για κάθε εξόριστη κυβέρνηση, αφού δεν ελέγχει την Επικράτειά της. Και εξ αυτού ανακύπτει το φαινόμενο της στενότερης εξάρτησης, ιδίως για τις κυβερνήσεις μικρών κρατών. Αυτό φαίνεται εναργέστερα στη στοχοθεσία και στην επιλογή και χρήση των μέσων επίτευξής τους. Διαπιστώνεται μια σαφής ανισορροπία δυνατοτήτων, ισχύος και αδυναμίας.



   Μιλήσαμε ήδη για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο βασιλιάς διόρισε (21/4/41) τον Εμμ. Τσουδερό ως πρωθυπουργό.

     Αμέσως μετά ο βασιλιάς και η κυβέρνηση αναχώρησαν στην Κρήτη. Και από εκεί αναγκάστηκαν πολύ σύντομα (το βράδυ της 22ας προς 23/5/41) ν’ αναχωρήσουν με προορισμό την Αλεξάνδρεια. Εκεί κατέφυγαν και το θρυλικό «ΑΒΕΡΩΦ» και άλλες ναυτικές μονάδες, που αποτέλεσαν τον πυρήνα ανασύνταξης του ελληνικού πολεμικού ναυτικού.

      Όσον αφορά την οριστική εγκατάσταση της κυβέρνησης το θέμα απασχόλησε ήδη Έλληνες και Βρετανούς. Εξετάστηκαν πολλές λύσεις, όπως η Κύπρος (την απέρριψαν οι Βρετανοί), η Παλαιστίνη (την απέρριψε ο βασιλιάς), η Κένυα (κανένας δεν την ήθελε), ενώ η Αίγυπτος δε θα μπορούσε να διαρκέσει επί πολύ (επειδή τυπικά ήταν ουδέτερο κράτος). Στα τέλη Ιουν. ο βασιλιάς, ο Τσουδερός και πολλοί υπουργοί αναχώρησαν στη Νότια Αφρική και από εκεί στα τέλη Αυγ. έφυγαν για το Λονδίνο.

     Στις 4/7 ο Τσουδερός υπέβαλε στο βασιλιά Υπόμνημα με τις τρεις κύριες προτεραιότητες της κυβέρνησής του: α) η συγκρότηση αξιόμαχου στρατού στη Μ. Ανατολή, β) η ανακούφιση του βαριά δοκιμαζόμενου ελληνικού λαού, και γ) η προβολή των εθνικών διεκδικήσεων. Πέραν αυτών: ευθύς εξαρχής άρχισαν ν’ απασχολούν την κυβέρνηση τα προβλήματα που θα ανακύψουν αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, όπως: ο τρόπος διακυβέρνησης της χώρας και η εν γένει οργάνωση της δημόσιας ζωής, η εκπόνηση ενός νέου Συντάγματος, η κάλυψη των επιτακτικών αναγκών επιβίωσης του λαού κτλ.

    Δεν άργησαν να προκύψουν και προβλήματα. Αιγυπτιώτες Έλληνες αξίωσαν την απομάκρυνση των μεταξικών υπουργών με πρώτο τον Κ. Μανιαδάκη. Ο πρωθυπουργός προχώρησε σε ευρύ ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Τα Υπουργεία Εξωτερικών, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας τα κράτησε ο ίδιος. Η κυβέρνηση πλέον απαρτίστηκε από τους: ναύαρχο Αλέξανδρο Σακελλαρίου (αντιπρόεδρος και Ναυτικών), Στ. Δημητρακάκη (Δικαιοσύνης και Στρατιωτικών), Α. Δημητράτο (Εργασίας), Π. Νικολαϊδη (Αεροπορίας) και Σ. Θεοφανίδη (Εμπορικής Ναυτιλίας). Από αυτούς ο Σακελλαρίου και οι προϊστάμενοι των άλλων πολεμικών Υπουργείων παρέμειναν στην Αίγυπτο και υπήχθησαν στο βρετανικό Στρατηγείο Μ. Ανατολής. Το Σεπτ. ολοκληρώθηκε η σύνθεση της κυβέρνησης με την προσθήκη των: Κυρ. Βαρβαρέσου (Οικονομικών), Α. Μιχαλόπουλου (Πληροφοριών) και Χ. Σιμόπουλου (υφυπ. Εξωτερικών). Το Φεβρ. 1942 παύθηκε και ο μεταξικός Α. Δημητράτος.

     Μετά την απομεταξικοποίηση της κυβέρνησης, ο Τσουδερός προχώρησε στην αποκατάσταση των αξιωματικών που διώχθηκαν κατά τη 10ετία του 30. Στις 15/6/41 συστάθηκε Αρχηγείο του Ελληνικού Βασιλικού Στρατού Μ. Ανατολής, με επικεφαλής τον απότακτο από το κίνημα του 1935 στρατηγό Εμμ. Τζανακάκη. Μετά συγκροτήθηκε η πρώτη ελληνική ταξιαρχία από Αιγυπτιώτες Έλληνες και Ελλαδίτες φυγάδες.

     Το εγχείρημα του Τσουδερού να φέρει μια εξισορρόπηση στο Στρατό ανάμεσα στους βενιζελόφρονες και τους συντηρητικούς αποδείχθηκε αρκετά ακανθώδες. Προκάλεσε την εμφάνιση στους κόλπους των Ενόπλων Δυνάμεων αντιμαχόμενων οργανώσεων (ΕΝΑ, ΑΟΝ, ΑΟΑ κ.ά.) που απεργάζονταν την αποσύνθεσή τους. Αυτός ο στρατός δεν ήταν σε θέση να μετάσχει στις πολεμικές επιχειρήσεις, γιαυτό μετακινήθηκε στην Παλαιστίνη.

     Από τα οξύτερα προβλήματα που αντιμετώπισε η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση ήταν το οικονομικό, για να μπορέσει να καλύψει τα έξοδα α) λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων, β) της δικής της λειτουργίας, και γ) της συντήρησης των 15.000 Ελλήνων προσφύγων στην Τουρκία, στη Μ. Ανατολή και στην Κύπρο. Δυσκολίες είχε και στις σχέσεις της με τη Βρετανία.

     Υπήρχε, όμως, στην Ελλάδα κι ένας ολόκληρος λαός που λιμοκτονούσε. Και γι’ αυτόν όφειλε να μεριμνήσει. Και δεν ήταν μόνο η στενότητα εξεύρεσης βασικών τροφίμων, αλλά και η αδυναμία αποστολής τους, αφού η Ελλάδα ήταν αποκλεισμένη. Γιαυτό από τις 4/6/41 κιόλας απηύθυνε διάβημα στους Βρετανούς, ζητώντας την άρση του αποκλεισμού για να καταστεί δυνατή η αποστολή τροφίμων. Οι Άγγλοι συμφώνησαν για την αγορά τροφίμων από την Τουρκία. Αποδείχθηκε, όμως, ότι οι δυνατότητες της Τουρκίας ήταν πολύ περιορισμένες.

    Η κατάσταση στην Ελλάδα κατά το χειμώνα 1941-42 εξελισσόταν σε τραγωδία. Για ν’ αποτραπεί η συμφορά, το Δεκ. 1941 ο Τσουδερός απηύθυνε αγωνιώδεις εκκλήσεις στους Τσώρτσιλ και Ρούσβελτ γι’ αποστολή βοήθειας. Τα διαβήματά του επανέλαβε και στις αρχές του 1942. Το Φεβρ. οι Βρετανοί συγκατατέθηκαν στην οργάνωση αποστολών σιτηρών στην Ελλάδα με ουδέτερα πλοία με την κάλυψη του σουηδικού Ερυθρού Σταυρού. Μεταφέρθηκαν 6 εκατ. τόνοι σιτηρών, δωρεά του Καναδά. Αποστολή τροφίμων εξασφαλίστηκε και από την Αμερική, μετά από επίσκεψη εκεί τον Ιούν. 1942 των Ελλήνων βασιλιά και πρωθυπουργού.

    Διαχρονικό πρόβλημα για την εξόριστη ελληνική ηγεσία αποτελούσε η μορφή του πολιτεύματος μετά την απελευθέρωση. Η Βρετανία είχε ηδη αποφασίσει την επιστροφή του Γεωργίου Β΄. Προώθησαν δε την πλαισίωση της κυβέρνησης από προσωπικότητες από την κατεχόμενη Ελλάδα. Άσκησε παράλληλα πιέσεις για αποκήρυξη του μεταξικού καθεστώτος, πράγμα που έγινε στις 22/10/41 με Συντακτική Πράξη. Αυτό συνδυάστηκε με ισχυρή παρότρυνση για συνεργασία της κυβέρνησης με τις εν Ελλάδι πολιτικές δυνάμεις, πράγμα όχι τόσο εύκολο.

     Στις αρχές Ιαν. 1942 έφθασε στο Κάιρο επιστολή του Στυλ. Γονατά, συναρχηγού των Φιλελευθέρων, απευθυνόμενη στους Άγγλους. Κατά βεβαίωση του Γονατά το περιεχόμενο της επιστολής είχε εγκριθεί και από τους εκπροσώπους των αστικών κομμάτων (Θεμ. Σοφούλη, Γεώρ. Καφαντάρη, Γεώρ. Παπανδρέου, Παν. Κανελλόπουλο κ.ά.). Σε αυτή δηλωνόταν ότι ο πολιτικός κόσμος απέρριπτε τόσο το βασιλιά όσο και τις κυβερνήσεις Τσουδερού και Τσολάκογλου.

      Ο Τσουδερός αντιμετώπιζε όχι μόνο την αποκήρυξή του από τον πολιτικό κόσμο, αλλά και τον εν εξελίξει κίνδυνο στρατιωτικού πραξικοπήματος από συντηρητικούς αξιωματικούς. Αντέδρασε με την έκδοση στις 4/2/42 Συντακτικής Πράξης, με την οποία αποκηρυσσόταν το καθεστώς της 4ης Αυγ. 1936. Ταυτόχρονα η κυβέρνησή του δεχόταν τη στήριξη από τη Βρετανία.

     Στις 30/3/42 οι εν Ελλάδι πολιτικοί ηγέτες Θεμ. Σοφούλης (των Φιλελευθέρων), Π. Ράλλης και Στέφ. Στεφανόπουλος (του Λαϊκού), Γ. Καφαντάρης, Σοφιανόπουλος, Γ. Μυλωνάς, Γ. Παπανδρέου κ.ά. υπέγραψαν διακήρυξη τασσόμενοι υπέρ του σχηματισμού οικουμενικής κυβέρνησης μετά την απελευθέρωση, όσο αφορά την επιστροφή ή όχι του βασιλιά θα αποφασιζόταν με δημοψήφισμα. Ο Εμμ. Τσουδερός τον Αύγ. 1942 διατύπωνε μια άλλη θέση για το βασιλιά, σχεδόν ευθυγραμμισμένη μ’ εκείνη των Άγγλων. Το παραπάνω μανιφέστο δεν υπέγραψαν οι Παν. Κανελλόπουλος, Κων. Τσαλδάρης και το ΕΑΜ.

      Την άνοιξη του 1942 συνέβησαν δυο γεγονότα: α) οι Γεώργιος και Τσουδερός επισκέφθηκαν τον ελληνικό στρατό στην Παλαιστίνη, και β) ισχυροποιήθηκε η εξόριστη κυβέρνηση με την άφιξη στη Μ. Ανατολή και την ένταξή του στην κυβέρνηση του Παν. Κανελλόπουλου. Διορίστηκε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και στη συνέχεια και υπουργός Εθνικής Άμυνας.

     Από τις πρώτες ενέργειές του η αναδιοργάνωση του Στρατού. Κατάργησε το Αρχηγείο και ο στρατηγός Εμμ. Τζανακάκης διορίστηκε Επιθεωρητής Στρατού. Οι συντ/ρχες Παυσ. Κατσώτας και Αλκ. Μπουρδάρας τοποθετήθηκαν διοικητές των 1ης και 2ης ταξιαρχιών, αντίστοιχα. Στο μεταξύ άρχισαν, μετά τον Αύγ., να καταφθάνουν στη Μ. Ανατολή από την Ελλάδα αξιωματικοί και οπλίτες. Από το υλικό αυτό σχηματίστηκε ο Ιερός Λόχος (μονάδα ειδικών αποστολών) με διοικητή το Χριστόδ. Τσιγάντε. Σε αυτά τα πλαίσια μεθοδεύτηκε η μεταφορά των ελληνικών δυνάμεων στην Αίγυπτο. Αυτή η κίνηση συνοδεύτηκε και από τη συγκρότηση μικτής Ελληνοβρετανικής Επιτροπής για το συντονισμό του αγώνα στην Ελλάδα και στη Μ. Ανατολή. Επίσης τον Αύγ. 1942 επιδιώχθηκε η οργάνωση στην Ελλάδα αντιστασιακού κινήματος συνδεόμενο με την εξόριστη κυβέρνηση. Το εγχείρημα ανατέθηκε στον ταγματάρχη Ιωάννη Τσιγάντε, που στάλθηκε στην Ελλάδα και τον είδαμε να σκοτώνεται τον Ιαν. 1943.

     Όσον αφορά τον πολεμικό τομέα: Τον Οκτ. 1942 η ελλ. 1η ταξιαρχία υπό τον Παυσ. Κατσώτα έλαβε μέρος και διακρίθηκε στη μάχη του Ελ Αλαμέιν, όπου η βρετανική 8η Στρατιά διέλυσε οριστικά τις γερμανο-ιταλικές δυνάμεις και μαζί τους το μύθο του Ρόμμελ. Από το Νοέμ. ήταν ισχυρότατες οι ενδείξεις οριστικής ανατροπής της κατάστασης στη Μεσόγειο. Αυτό ενίσχυσε την επιμονή της ελλην. κυβέρνησης για ελληνική συμμετοχή σε οποιαδήποτε προσπάθεια απελευθέρωσης των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς. (Υπήρχε πάντα και η ανησυχία παραχώρησης των Δωδεκ. στην Τουρκία ως αντάλλαγμα τυχόν ενεργής συμμετοχής της στον πόλεμο κατά του Άξονα).

   Περί τα τέλη του 1942 προέκυψε επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αιτία η επιβολή ενός νέου φόρου, φαινομενικά μεν εις βάρος όλων των Τούρκων πολιτών, πραγματικά, όμως, στρεφόταν κατά της ελληνικής και των λοιπών μειονοτήτων. Αυτό προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ οι Βρετανοί δίσταζαν να πιέσουν την Τουρκία. Επίσης το Δεκ. 1942 οι Βρετανοί, οι Αμερικανοί και οι Σοβιετικοί εκφράστηκαν υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλβανίας. Αυτό δυσχέραινε την ελληνική διεκδίκηση της Β. Ηπείρου. Ο Τσουδερός διαμαρτυρήθηκε. Το Λονδίνο απάντησε ότι η δήλωση δεν επηρεάζει τα εδαφικά ζητήματα. Ο Παν. Κανελλόπουλος, διαφωνώντας με την ηπιότητα της ελληνικής αντίδρασης, παραιτήθηκε μαζί με τους υφυπουργούς των πολεμικών Υπουργείων και την ηγεσία του Στρατου. Προκλήθηκε κυβερνητική αναστάτωση. Οι παραιτήσεις ανακλήθηκαν. Ο Κανελλόπουλος το Δεκ. πήγε στο Λονδίνο. Στις 15/2/43 επανήλθε στο Κάιρο. Όσο έλειπε από τη Μ. Ανατολή εκεί υπήρξαν δυσάρεστες εξελίξεις που τον οδήγησαν σε οριστική παραίτηση. Η απόφαση ενοποίησης της Διοίκησης των δυο ελλην. ταξιαρχιών υπό το φιλοβασιλικό στρατηγό Χρ. Ζυγούρη σε συνδυασμό με την πιθανολογούμενη απομάκρυνση ορισμένων αξιωματικών προκάλεσαν αναστάτωση στον ΑΣΟ (αριστερή στρατιωτική οργάνωση) της 2ης ταξιαρχίας. Η απουσία του Κανελλόπουλου διευκόλυνε αυτές τις αναταράξεις.

     Στις αρχές Μαρτίου 1943 (μετά από τριμερείς διαβουλεύσεις) αποφασίστηκε η μεταφορά της έδρας της ελλην. κυβέρνησης στο Κάιρο.

     Η κρίση στο Στράτευμα έπαιρνε διαστάσεις. Με την επάνοδο του Παν. Κανελλ. στην Αίγυπτο βρέθηκε μπροστά στις ομαδικές παραιτήσεις συντηρητικών αξιωματικών των δυο ταξιαρχιών. Εκείνοι της1ης, μάλιστα, συνελήφθησαν από την ΑΣΟ (του δεκανέα Γιάννη Σαλά). Τα πρώτα αιτήματα της ΑΣΟ: α) διεύρυνση της κυβέρνησης, και β) εκκαθάριση του Στρατεύματος από τους φιλομεταξικούς αξιωματικούς. Ο Κανελλ. παραιτήθηκε. Ταυτόχρονα πραγματοποιούνταν η μετεγκατάσταση στο Κάιρο του βασιλιά και της κυβέρνησης. Αμέσως προέβησαν: α) στην κατάργηση της ενιαίας διοίκησης των ταξιαρχιών, β) στην ανάθεση της ηγεσίας των ταξιαρχιών στους συντ/ρχες Ε. Παππά (της 1ης) και Ι. Μπεγέτη (της 2ης) και γ) στη σύλληψη των αξιωματικών, και των δύο παρατάξεων, που μετείχαν στην εξέγερση και τον εγκλεισμό τους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η περίπτωση διερευνήθηκε από τις βρετανικές αρχές.

     Μετά την παραίτηση του Κανελλόπουλου, κι εν συνεχεία του Βαρβαρέσου, πραγματοποιήθηκε κυβερνητικός ανασχηματισμός. Ο Τσουδερός κράτησε και το Υπ. Οικονομικών (με υφυπ. το Γεώρ. Μαντζαβίνο). Διορίστηκαν ακόμη οι: Γεώρ. Ρούσσος (αντιπρόεδρος και Άνευ Χαρτοφυλακίου), Βύρων Καραπαναγιώτης (Πολέμου), Εμμ. Σοφούλης (Κοιν. Πρόνοιας) και αργότερα οι: Σοφ. Βενιζέλος (Ναυτιλίας) και ο ναύαρχος Πέτρος Βούλγαρης (Αεροπορίας).

     Όταν διευθετήθηκε η κρίση, ο Τσουδερός ζήτησε από τις εν Ελλάδι αστικές πολιτικές δυνάμεις να στείλουν αντιπροσώπους τους στο Κάιρο για διαβουλεύσεις. Αυτές αξίωσαν δήλωση του βασιλιά ότι η επίλυση του Πολιτειακού θα γίνει μέσω δημοψηφίσματος. Ακολούθησαν άκαρπες διαβουλεύσεις. Τον Ιούν. τα κόμματα απέρριψαν την πρόσκληση. Στην ιδέα του δημοψηφίσματος προσχώρησε επίσημα και το ΚΚΕ. Προς άρση του αδιεξόδου οι Βρετανοί και ο Τσουδερός άσκησαν πιέσεις στο Γεώργιο να διευκολύνει την κατάσταση. Αυτός στις 4/7/43 απηύθυνε διάγγελμα με το οποίο αποδεχόταν: α) το σχηματισμό αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης μετά την απελευθέρωση, και β) την εκλογή εντός εξαμήνου Συνταγματικής Συνέλευσης. Τίποτε για δημοψήφισμα.

     Δυστυχώς, η πειθαρχία και η ηρεμία δεν παγιώθηκαν στο Στράτευμα. Οι νέες ταραχές (τον Ιούλ. ’43) ξέσπασαν στους κόλπους της 2ης ταξιαρχίας ανάμεσα στις αριστερές και συντηρητικές οργανώσεις. Η αναταραχή επεκτάθηκε και στο Στόλο. Αποτέλεσμα: α) ουσιαστική διάλυση της 2ης ταξιαρχίας, β) περιορισμός και άλλων στρατιωτών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γ) εκκαθάριση του Στόλου από μέλη της ΑΟΝ, και δ) απειλή πολλών υπουργών για παραίτηση (4 Αυγ.).

     Η κατάσταση διαφοροποιήθηκε από τις 10 Αυγ., όταν με πρόσκληση της SOE ήρθαν στο Κάιρο από την κατεχόμενη Ελλάδα οι: Γ. Εξηντάρης (ως εκπρόσωπος του πολιτικού κόσμου) και εκ μέρους των αντιστασιακών οργανώσεων οι: του ΕΑΜ: Α. Τζήμας, Π. Ρούσσος, Ηλ. Τσιριμώκος και Κ. Δεσποτόπουλος (ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ), του ΕΔΕΣ: Κ. Πυρομάγλου, και του ΕΚΚΑ: Γ. Καρτάλης. Συνοδεύονταν από τον αρχηγό της ΒΣΑ στην Ελλάδα ταξίαρχο Μάυερς. Οι απεσταλμένοι αξίωσαν από το Γεώργιο δημόσια δέσμευση ότι δε θα επιστρέψει πριν από το δημοψήφισμα. Σε αυτούς προστέθηκε και ο Παν. Κανελλόπουλος. Η κυβέρνηση στις 20/8 αποδέχθηκε το αίτημα και πίεζε το Γεώργιο ν’ ανταποκριθεί. Αυτός, έχοντας τη στήριξη Άγγλων, Αμερικανών και Νοτιοαφρικανών, δεν υποχωρούσε. Ενώ ετοιμαζόταν η επιστροφή στην Ελλάδα των αντιπροσώπων, την τελευταία στιγμή απετράπη με τη δυναμική παρέμβαση υπουργών. Αφού παρακάμφθηκε το Πολιτειακό, οι συζητήσεις περιορίστηκαν στη δυνατότητα σχηματισμού ενιαίας κυβέρνησης. Τα αστικά κόμματα αντιδρούσαν στη συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση. Κατόπιν αυτού, στις 15/9 αναχώρησαν οι αντιστασιακοί.

Ακολούθησε η ιταλική συνθηκολόγηση (3/9). Το κενό στα Δωδεκάνησα έσπευσαν, ανεπιτυχώς, να το καλύψουν Βρετανοί και Έλληνες. Στις 12/9 βυθίστηκε στη Σκιάθο αύταντρο το υποβρύχιο «Κατσώνης» με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Βασίλη Λάσκο, ενώ στις 26/9 στη Λέρο το αντιτορπιλικό «Βασίλισσα Όλγα» με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Γ. Μπλέσσα. Σε αληθινή εποποιία εξελίχθηκε η περίπτωση του αντιτορπιλικού «Αδρίας» με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Ιω. Τούμπα, το οποίο βαριά τραυματισμένο κατάφερε να γυρίσει στην Αλεξάνδρεια. Στις επιχειρήσεις της Δωδεκανήσου έλαβε μέρος μόνο ο ελληνικός Στόλος, λίγο δε αργότερα και ο Ιερός Λόχος στα νησιά Σάμο και Λέρο. Και αυτό διότι οι Βρετανοί προτίμησαν να έχουν τη συνεργασία των Ιταλών. Αυτό προκάλεσε την παραίτηση του συνόλου των Ελλήνων υπουργών. Γι’ αυτές τις αγγλικές επιλογές δεν ήταν άμοιρη ευθύνης η ελληνική πλευρά.

     Τα πράγματα άλλαξαν άρδην αργότερα μέσα στο φθινόπωρο. Αιτία/αφορμή η γενικευμένη επίθεση του ΕΛΑΣ στον ΕΔΕΣ. Η δύναμη του ΕΑΜ θορύβησε τόσο τους Άγγλους όσο και τους αστούς πολιτικούς. Ανέκυψε ένταση στις σχέσεις αγγλικού Υπ. Εξωτερικών και SOE, η οποία οδήγησε στην αντικατάσταση του Μάυερς από τον Κρις Γούντχαους. Ακόμη, ο Βρετανός υπ. Εξωτερικών (Α. Ήντεν) και ο Άγγλος πρεσβευτής στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση αντιμετώπισαν ευνοϊκά το διορισμό του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού ως αντιβασιλέα. Διαφώνησε, όμως, ο Γεώργιος.

    Στις 8/11 ο βασιλιάς έστειλε στον Τσουδερό επιστολή. Δημοσιεύτηκε τον Ιαν. 1944 και περιλάμβανε την πρόθεσή του να εξετάσει μαζί με την κυβέρνηση μετά την απελευθέρωση το Πολιτειακό, σε αυτές δε τις διαβουλεύσεις καθοριστική θα ήταν η γνώμη της κυβέρνησης (αυτό τέθηκε μετά από βρετανική πίεση). Η δήλωση έγινε ευνοϊκά δεκτή στην Ελλάδα.  

    Στις 13/12 η Βρετανία δέχθηκε να παράσχει στην ελληνική κυβέρνηση τα μέσα επικοινωνίας της με τους πολιτικούς και τον αρχιεπίσκοπο της κατεχόμενης χώρας, ώστε να συντονιστεί η στρατηγική δράση των δυο πλευρών. Ο Δαμασκηνός ως επικεφαλής μυστικής Επιτροπής θα εκπροσωπούσε την κυβέρνηση στις σχετικές επαφές. Οι διαβουλεύσεις θα γίνονταν μόνο με οργανώσεις με στρατιωτικό χαρακτήρα (άρα θ’ αποκλειόταν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ). Για τη στρατιωτική δράση θα διαβουλεύονταν οι δυο κυβερνήσεις (και δε θα ήταν αποκλειστικά υπόθεση της βρετανικής). Το Πολιτειακό θα λυνόταν από τις πρώτες ελεύθερες εκλογές. Όλα αυτά τα μετέφερε στην Αθήνα στα τέλη Δεκ. 1943 ο συντ/ρχης Ε. Φραδέλλος, έχοντας μαζί του και κατάλογο όσων θ’ απάρτιζαν τη μυστική Επιτροπή. Αυτό το πλαίσιο το αποδέχθηκαν τα αστικά κόμματα. Ταυτόχρονα εξέφρασαν και τους προβληματισμούς τους για τις προθέσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ/ΕΛΑΣ μετά την απελευθέρωση. Ήταν φανερό ότι αυτό ακολουθούσε τη δική του τακτική: ταυτόχρονα σχεδόν πρότεινε στην κυβέρνηση Τσουδερού το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας (κυρίως για ν’ αποφύγει την κατά μέτωπο σύγκρουση με τους Άγγλους). Ο Τσουδερός έθεσε ως όρο την παύση των εχθροπραξιών με τις άλλες οργανώσεις. Αυτό αποφασίστηκε στη διάσκεψη της Πλάκας. Εντεύθεν άνοιξε ο δρόμος για το Συνέδριο του Λιβάνου.

      Οι Θεμ. Σοφούλης, Στυλ. Γονατάς κ.ά. πολιτικοί τον Ιαν. και Φεβρ. 1944 με επιστολές τους στον Εμμ. Τσουδερό κατήγγειλαν το ΕΑΜ ότι ετοιμάζει δικτατορία του ΚΚΕ και αρνούνταν να συνεργαστούν μαζί του. Παράλληλα επανέρχονταν στην ανάγκη διορισμού του Δαμασκηνού ως αντιβασιλιά και της διενέργειας δημοψηφίσματος πριν την επιστροφή του βασιλιά. Από την πλευρά του το ΕΑΜ ζητούσε τη διεύρυνση της εξόριστης κυβέρνησης και τη μεταφορά κλιμακίου της στο «βουνό». Ταυτόχρονα μεθόδευε την ίδρυση κυβέρνησης στο «βουνό», προβλέποντας ίσως απόρριψη των προτάσεών του. Έτσι προέκυψε η ΠΕΕΑ στις 10/3/44, όπως είδαμε. Αντιδρώντας ο Τσουδερός, προσκάλεσε στη Μ. Ανατολή πολιτικούς κι εκπροσώπους των αντιστασιακών οργανώσεων, και του ΕΑΜ, για διαπραγματεύσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου