Αλέξιος Γ΄ Άγγελος/Κομνηνός (1195 - 1203)
1. Ο νέος αυτοκράτορας προτίμησε ν’ αποβάλει το προσωνύμιο του Αγγέλου και να λέγεται Αλέξιος Γ΄ Κομνηνός. Αυτό φυσικά δε θα μπορούσε ν’ αλλάξει την πραγματικότητα.
2. Πρώτη ενέργεια του Αλεξίου Γ΄ ήταν να μοιράσει στους συνωμότες όλα τα χρήματα του στρατιωτικού ταμείου που είχε μαζί του ο Ισαάκιος. Επειδή δε αυτά δεν τους χόρτασαν, τους μοίρασε και εύφορα χωράφια και δημόσιες εισφορές. Άλλους τους ικανοποίησε με διάφορα αξιώματα.
3. Μετά εγκατέλειψε την εκστρατεία και ήρθε στην Κων/πολη. Υποδοχή τού ετοίμασε η πολυμήχανη σύζυγός του Ευφροσύνη Δούκαινα. Έκτοτε κυβερνούσε αυτή μάλλον παρά ο Αλέξιος, έχοντας συνεργάτες τον εραστή της Βατάτζη και τους δύο γαμπρούς της, Ανδρόνικο Κοντοστέφανο και Ισαάκιο Κομνηνό. Ο σύγαμβρος του βασιλιά αρχιναύαρχος Μιχαήλ Στρυφνός ξεπούλησε όλα τα μεγάλα πλοία. Τα απομινάρια του στόλου επιδίδονταν σε πειρατείες. Έξι πλοία στάλθηκαν στον Εύξεινο και λεηλατούσαν όλα τα διερχόμενα εμπορικά πλοία επί δύο μήνες. Θύματά τους και Τούρκοι και Πισάτες έμποροι. Εξαιτίας αυτού οι Πισάτες πειρατές που λυμαίνονταν τις ελληνικές θάλασσες εισέβαλαν στον Ελλήσποντο και χρειάστηκε να τους διώξουν οι Ενετοί το 1196.
4. Η απραξία των Τούρκων εξασφαλίστηκε με χρήματα. Ωσότου το 1193 πέθανε ο Κιλίτζ Αρσλάν Β΄ και η επικράτειά του διαμελίστηκε στους δέκα γιους του.
5. Η βλαχοβουλγαρική εξέγερση εξακολούθησε να ισχυροποιείται και επεκτείνεται, σωρεύοντας δεινά στο κράτος. Ο Ασάν, ένας από τους τρεις αδελφούς επαναστάτες, φονεύθηκε από το βογιάρο Ιβάγκο.Ο Ιβάγκο, μολονότι συμμάχησε με τους Βυζαντινούς, νικήθηκε και κατέφυγε στην Κων/πολη. Ο αδελφός του Πέτρος αναγνωρίστηκε από όλους ως βασιλιάς των Βουλγάρων. Σε λίγο δολοφονήθηκε και αυτός. Τότε εμφανίστηκε ο τρίτος αδελφός, ο Ιωαννίσης, που δραπέτευσε από την Κων/πολη. Αυτός ανακηρύχθηκε βασιλιάς και έξουσίασε των Βουλγάρων και των Βλάχων επί 10 χρόνια (1197-1207). Οι Βυζαντινοί, αδυνατώντας οι ίδιοι να τον αντιμετωπίσουν, έστειλαν εναντίον του δυο Βουλγαροβλάχους φίλους τους, τον Ιβάγκο και το Στραζομήρ ή Χρυσό. Αυτοί όμως, αντί να πολεμήσουν τον Ιωαννίση, ανεξαρτητοποιήθηκαν, ο μεν Ιβάγκο στη Φιλιππούπολη, ο δε Χρυσός στο Πρόσακο και στη Στρουμνίτσα. Έτσι οι εχθροί έγιναν τρεις. Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρος και κυρίως η Ελλάδα γνώρισαν τη συμφορά. Από την άλλη ο πρωτοστράτορας Μανουήλ Καμύτζης επιχείρησε να στήσει το δικό του βασίλειο στη Θεσσαλία. Τελικά, όμως, οι Ιβάγκο, Χρυσός και Καμύτζης υπέκυψαν στις ραδιουργίες της βασιλικής αυλής.
Και μέσα στην Κων/πολη τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Οι στάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Σε μία, μάλιστα, από αυτές κάποιος Ιωάννης Κομνηνός, ο λεγόμενος Παχύς, κατέλαβε για λίγο τη βασιλεία. Ο γιος τού βασιλιά Ανδρονίκου Κομνηνού είχε, όπως είδαμε, δυο γιους, τον Αλέξιο και το Δαβίδ. Ο Αλέξιος, 4 μόλις ετών, κατέφυγε στη βασιλίδα της Γεωργίας και θεία του Θάμαρ (1184-1212). Αυτή, από μίσος προς τους Αγγέλους, μόλις ο Αλέξιος ενηλικιώθηκε (γύρω στο 1200) τον βοήθησε να κυριεύσει τον Κερασούντα, την Τραπεζούντα, τη Λιμνία, το Οιναίο, όλη την Παφλαγονία κι ολόκληρο τον Πόντο.
6. Οι αδελφοί Μιχαήλ και Νικήτας Χωνιάτες
Από το 1178 αρχιεπίσκοπος Αθηνών ήταν ο Μιχαήλ Ακομινάτος ο Χωνιάτης, αδελφός του χρονογράφου Νικήτα Χωνιάτη. Πατρίδα τους ήταν οι Χώνες της Φρυγίας.
Ο Μιχαήλ Χωνιάτης ήρθε στην Κων/πολη προτού ο Ευστάθιος γίνει αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, του οποίου υπήρξε συγκάτοικος και μαθητής. Οι σχέσεις τους διατηρήθηκαν και μετά το χωρισμό τους.
Αργότερα στάλθηκε στην Κων/πολη και ο μικρότερος αδελφός του Νικήτας. Ο Νικήτας κατέλαβε υψηλά κρατικά αξιώματα και παρακολούθησε από κοντά όλα τα σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν στην αυτοκρατορία μέχρι και την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας της Νικαίας.
Οι δύο αδελφοί χωρίστηκαν το 1178, όταν ο Μιχαήλ, σε ηλικία 38 ετών, εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Η αρχιεπισκοπή Αθηνών περιλάμβανε 10 επισκοπές. Από πολλού η Αθήνα πολύ απείχε από του ν’ ανήκει στις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις. Απολάμβανε, όμως, της ιδιαίτερης τιμής της Κων/πολης, λόγω του ένδοξου παρελθόντος της. Ο Μιχαήλ, όταν αντίκρισε τη θλιβερή εικόνα που εμφάνιζε τότε η Αθήνα, πόνεσε βαθύτατα. Επιδόθηκε σε διπλό αγώνα: α) χρηστής διαποίμανσης του ποιμνίου του και β) ανόρθωσης και διασφάλισης του μέλλοντος και των ιστορικών δικαίων αυτής της πόλης. Η Αθήνα δεν υπαγόταν στο στρατηγό της Ελλάδας, ο οποίος ούτε καν δικαιούνταν να εισέλθει στα όριά της. Eντούτοις αυτός κατάφερνε με ποικίλες μεθοδεύσεις να παραβιάζει τα προνόμια της πόλης και των κατοίκων της και να καταδυναστεύει τους τελευταίους με την παράνομη είσπραξη φόρων. Ο Μιχαήλ δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορος. Παρά τις διαμαρτυρίες του, όμως, τίποτε δεν πέτυχε. Έτσι, το 1198 απέστειλε στο βασιλιά αναφορά παραπόνων των κατοίκων της περιοχής του. Συντάκτης της ο ίδιος. Σε αυτή περιέχονταν και αρκετές υπερβολές.
Θλίψη βαρύτατη ανέμενε το 1198 το Μιχαήλ: εκοιμήθη ο διδάσκαλος κι επιστήθιος φίλος του Ευστάθιος Θεσσαλονίκης.
Η γενικότερη αναρχία που επικρατούσε στο κράτος επί Αλεξίου Γ΄ έφθασε και ως την κυρίως Ελλάδα. Οι τοπικοί άρχοντες δρούσαν ως ανεξάρτητοι από την Κων/πολη δεσπότες: στη Λακεδαίμονα δεσπότης ήταν ο Λέων Χαμάρετος, τη Μεσσηνία την κυβερνούσε ο Θεόδωρος Μελισσηνός. Ισχυρότερος και τολμηρότερος από όλους ήταν ο άρχοντας του Ναυπλίου Σγουρός, πλουσιότατος. Συμμετείχε κι αυτός στη φορολογική αφαίμαξη των Αθηναίων. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Λέων, ο οποίος φιλοδόξησε να θέσει υπό την εξουσία του την ανατολική Πελοπόννησο και όλη την ανατολική Ελλάδα. Έτσι, το 1202 κατέλαβε το Άργος και την Κόρινθο. Όταν στερέωσε την εξουσία του, επιδόθηκε σε λεηλασίες. Αφού κατέλαβε και τη Θήβα, ο Λέων Σγουρός έθεσε ως στόχο την Αθήνα. Εκεί, όμως, θα εύρισκε αντιμέτωπο άντρα γενναίο και συνετό, τον αρχιεπίσκοπο Μιχαήλ Χωνιάτη. Αυτός κάλεσε τους κατοίκους στα όπλα και εισήλθε μαζί τους στην Ακρόπολη. Από εκεί προσπάθησε να πείσει το Σγουρό να ματαιώσει τα σχέδιά του εναντίον τους. Ανταλλάχτηκαν μεταξύ τους πολλές φιλοφρονήσεις. Επειδή ο αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να του παραδώσει κάποιο νέο για να τον φονεύσει, ο Σγουρός άρχισε να προσβάλλει την Ακρόπολη. Όταν απέτυχε να την καταλάβει, επιδόθηκε σε λεηλασία της πόλης. Μετά στράφηκε βορειοανατολικά και μπήκε στη Λάρισα.
7. Το 1198 εκλέχτηκε πάπας Ρώμης ο Ιννοκέντιος Γ΄. Ο Αλέξιος Γ΄ έστειλε πρεσβεία με πλούσια δώρα για να τον συγχαρεί, ζητώντας του να στείλει στην Κων/πολη αντιπροσώπους του. Ο πάπας απέστειλε δύο, απαιτώντας η Ανατολική Εκκλησία να αναγνωρίσει τις διεκδικούμενες δικαιοδοσίες του, απειλώντας ότι αλλιώς θα λάβει σκληρά μέτρα. Τα ίδια διαμήνυσε και στον πατριάρχη Ιωάννη Ι΄ Καματερό. Ο Αλέξιος Γ΄ ευχαρίστως θα δεχόταν τις παπικές αξιώσεις, αλλά φοβόταν τις αντιδράσεις στην Κων/πολη. Γιαυτό απάντησε ότι όλες οι Εκκλησίες αναγνωρίζουν ένα μόνο ποιμένα και μία κεφαλή, το Χριστό. Οι σχέσεις ανάμεσα στη Ρώμη και στην Κων/πολη οξύνθηκαν. Ο Ιννοκέντιος Γ΄ στράφηκε τότε προς τους Βλαχοβουλγάρους και βρήκε πρόθυμο συνομιλητή τον Ιωαννίση. Μετά 5 χρόνια ο καρδινάλιος Λέων, στις 7/11/1203, καθιστούσε πατριάρχη της Βουλγαρίας το Βασίλειο και την επομένη έστεψε βασιλιά Βουλγαρίας τον Ιωαννίση.
8. Το 1199 ο Ιννοκέντιος Γ΄, για ν’ αντιμετωπίσει τις γερμανικές διεκδικήσεις, στράφηκε στη Γαλλία και πέτυχε να συγκροτηθεί εκεί η στρατιά που έμελλε να επιχειρήσει την Δ΄ Σταυροφορία. Και περί αυτής, όμως, εκτενέστερα στο οικείο κεφάλαιο. Στα πλαίσιά της, όμως, συντελέστηκε η καθαίρεση του Αλεξίου Γ΄ και η άνοδος στο θρόνο του Αλεξίου Δ΄.
Είδαμε ότι ο γιος του Ισαακίου Β΄ δραπέτευσε από τη φυλακή και κατέφυγε στη Δύση διεκδικώντας το θρόνο του πατέρα του. Αρχικά απευθύνθηκε στον πάπα, αλλά δε βρήκε ανταπόκριση. Μετά στο γαμπρό του επ’ αδελφή Φίλιππο της Σουηβίας. Αυτός τον έφερε σ’ επαφή με τους σταυροφόρους. Μετά από πολλές διαπραγματεύσεις, ο Αλέξιος έφθασε στις 25/4/1203 στο στρατόπεδο των σταυροφόρων της Ζάρας. Πρώτος σταθμός της Δ΄ Σταυροφορίας θα ήταν η Κων/πολη. Ο Αλέξιος υποσχέθηκε στους μεν σταυροφόρους α) τη χορήγηση τεράστιων χρηματικών ποσών, β) στρατιωτική βοήθεια κατά των μουσουλμάνων, και γ) στον δε πάπα άφησε να εννοήσει ότι θα επανεξέταζε το θέμα της ένωσης των Εκκλησιών.
Οι σταυροφόροι, με τη συμμετοχή και του Αλεξίου, πρώτα έφθασαν στο Δυρράχιο όπου οι κάτοικοι αναγνώρισαν τον Αλέξιο Δ΄ ως βασιλιά τους. Μετά πήγαν στην Κέρκυρα. Στις 24/5/1203 αναχώρησαν για την Κων/πολη. Κατά τους ενδιάμεσους σταθμούς παντού ο Αλέξιος γινόταν δεκτός με επευφημίες. Στις 23/6/1203 έφθασαν στον Άγ. Στέφανο απέναντι από την Κων/πολη. Εκεί διαπίστωσαν ότι οι διαθέσεις των κατοίκων προς αυτούς και τον Αλέξιο Δ΄ δεν ήταν και τόσο φιλικές. Μετά από αρκετές συγκρούσεις ο βασιλιάς Αλέξιος Γ΄ έστειλε πρέσβεις υπενθυμίζοντάς τους ότι σκοπός τους ήταν η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων. Αφού τους εφοδίασε με τα αναγκαία τρόφιμα, τους συνέστησε να φύγουν το ταχύτερο από το κράτος του. Άλλες ήταν οι προθέσεις τους όμως. Αφού απέτυχαν να προκαλέσουν δια του Αλεξίου Δ΄ επανάσταση μέσα στην πρωτεύουσα, άρχισαν τις εχθροπραξίες. Στις 6/7 οι σταυροφόροι εξαπέλυσαν γενική επίθεση, από ξηρά και θάλασσα, στη βορειοδυτική γωνία της Κων/πολης. Στην ξηρά αποκρούστηκαν. Από την πλευρά του Κερατίου, όμως, κυρίευσαν τμήματα των τειχών με 25 πύργους. Απέτυχαν να εισχωρήσουν στο εσωτερικό της πόλης. Υποχωρώντας έβαλαν φωτιά σε σπίτια, που πήρε διαστάσεις.
Ο βασιλιάς αποφάσισε ν’ αντεπιτεθεί στην ξηρά. Επικεφαλής πεζικού και ιππικού βγήκε από τα τείχη, αλλά δεν τόλμησε να δώσει μάχη. Η αναποφασιστικότητα κατέληξε σε υποχώρηση. Διέταξε επιστροφή στα τείχη. Τη νύχτα της 17 προς 18 Ιουλ., παίρνοντας μαζί του τους βασιλικούς θησαυρούς, εγκατέλειψε την Κων/πολη και κατευθύνθηκε προς τη Θράκη. Στις 18/7/1203 οι προύχοντες της Κων/πολης αποφυλάκισαν τον τυφλό πατέρα του Αλεξίου Δ΄ Ισαάκιο Β΄, τον αναγόρευσαν αυτοκράτορα, τον εγκατέστησαν στο ανάκτορο των Βλαχερνών και ενημέρωσαν σχετικά τους Λατίνους και τον Αλέξιο Δ΄. Οι επιχειρήσεις σταμάτησαν. Οι σταυροφόροι έμειναν στρατοπεδευμένοι έξω από τα τείχη του Γαλατά. Ο Αλέξιος Δ΄ εισήλθε στην Κων/πολη, φυλάκισε τους συγγενείς του Αλεξίου Γ΄ και την 1/8/1203 στέφθηκε αυτοκράτορας. Περί τις αρχές Σεπτ. αναχώρησε για τη Θράκη και έφθασε ως την Αδριανούπολη. Το Νοέμβρ. επανήλθε.
Ο Αλέξιος Γ΄ κατέληξε στη Μοσυνούπολη όπου διέμεινε μέχρι το 1204. Λίγες μέρες μετά τη φυγή του Αλεξίου Γ΄ κατάφερε ν’ αποδράσει από τη φυλακή και ο γαμπρός του δεσπότης Θεόδωρος Λάσκαρης, ο οποίος στη συνέχεια κατέφυγε στη Μ. Ασία μαζί με την οικογένειά του. Το 1205 ο Αλέξιος Γ΄ συνελήφθη από τους σταυροφόρους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου