Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός (1183 - 1185)
α) Βιογραφικά
1. Νεότατος ακόμη συνόδευσε το θείο του βασιλιά Ιωάννη στις ασιανές του εκστρατείες. Μετά το θάνατο εκείνου (1143) περιπλανήθηκε στη Μ. Ασία και για μερικά χρόνια παρέμεινε αιχμάλωτος των Τούρκων. Ο Μανουήλ τον εκτιμούσε και το 1153 τον χρησιμοποίησε κατά των Αρμενίων της Κιλικίας, όταν και προέβη σε πολιορκία της Μοψουεστίας. Ο Ανδρόνικος έδωσε θαυμαστά δείγματα γενναιότητας. Παρά την ιδιαίτερη εύνοια που του έδειξε ο Μανουήλ, αυτός -αθεράπευτα φιλόδοξος όπως ήταν- ουδέποτε έπαυσε να έχει βλέψεις στο θρόνο, ακόμα και με τη συνδρομή εχθρών της αυτοκρατορίας. Δε δίστασε μάλιστα να στραφεί και κατά της ζωής του ευεργέτη του Μανουήλ. Τότε συνελήφθη και φυλακίστηκε επί 9 έτη. Κατάφερε, όμως, να δραπετεύσει. Συνελήφθη αλλά και πάλι δραπέτευσε και ενώ πλησίαζε στην πολωνική Ρωσία συνελήφθη από τους Βλάχους με πρόθεση να τον παραδώσουν στην Κων/πολη. Κατάφερε και πάλι να ξεφύγει με τέχνασμα και να καταφύγει στην πολωνική Ρωσία. Οδηγήθηκε στο Κίεβο. Από εκεί συνέβαλε αποφασιστικά στη σύμπραξη των Ρώσων με το Μανουήλ κατά των Ούγγρων. Ο βασιλιάς τον συγχώρησε.
Το 1165 επανήλθε στην Κων/πολη. Επειδή διαφώνησε με τη μεθόδευση μέσω γάμου ανάδειξης διαδόχου του Μανουήλ του Ούγγρου ηγεμόνα Βέλα, του ανέθεσε ο βασιλιάς τη διοίκηση των περιοχών της Κιλικίας. Εκεί ο Ανδρόνικος διέπρεψε σε ηρωισμό, αλλά και σε ηδονικές-ερωτικές επιδόσεις, που έφθασαν μέχρι και της προσβολής του πεθερού του Μανουήλ. Αυτό εξόργισε τον τελευταίο. Διέταξε τους φίλους του στην Κιλικία να τον συλλάβουν. Ο Ανδρόνικος το πληροφορήθηκε και κατέφυγε στη Δαμασκό και από εκεί περιπλανήθηκε στις διάφορες τουρκικές αυλές, στην Κασπία και στα βουνά της Γεωργίας. Τελικά ζήτησε συγγνώμη από το βασιλιά με στεναγμούς και δάκρυα, δηλώνοντας πλήρη και τυφλή υποταγή. Ο βασιλιάς τον συγχώρεσε μεν, αλλά τον έθεσε υπό επιτήρηση σε περιοχή του Πόντου. Εκεί τον βρήκε ο θάνατος του εξαδέλφου του Μανουήλ Α΄.
2. Μετά τη δολοφονία του Αλεξίου Β΄ όλη η εξουσία περιήλθε στον Ανδρόνικο. Ήταν τότε 63 ετών. Για να ισχυροποιήσει την εξουσία του νυμφεύθηκε την παιδίσκη-μνηστή του Αλεξίου Β΄ Αγνή/Άννα. Ο πατριάρχης Θεοδόσιος, διαφωνώντας, παραιτήθηκε. Τον διαδέχθηκε ο Βασίλειος Καματηρός. Οι δολοφονίες κτλ. των αντιπάλων του ή απλώς υπόπτων συνεχίστηκαν με το ίδιο πάθος. Ανάμεσα στα νέα θύματά του και οι δομέστικοι Βατάτζης, Θεόδωρος Καντακουζηνός, Ανδρόνικος Λαμπαρδάς κ.ά.
3. Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτός ο Ανδρόνικος. Ακολούθησε και φιλολαϊκή πολιτική. Προπάντων δε πολέμησε τη φιλοδυτική επιρροή, διώχνοντας τους Φράγκους από την Κων/πολη, και εξύψωσε το εθνικό φρόνημα. Ακόμη περιόρισε τις καταπιέσεις των αριστοκρατών επί του λαού και συνέβαλε στην αναζωογόνηση της ελληνικής παιδείας. Τα περισσότερα από αυτά προκάλεσαν και εσωτερικές και εξωτερικές αντιδράσεις. Οι αντίπαλοί του στο εσωτερικό ζητούσαν με κάθε τρόπο την απαλλαγή τους από τον Ανδρόνικο. Έτσι, άλλοι από αυτούς κατέφυγαν στο βασιλιά των Ιεροσολύμων ή το δούκα της Αντιόχειας, άλλοι στους ηγεμόνες της Ευρώπης και άλλοι στο σουλτάνο του Ικονίου.
β) Νορμανδική επιδρομή. Πολιορκία και άλωση της Θεσσαλονίκης
Ο Αλέξιος, ανιψιός του Μανουήλ Α΄, όντας εξόριστος στη Ρωσία, δραπέτευσε και κατέφυγε στη Σικελία στο Γουλιέλμο Β΄. Ο τελευταίος, γνώστης της δυσαρέσκειας κατά του Ανδρονίκου, δέχθηκε ευχαρίστως υπόσχεση του φυγάδα Αλεξίου να τον υποστηρίξει σε εκστρατεία του κατά της Ελλάδας. Εκεί βρίσκονταν και πολλοί άλλοι πρόσφυγες-διωκόμενοι από την αυτοκρατορία. Ο Γουλιέλμος ετοίμασε ισχυρό στρατό από 80.000 πεζούς, 5000 ιππότες και 200 πλοία. Επικεφαλής του πεζικού τέθηκαν οι Ρικάρδος και Αλδουίνος, ενώ του ναυτικού οι Τογκρέδος, ανιψιός του Γουλιέλμου, και ο Μαργαρίτονος. Αυτή η δύναμη το 1185 αποβιβάστηκε στο Δυρράχιο και το κυρίευσε εύκολα, εξαιτίας της δυσαρέσκειας των κατοίκων κατά του διοικητή τους Ρωμανού, γαμπρού του Ανδρονίκου. Οι ενισχύσεις υπό τον Ιωάννη Βρανά δεν πρόλαβαν. Ο ίδιος δε αφέθηκε να αιχμαλωτιστεί παρά να παραμείνει στο κράτος του.
Από το Δυρράχιο οι δυνάμεις του Γουλιέλμου προχώρησαν ανατολικά. Το πεζικό έφθασε στις 6/8/1185 ανεμπόδιστα στη Θεσ/νίκη. Το ναυτικό κατέλαβε τα νησιά του Ιονίου, παρέπλευσε την Πελοπόννησο και στις 15/8 έφθασε στη Θεσ/νίκη.
Διοικητής της Θεσ/νίκης ήταν ο ανάξιος Δαβίδ Κομνηνός. Με παραπλανητικές αναφορές του διαβεβαίωνε το βασιλιά ότι όλα πάνε καλά. Η πόλη πολιορκήθηκε. Η οχύρωση της πόλης από ξηρά και θάλασσα, πλην του τμήματος του λιμανιού, ήταν ισχυρή και θα μπορούσε με φροντίδα να γίνει ακατάβλητη. Όσοι κάτοικοι παρέμεινα σε αυτή ήταν αποφασισμένοι ν’ αμυνθούν. Μια πρώτη βοήθεια προσφέρθηκε στους πολιορκούμενους από το διοικητή της Πελοποννήσου Ιωάννη Μαυροζώμη που επικεφαλής στρατού κατευθυνόταν στην Κων/πολη. Αλλά και από τον Ανδρόνικο στάλθηκαν αλλεπάλληλες ενισχύσεις υπό διαφόρους διοικητές (Γίδο, Ανδρόνικο Παλαιολόγο, Χούμνο κ.ά.). Ο Χούμνος έπεσε με ορμή κατά των πολιορκητών και αν συνεπιτίθεντο και οι πολιορκούμενοι υπό το Δαβίδ Κομνηνό, θα είχαν προκαλέσει συμφορά στους πολιορκητές. Παρά ταύτα οι πολιορκούμενοι αγωνίστηκαν με πάθος, αλλά η αντίστασή τους δεν μπόρεσε ν’ αντέξει περισσότερο από 9 μέρες. Μέσα άλλωστε στην πόλη υπήρχαν και πολλοί πρόθυμοι να προδώσουν (π.χ. Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά. δυσαρεστημένοι). Στις 24/8/1185 οι πολιορκητές γκρέμισαν το τείχος από τη μεριά του λιμανιού και εισήλθαν στην πόλη από παντού. Ακολούθησαν σφαγές και λεηλασία.
Οι Νορμανδοί παρέμειναν στη Θεσ/νίκη λίγες μόνο μέρες. Μετά, αφού άφησαν ισχυρή φρουρά, κινήθηκαν κατά της Κων/πολης από ξηρά και θάλασσα, ενώ ένα μικρό τμήμα στράφηκε προς τις Σέρρες. Όταν στις αρχές Σεπτ. η είδηση της συμφοράς της Θεσ/νίκης και της επικείμενης άφιξης των Νορμανδών έφθασε στην Κων/πολη, η λαϊκή αγανάκτηση και οργή ξεχείλισαν κατά του Ανδρονίκου. Αυτός δε καταλήφθηκε από πανικό. Πλησίαζε το τέλος ενός αιμοσταγούς ηγέτη και μιας καταστροφικής βασιλείας.
γ) Η απώλεια της Κύπρου
Επί Μανουήλ Α΄ τοποθετήθηκε στρατηγός της Κιλικίας ο Ισαάκιος Κομνηνός, γιος μιας εγγονής του Ιωάννη Κομνηνού. Ορθότερο θα ήταν να λέγεται Δούκας, αν έφερε το επώνυμο του πατέρα του. Αιχμαλωτίστηκε από τους Άραβες και φυλακίστηκε. Ελευθερώθηκε από τους Ιωαννίτες ιππότες μετά το θάνατο του Μανουήλ. Καίτοι ο Ανδρόνικος του επέτρεψε να επανέλθει στον τόπο του, αυτός, φοβηθείς τη μανία του βασιλιά, κατέφυγε στην Κύπρο. Με απάτη έγινε κύριος του νησιού. Επέβαλε την εξουσία του με καταπιεστικά μέτρα. Κήρυξε την ανεξαρτησία του, αύξησε το στρατό του, συμμάχησε με τους μωαμεθανούς και το Γουλιέλμο και στο τέλος του 1184 αναγορεύτηκε αυτοκράτορας. Αυτό απέβη μοιραίο για το μέλλον εκείνης της προφυλακής του Ελληνισμού. Ο Ισαάκιος αυτός το 1191 εκδιώχθηκε από το σταυροφόρο βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο Α΄ το θυμολέοντα, ο οποίος πούλησε την Κύπρο στους Ναΐτες ιππότες και αυτοί το 1192 την πούλησαν στο Φράγκο βασιλιά των Ιεροσολύμων Γουίδο Λουζινιάν, υπό τους οποίους έμεινε ως το 1489, όταν την κατέλαβαν οι Τούρκοι.
δ) Το οικτρό τέλος του Ανδρονίκου Α΄
Στην Κων/πολη ιδιώτευε ένας άλλος Ισαάκιος, Άγγελος όμως αυτός. Αυτός στην αρχή της βασιλείας του Ανδρονίκου είχε στασιάσει εναντίον του στην Προύσα. Παρά ταύτα θεωρήθηκε ακίνδυνος και ζούσε απαρατήρητος στην Κων/πολη. Και θα παρέμενε τέτοιος αν δεν τον μετέτρεπε σε θηρίο η αναίτια προσπάθεια του Στεφάνου Αγιοχριστορίτη να τον εξουθενώσει.
Αυτός ο Στέφανος έγινε το εκτελεστικό όργανο του Ανδρονίκου Α΄. Στα πλαίσια αυτά θεώρησε χρέος του να θανατώσει τον φιλήσυχο Ισαάκιο Άγγελο. Στις 11/9/1185 ο Στέφανος με τους οπαδούς του μπήκε στην αυλή του Ισαακίου και τον κάλεσε να τον ακολουθήσει. Αυτός αντιλήφθηκε τις προθέσεις του Στεφάνου. Από φόβο μεταβλήθηκε σε ήρωα: πήδησε σ’ ένα άλογο, έκοψε το κεφάλι του Στεφάνου και κατευθύνθηκε στην Αγ. Σοφία. Εκεί κατέφυγαν φίλοι και συγγενείς του και προπάντων ο εξοργισμένος κατά του Ανδρονίκου λαός. Ο Ανδρόνικος έσπευσε από την Προποντίδα, αλλά βρήκε τ’ ανάκτορα έρημα και το λαό στους δρόμους. Προ του κινδύνου επιχείρησε να φύγει δια θαλάσσης, αλλά συνελήφθη από το εξαγριωμένο πλήθος και σιδηροδέσμιος σύρθηκε στα πόδια του Ισαακίου Αγγέλου στις 12/9/1185. Αντί να τον θανατώσει, ο Ισαάκιος προτίμησε να τον παραδώσει στο έξαλλο πλήθος. Η τιμωρία του ήταν -απάνθρωπη και αδιανόητη μεν, αλλά- αντάξια του βίου του: του βγάλανε τα δόντια και τις τρίχες του,του αφαίρεσαν το ένα μάτι και του κόψανε τα χέρια. Μετά τον κάθισαν σε καμήλα και τον περιέφερναν στους δρόμους της πόλης. Στο τέλος τον κρέμασαν από τα πόδια κι εκεί μετά από πολλούς εξευτελισμούς, δύο Ιταλοί έδωσαν με το σπαθί τους τέλος στα μαρτύριά του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου