Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081 - 1118)
Η στέψη του έγινε στις 4/4/1081, Κυριακή του Πάσχα, στην Αγ. Σοφία. Ο Αλέξιος Α΄ διέθετε ό,τι οι στιγμές της αυτοκρατορίας απαιτούσαν: πολιτική δεξιότητα και στρατιωτικές ικανότητες. Τις δεύτερες πρόλαβε ήδη και τις έδειξε σε πολλές περιπτώσεις, όπως είδαμε. Ανήλθε στο θρόνο σε κρίσιμες για την αυτοκρατορία στιγμές: εξωτερικές απειλές από παντού και διογκωμένα εσωτερικά προβλήματα. Από τα τελευταία άρχισε. Προς τους Δούκες φέρθηκε συνετά: αναγνώρισε τον Κων/νο Δούκα, γιο του Μιχαήλ Ζ΄, ως πορφυρογέννητο και αργότερα τον αρραβώνιασε με την κόρη του Άννα. Ευγενικά φέρθηκε και στη Μαρία Αλανή, σύζυγο των Μιχαήλ Ζ΄ και Νικηφόρου Γ΄, καθώς και στον Ιωάννη Δούκα, αδελφό του Κων/νου Ι΄. Στον επαναστάτη της Χρυσόπολης Νικηφόρο Μελισσηνό απένειμε τον τίτλο του καίσαρα.
α) Ο νορμανδικός κίνδυνος (1081 - 1085)
Ο Νορμανδός ηγέτης Ροβέρτος Γισκάρδος, δούκας της Απουλίας και Καλαβρίας, αφού κατέλαβε τις βυζαντινές κτήσεις της Κ. Ιταλίας και τη Σικελία, έβαλε ως στόχο το θρόνο της Κων/πολης. Η κατάσταση που επικρατούσε στην αυτοκρατορία τον ευνοούσε. Οι προετοιμασίες άρχισαν το 1080. Αφορμή έλαβε από τη διάλυση του αρραβώνα της κόρης του με τον Κων/νο Δούκα, γιο του Μιχαήλ Ζ΄. Την άνοιξη του 1081 ο στρατός και το ναυτικό του ξεκίνησαν από το Βρεντέσιο. Κατέλαβε την Κέρκυρα και στη συνέχεια αποβιβάστηκε στον Αυλώνα, αποκλείοντας το Δυρράχιο. Βασιλιάς ήταν ήδη ο Αλέξιος Α΄. Διοικητή του Δυρραχίου όρισε το γενναίο κι εμπειροπόλεμο στρατηγό Γεώργιο Παλαιολόγο. Στην πρώτη μάχη, όμως, που δόθηκε στο Βουθρωτό ηττήθηκε. Ο Αλέξιος, όμως, είχε εξασφαλίσει ήδη την υποστήριξη των Βενετών, που θεωρούσαν ανταγωνιστές τους τους Νορμανδούς. Το βενετσιάνικο ναυτικό κατέφερε βαριά πλήγματα κατά του νορμανδικού στόλου, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Πάλι νίκησαν οι Νορμανδοί. Τον Οκτώβριο του 1081 ήρθε στο Δυρράχιο ο ίδιος ο Αλέξιος με ενισχύσεις. Εντούτοις στις αρχές του 1082 νικήθηκε και οι Νορμανδοί κατέλαβαν το Δυρράχιο. Οι Βυζαντινοί υποχώρησαν στη Θεσ/νίκη, στην Αχρίδα και στη Δεάβολη.
Υποκινητής αυτής της νορμανδικής επέλασης ήταν ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ (1073 - 1085). Ο Αλέξιος επιδίωξε τη συμμαχία και του Γερμανού αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄ (1056 - 1106). Αυτός εισέβαλε στην Ιταλία σε αντιπερισπασμό κατά των Νορμανδών. Ο Γισκάρδος, που είχε ήδη φθάσει στην Καστοριά, αναγκάστηκε να γυρίσει εσπευσμένα στην Ιταλία, αφήνοντας στο «πόδι» του το γιο του Βοημούνδο. Άσκοπα όμως. Ο Ερρίκος, όταν πληροφορήθηκε τις νορμανδικές επιτυχίες στην ελληνική χερσόνησο, αποχώρησε από την Ιταλία. Στο μεταξύ ο Βοημούνδος συνέχισε τις νορμανδικές λεηλασίες στην Ήπειρο, στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία. Οι Βυζαντινοί ανασυγκροτήθηκαν. Την άνοιξη του 1083 έλυσαν την πολιορκία της Λάρισας και το φθινόπωρο ανακατέλαβαν την Καστοριά και το Δυρράχιο.
Μετά την τροπή που πήραν τα πράγματα για τους Νορμανδούς, ο Βοημούνδος συνάντησε τον πατέρα του στο Σαλέρνο για να σχεδιάσουν την επόμενη φάση της εκστρατείας τους. Το φθινόπωρο του 1084 ο Γισκάρδος επέστρεψε στην Ήπειρο με νέες δυνάμεις. Στην πορεία προς την Κέρκυρα νίκησε τους Βενετούς. Στον Αυλώνα, όμως, και στο Βουθρωτό νικήθηκε. Αυτό ήταν και το τέλος της νορμανδικής εκστρατείας προς ανατολάς. Ο Γισκάρδος, επιστρέφοντας στην Ιταλία, αρρώστησε και πέθανε στην Κεφαλλονιά (1085).
β) Οι Πετσενέγκοι
Προτού προλάβδει το κράτος ν' ανακουφιστεί με την ήττα των Νορμανδών, νέα εμφανίστηκε απειλή, από το Βορρά αυτή, των Πετσενέγκων. Από τα μέσα του ια΄ αι. εγκαταστάθηκαν στο Παρίστριο, ανάμεσα στο Δούναβη και στο όρος Αίμος. Αλλεπάλληλες ήταν οι επιδρομές τους κατά της Θράκης. Εκμεταλλευόμενοι τη νορμανδική εισβολή, προχώρησαν σε συνεννοήσεις με τους Κουμάνους (τουρκικό φύλο), τους Παυλικιανούς (Βογομίλους) και τον εμίρη της Σμύρνης Τζαχά και την άνοιξη του 1087 εισέβαλαν στη Θράκη. Ο Αλέξιος αντέδρασε. Με στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις μέσω Αδριανούπολης έφθασε στο Δορύστολο. Εκεί νικήθηκε. Μετά άλλαξε τακτική: το 1088 προσεταιρίστηκε τους Κουμάνους και τους χρησιμοποίησε ως μισθοφόρους. Οι Πετσενέγκοι προχώρησαν και κατέλαβαν (1089) τη Φιλιππούπολη. Αυτή η κίνησή τους συνδυάστηκε και με το θαλάσσιο αποκλεισμό της Κων/πολης από τον Τζαχά (1090). Οι δυο αντίπαλοι συγκρούστηκαν τον Απρίλιο του 1091 στο Λεβούνιο σε αποφασιστική μάχη. Ο Αλέξιος με τους συμμάχους του Κουμάνους επικράτησαν κατά κράτος.
γ) Οι επιτυχίες του εμίρη Τζαχά
Κατά την 5ετία 1080 - 1085 η αυτοκρατορία στη Μ. Ασία είχε συρρικνωθεί στο ελάχιστο (Ηράκλεια του Πόντου, τμήμα της Καππαδοκίας, Παφλαγονία και Τραπεζούντα). Το υπόλοιπο βρισκόταν στον έλεγχο των Σελτζούκων και αποτελούσε το σουλτανάτο του Ρουμ (Ρωμανίας) με έδρα τη Νίκαια (αρχικά) και στη συνέχει το Ικόνιο. Το σελτζουκικό κράτος μετά το θάνατο του Σουλεϊμάν (1085) διαμελίστηκε σε μικρά αυτόνομα ή ημιαυτόνομα κρατίδια. Το σημαντικότερο από αυτά για τους Βυζαντινούς αναδείχθηκε το εμιράτο της Σμύρνης, δημιούργημα του Τζαχά. Ο Τζαχά έζησε αιχμάλωτος στην Κων/πολη. Μετά το θάνατο του Νικηφόρου Γ΄ διέφυγε στη δυτική Μ. Ασία. Εκεί δημιούργησε ένα θνησιγενές κράτος που περιλάμβανε τις Φώκαια, Σμύρνη, Κλαζομενές και τα Νησιά Χίο, Σάμο και Λέσβο. Βασικό στήριγμά του το ναυτικό. Πρώτη του επιτυχία η καταστροφή του Αδραμυττίου. Ο Αλέξιος έστειλε εναντίον του το Νικήτα Κασταμονίτη. Αυτός απέτυχε. Τον αντικατέστησε με τον Κων/νο Δαλασσηνό. Τα αλλεπάλληλα αυτά χτυπήματα κλόνισαν τη θέση του Τζαχά στα νησιά (1090). Το 1092, μετά την ήττα των Πετσενέγκων, ο Αλέξιος έστειλε εναντίον τού Τζαχά και τον κουνιάδο του Ιωάννη Δούκα. Όλες οι μάχες κατά του εμίρη κερδήθηκαν. Μετά την αποχώρηση, όμως , των Βυζαντινών ο Τζαχά ανασυγκροτήθηκε, έχοντας πάντα τον ίδιο στόχο. Έφθασε στην Άβυδο. Ο Αλέξιος αντέδρασε με συνδυασμένες ενέργειες: α) Έστειλε και πάλι εναντίον του το Δαλασσηνό. β) Διαμήνυσε στο σουλτάνο της Νίκαιας Κιλίτζ Αρσλάν ότι ο γαμπρός του Τζαχά τον επιβουλεύεται και καλά θα κάμει να πάρει μέτρα. Ο Αρσλάν κάλεσε τον Τζαχά σε γεύμα και, αφού τον μέθυσε, τον σκότωσε. Μαζί του εξαφανίστηκε και το κράτος του.
δ) Εξέγερση και υποταγή των Σέρβων
Η ήττα του Αλεξίου Α΄ το 1082 στο Δυρράχιο από τους Νορμανδούς οφειλόταν εν πολλοίς και στην αιφνίδια εγκατάλειψή του από τους Σέρβους. Αργότερα ο αρχηγός τους Κων/νος Βοδίνος, εκμεταλλευόμενος την απασχόληση του Αλεξίου με τους Νορμανδούς, τους Πετσενέγκους και τον Τζαχά, έθεσε υπό την εξουσία του και τις Ζέντα και Ράσκια. Αρχικά ο Αλέξιος αρκέστηκε στη σύναψη ειρήνης. Αργότερα έστειλε στη ΝΔ. Σερβία τον κουνιάδο του Κων/νο Δούκα. Ο Βοδίνος συνελήφθη αλλ’ η σερβική κινητοποίηση δε σταμάτησε. Αναγκάστηκε ο ίδιος ο Αλέξιος να εκστρατεύσει στο Λιπένιο όπου υποχρέωσε το ζουπάνο (αρχηγό, άρχοντα) της Ράσκιας, Βολκάνο, να δηλώσει υποτέλεια.
ε) Και οι Κουμάνοι στο προσκήνιο
Η αλυσίδα των επιβουλών κατά της αυτοκρατορίας δεν είχε τελειωμό. Ενώ ο Αλέξιος αντιμετώπιζε τους Σέρβους, οι παλιοί σύμμαχοί του Κουμάνοι στράφηκαν κατά του Βυζαντίου (1094). Υποκινητής τους κάποιος Διογένης που παρίστανε το γιο του Ρωμανού Δ΄. Ο Αλέξιος αντέδρασε αποφασιστικά. Μετά από επίπονες προσπάθειες τα βυζαντινά στρατεύματα υπό ικανούς στρατηγούς απομάκρυναν το 1095 τους Κουμάνους προς βορρά. Μία ακόμη απειλή εξουδετερώθηκε.
στ) Οι Σταυροφορίες
Στο τέλος του ια΄ αι. η πιο επικίνδυνη απειλή, συγκαλυμμένη αρχικά, προήλθε από τη Δύση υπό τη μορφή των περίφημων Σταυροφοριών. Η Α΄ από αυτές άρχισε επί των ημερών του Αλεξίου Α΄ (1095/1096). Γι’ αυτές, όμως, θα μιλήσουμε εκτενέστερα σε ειδικό κεφάλαιο.
ζ) Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ (1073 - 1085)
Το σχίσμα του 1054 δεν ύψωσε ακόμη τείχη ανυπέρβλητα ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση. Επί των πατριαρχών Κων/νου Γ΄ Λειχούδη (1059-1063) και Ιωάννη Η΄ Ξιφιλίνου (1064-1075) διατηρήθηκε επαφή ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες. Ακόμη ο πάπας Αλέξανδρος Β΄ (1071-1073) έστειλε αποκρισιάριο στην Κων/πολη τον επίσκοπο Αναγνίας Πέτρο. Δεσμό ισχυρό ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες αποτελούσαν τα ελληνικά μοναστήρια στη Ρώμη και στην Ιταλία (π.χ. της Κρυπτοφέρης) και τα λατινικά μοναστήρια στην Ανατολή. Όταν ο Γρηγόριος Ζ΄ εξελέγη πάπας, ο Μιχαήλ Ζ΄ του έστειλε πρέσβεις. Ο διάδοχος, όμως, του Μιχαήλ Νικηφόρος Βοτανειάτης έθαψε τις βλέψεις του Γρηγορίου Ζ΄ για κυριαρχία του επί της Εκκλησίας. Αντελήφθη ότι μόνο η πυγμή και η βία του απέμειναν ως μέσα επιβολής.
Ο Γρηγόριος Ζ΄ δεν ήταν μόνο ενάρετος αλλά και μεγαλοφυής. Είναι ο δημιουργός της παπικής παντοδυναμίας. Όνειρο κι επιδίωξή του ήταν να υποτάξει στην εξουσία του, και πολιτικά κι εκκλησιαστικά, ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Η κατάσταση που επικρατούσε στην Ανατολή ευνοούσε τα σχέδιά του. Η ιδέα μιας εκστρατείας των χριστιανών της Δύσης για την ελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους μωαμεθανούς πρωτορίχτηκε στις αρχές του ια΄ αι. από τον πάπα Σέργιο Δ΄. Ο Γρηγόριος Ζ΄ την επανέφερε, με ευρύτερες, όμως, βλέψεις κι επιδιώξεις: η επιτυχία της εκστρατείας αυτής θα τον καθιστούσε κυρίαρχο κάθε εξουσίας, θέτοντας υπό το πέλμα του κι αυτή την Κων/πολη!... Δεν πρόλαβε, ευτυχώς, να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του.
Την εφαρμογή του σχεδίου του για παγκόσμια κυριαρχία ο πάπας αυτός την άρχισε από τη Δύση. Οι ασθενέστεροι από τους ηγεμόνες της Ευρώπης (Ισπανίας, Βοημίας, Σουηδίας κ.ά.) υπέκυψαν. Οι βασιλείς, όμως, της Αγγλίας Γουλιέλμος ο Κατακτητής, της Γαλλίας Φίλιππος Α΄ και της Γερμανίας Ερρίκος Δ΄ αντιστάθηκαν στις αξιώσεις του. Έναντι των δύο πρώτων υποχώρησε ευσχήμως. Κατά του Ερρίκου Δ΄, όμως, ανέλαβε από το 1076 πόλεμο μακρό και σκληρό. Αρχικά ο Ερρίκος κατατροπώθηκε. Στη συνέχεια, όμως, ήρθε η σειρά του υπερφίαλου πάπα να συντριβεί και ταπεινωθεί, πεθαίνοντας στο Σαλέρνο (1085), μακριά από τη Ρώμη.
Όσον αφορά τις νορμανδικές επιχειρήσεις ο Γρηγόριος Ζ΄ προτιμούσε αυτές να στραφούν πρώτα κατά του Ερρίκου Δ΄. Αντιμετωπίζοντας, όμως, την αποφασιστικότητα του Γισκάρδου, αποφάσισε να τις υποστηρίξει θερμά. Το 1080 εξαπέστειλε εγκύκλιο στους επισκόπους και τους πιστούς καλώντας τους α) ν’ αγωνιστούν για την αποκατάσταση στο θρόνο της Κων/πολης του Μιχαήλ Ζ΄ και β) να υποστηρίξουν την εκστρατεία του Γισκάρδου.
η) Πόλεμοι κατά του Βοημούνδου
Η κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους εξόργισε τους μωαμεθανούς κατά των χριστιανών. Οι Τούρκοι της Συρίας και της Περσίας, που βρίσκονταν σε διαμάχη με τους Φατιμίδες χαλίφηδες (κυρίους της Παλαιστίνης πριν από τους Σελτζούκους Τούρκους), συμφιλιώθηκαν μαζί τους και εισέβαλαν στην Παλαιστίνη υπό το βεζίρη (και όχι το χαλίφη) της Αιγύπτου Αφλάλ. Τον Αύγουστο του 1099, όμως, κατατροπώθηκαν από το Γοδεφρέδο στον Ασκάλωνα. Μετά από αυτό οι περισσότεροι σταυροφόροι επέστρεψαν στις χώρες τους, θεωρώντας ότι εκπληρώθηκε η αποστολή τους. Μόνο 300 παρέμειναν για την άμυνα της Ιερουσαλήμ. Γιαυτό κρίθηκε αναγκαίο να σταλούν νέοι υπερασπιστές της.
Η πρώτη αποστολή αποτελέστηκε κυρίως από Λομβαρδούς, οι οποίοι αναχώρησαν για την αγία Γη το 1101 μέσω της βυζαντινής αυτοκρατορίας, προκαλώντας συμφορές στο πέρασμά τους. Την αποτελούσαν ένα πλήθος 260.000 ανθρώπων μαζί με τους μοναχούς, τις γυναίκες και τα παιδιά. Στα όρη της Παφλαγονίας υπέφεραν τα πάνδεινα από τις συνεχείς επιθέσεις των Τούρκων, ενώ τον Ιούλιο 1101 συντρίφτηκαν από τους Τουρκομάνους που έσπευσαν από τις όχθες του Τίγρη και του Ευφράτη. Την ίδια τύχη είχαν και δύο άλλες αποστολές που αναχώρησαν το ίδιο έτος. Σε 400.000 ανεβάζονται συνολικά οι νεκροί τους. Οι περισσότεροι από τους επιζήσαντες αιχμαλωτίστηκαν. Ελάχιστοι διασώθηκαν στην Κων/πολη ή στην Αντιόχεια. Ο βασιλιάς των Ιεροσολύμων Βαλδουίνος (ο Γοδεφρείδος πέθανε το 1100) έστειλε δώρα στον Αλέξιο και τον παρακαλούσε να βοηθήσει τους χριστιανούς και να παύσει τις συνεννοήσεις με τους απίστους. Αυτό ήταν μια διάχυτη ανάμεσα στους σταυροφόρους συκοφαντία. Εύκολα την αντέκρουσε ο Αλέξιος. Ο πάπας μάλιστα Πασχάλιος έστειλε επιστολές στους Γάλλους ηγεμόνες κατηγορώντας τον Αλέξιο.
Από την πλευρά του ο Αλέξιος Α΄ είχε κάθε λόγο να είναι οργισμένος κατά των σταυροφόρων, που, παραβαίνοντας τις συμφωνίες, κατακρατούσαν δικά του εδάφη. Ιδιαίτερα δε ο ηγεμόνας της Αντιόχειας Βοημούνδος, ο οποίος, μετά την κατάληψη της Κιλικίας και της Παμφυλίας, συνέχισε να κυριεύει ελληνικές πόλεις, συνεργαζόμενος με τους Τούρκους. Το 1103 ο Αλέξιος έγραψε στο Βοημούνδο, ζητώντας του να επιστρέψει την Αντιόχεια και τις άλλες πόλεις. Ο Βοημούνδος, ανταπαντώντας, κατηγορούσε τον Αλέξιο ως υπαίτιο αυτού, ότι δήθεν παρέβη τα συμφωνημένα. Ο Αλέξιος, αντιδρώντας, ανέλαβε κατ’ αυτού πόλεμο, στέλνοντας στην Κιλικία στρατό υπό τον άρχοντα Βουτουμίτη. Αυτός ο στρατός, αφού κυρίευσε την αρχαία Γερμανίκεια και τις γύρω πόλεις κι εγκατέστησε φρουρές, επανήλθε στην Κων/πολη. Ο Βοημούνδος ζήτησε την κατά θάλασσα βοήθεια των Πισατών, των Φλωρεντίνων και των Γενουατών. Η πρώτη ενίσχυση από πολυάριθμο στόλο λεηλάτησε την Κέρκυρα, την Κεφαλλονιά, τη Λευκωσία και τη Ζάκυνθο. Εναντίον τους ο Αλέξιος έστειλε το στόλο του υπό τους Τατίκιο και Λαντούλφο. Η συνάντηση των δύο στόλων και η ναυμαχία έγινε ανάμεσα στη Ρόδο και στα Πάταρα. Ενώ δε η ολοσχερής καταστροφή του εχθρικού στόλου ήταν επί θύραις, ενέσκηψε μεγάλη θαλασσοταραχή που οδήγησε στη διακοπή της ναυμαχίας. Οι διασωθέντες δυτικοί επιχείρησαν ν’ αποβιβαστούν στην Κύπρο, αλλ’ αποκρούστηκαν από το στρατηγό Φιλόκαλο Ευμάθιο.
Την άνοιξη του 1104 άλλη ναυτική δύναμη Ιταλών αναχώρησε προς ενίσχυση του Βοημούνδου. Ο Αλέξιος απάντησε με την αποστολή δύο στρατών, έναν κατά ξηρά υπό τον Καντακουζηνό και έναν κατά θάλασσα υπό το Λαντούλφο. Ο βυζαντινός στόλος αναγκάστηκε από την κακοκαιρία να καταφύγει στην Κορώνη. Έτσι οι Γενουάτες έφτασαν ανενόχλητοι στην Αντιόχεια. Ο Καντακουζηνός, αντίθετα, κατέλαβε τη Λαοδίκεια, ενώ ο Μοναστράς επανακτούσε την ανατολική Κιλικία. Ο Βοημούνδος, ενώπιον του κινδύνου, πήγε στην Ευρώπη για να ζητήσει νέες ενισχύσεις, αφήνοντας «στο πόδι του» τον ανιψιό του Ταγκρέδο.
Φθάνοντας στην Ιταλία ο Βοημούνδος άρχισε εκστρατεία δυσφήμισης του Αλεξίου. Εις μάτην ο Αλέξιος πάσχιζε ν’ αποδείξει το αβάσιμο των εις βάρος του κατηγοριών. Ο Βοημούνδος εύρισκε ευήκοα ώτα στον πάπα, στην Ιταλία, στην Ισπανία και στη Γαλλία. Αφού συγκέντρωσε στην Ιταλία ισχυρότατο πολυεθνικό στρατό, πέρασε στην Ιλλυρία. Ο Αλέξιος ανακάλεσε στην Κων/πολη τις επίλεκτες μονάδες της Συρίας υπό τον Καντακουζηνό και της Κιλικίας υπό το Μοναστρά για να τις στρέψει κατά του Βοημούνδου, αντικαθιστώντας τες με άλλες, λιγότερο αξιόμαχες, δυνάμεις υπό τους Πετσέα και Ασπιέτη. Ο Ταγκρέδος βρήκε την ευκαιρία ν’ ανακτήσει ολόκληρη την Κιλικία.
Το 1105 ο Αλέξιος συγκέντρωσε στη Θεσσαλονίκη όλα τα στρατεύματα των δυτικών επαρχιών. Το Σεπτ. κατέφθασε και ο ίδιος με τις μονάδες που έφερε από την Ασία. Εκεί έμεινε και ολόκληρο το 1106 γυμνάζοντας τα στρατεύματά του, αφού φρόντισε να διασφαλίσει το Δυρράχιο, ορίζοντας διοικητή του τον ανιψιό του Αλέξιο. Ταυτόχρονα οργάνωσε και το ναυτικό του για να εμποδίσει τη διαπεραίωση του Βοημούνδου, που ετοιμαζόταν να αποπλεύσει από τη Βάρη στα μέσα του 1107. Δυστυχώς, ο ναύαρχος Ισαάκιος Κοντοστέφανος, παραβαίνοντας την εντολή του βασιλιά να παραμείνει στην ελληνική παραλία, επιχείρησε επιδρομή στην Ιταλία, αποκρούστηκε, φοβήθηκε και μετά αδυνατούσε ν’ αντιπαρατεθεί στον αποπλεύσαντα σε λίγο Βοημούνδο. Έτσι αυτός, ανενόχλητος, στις 9/10/1107 αποβιβάστηκε στον Αυλώνα με ισχυρές δυνάμεις που 4 μέρες αργότερα στρατοπέδευσαν γύρω από το Δυρράχιο.
Ο Αλέξιος πληροφορήθηκε το συμβάν στην Κων/πολη όπου επανήλθε το 1106. Έσπευσε και πάλι στη Θεσσαλονίκη. Σκοπός του ν’ αποκλείσει το Βοημούνδο στο στρατόπεδό του κι όχι να συγκρουστεί μαζί του κατά μέτωπο. Το Δυρράχιο δεν κινδύνευε άμεσα. Γιαυτό αποφάσισε να διαχειμάσει στη Θεσ/νίκη. Ο Βοημούνδος έκαψε το στόλο του για ν’ αποκλείσει τη δυνατότητα υποχώρησης, αποκόπτοντας έτσι κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με την Ιταλία και τα ελληνικά παράλια. Σε λίγο, όμως, ο στρατός του υπέφερε από έλλειψη τροφών. Ο Βοημούνδος περιήλθε σε δύσκολη θέση.
Παρά ταύτα την άνοιξη του 1108 άρχισε την πολιορκία του Δυρραχίου, μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να το κυριεύσει ή να πείσει τους υπερασπιστές του να παραδοθούν. Όλες οι πολιορκητικές επινοήσεις του Βοημούνδου συντρίφτηκαν. Στο μεταξύ αναχώρησε και ο Αλέξιος από την Θεσσαλονίκη και ήρθε και στρατοπέδευσε στη Δεάβολη, στους πρόποδες των βουνών που χωρίζουν την Ιλλυρία από τη Μακεδονία, παρενοχλώντας διαρκώς το στρατόπεδο του Βοημούνδου. Κοντά στο Χαρζάνο ποταμό συνάφθηκε φοβερή μάχη ανάμεσα στις δυνάμεις του Καντακουζηνού κι εκείνες του Γουίδονα, ανιψιού του Βοημούνδου. Οι Φράγκοι έπαθαν μεγάλη συμφορά.
Στη θάλασσα, όμως, τα πράγματα δεν πήγαιναν το ίδιο καλά για τους Βυζαντινούς. Ο Κοντοστέφανος δεν κατάφερε να εμποδίσει τη αποστολή τροφών από την Ιταλία με δύο στόλους. Επιτιμήθηκε αυστηρά από το βασιλιά. Την επόμενη φορά τα κατάφερε καλύτερα. Παρά ταύτα ο βασιλιάς τον αντικατέστησε με το ναύαρχο Μαριανό Μαυροκατακαλών που τα κατάφερε πολύ καλύτερα. Στο στρατόπεδο του Βοημούνδου έπεσε συμφορά: λιμός, λοιμός κι αναταραχή. Ο Βοημούνδος αναγκάστηκε να ζητήσει συνθηκολόγηση. Ο Αλέξιος δέχθηκε ν’ ακούσει τις προτάσεις του.
Η συνάντηση -μετά από διαπραγματεύσεις για το τυπικό της υποδοχής του Βοημούνδου από το βασιλιά και -παρά τις παράλογες απαιτήσεις του- τελικά έγινε. Ο Αλέξιος απαίτησε: α) να αναγνωριστεί από το Βοημούνδο ως κυρίαρχος, β) να υποχρεώσει και τον ανιψιό του Ταγκρέδο να πράξει τούτο, και γ) να υποχρεώσει τον Ταγκρέδο να παραδώσει την Αντιόχεια σε απεσταλμένο του, ό,τι δηλ. προέβλεπε η συνθήκη της Κων/πολης. Ο Βοημούνδος αρχικά απέρριψε τις προτάσεις αυτές. Ζήτησε, όμως, χρόνο να το σκεφθεί καλύτερα. Διανυκτέρευσε στο ελληνικό στρατόπεδο και την επομένη αποδέχτηκε τους όρους.
Στη συνθήκη αναγράφονται οι πόλεις και οι περιοχές που θα κρατούσε ο Βοημούνδος στη Συρία και στη Μεσοποταμία ως υποτελής στο βασιλιά ηγεμόνας, αλλά κι εκείνες που θα επέστρεφε στο βασιλιά. Μεταξύ των μαρτύρων που συνυπέγραψαν ήταν και ο επίσκοπος Αμάλφης Μαύρος, που είχε σταλεί ως εκπρόσωπος του πάπα στο βασιλιά. Η μεταχείριση του Βοημούνδου από το βασιλιά ήταν υπερβολικά ευμενής κι επιεικής.
Αυτός, όμως, όταν επέστρεψε στην Απουλία άρχισε να ετοιμάζει νέα εκστρατεία κατά της Ελλάδας. Ενώ δε είχε ετοιμάσει τον απαιτούμενο στόλο, στις αρχές του 1111 αρρώστησε και πέθανε.
θ) Τα τελευταία 7 χρόνια της βασιλείας του Αλεξίου Α΄
1. Στις αρχές του ιβ΄ αι. τα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας ξεκινούσαν από το ύψος του Μαιάνδρου και σε πολλά σημεία έφθαναν στον άξονα Φιλομηλίου - Άγκυρας. Το 1110-1111 ο αξιωματούχος του Αλεξίου Ευμάθιος Φιλοκάλης απέκρουσε επιτυχώς στη Φιλαδέλφεια και στη συνέχεια καταδίωξε πολυάριθμο στρατό του Ασάν της Καππαδοκίας.
2. Σημαντικότερη ήταν η επιχείρηση του φθινοπώρου του 1116, στην οποία έλαβε μέρος και ο βασιλιάς. Ο σουλτάνος Αρσλάν έχασε τη Νίκαια και μετέφερε την πρωτεύουσα του τουρκικού κράτους της Μ. Ασίας -και κράτος του Ρουμ ή της Ρωμανίας- στο Ικόνιο. Ο βυζαντινός στρατός υπό τον Αλέξιο Α’, προελαύνοντας από τη Νίκαια, το Δορύλαιο και το Αμόριο , έφθασε στο Φιλομήλιο της Φρυγίας όπου συγκρούστηκε με τα στρατεύματα του σουλτάνου του Ικονίου Μαλέκ - σαχ Β΄ (Σαϊσσά) και νικώντας τα κατ’ επενάληψη τα διέλυσε. Η ήττα του σουλτάνου ήταν ταπεινωτική, αφού α) υποχρεώθηκε να φιλήσει το γόνατο του Αλεξίου εφίππου, και β) υπέγραψε συνθήκη ειρήνης (ανάμεσα στην Αυγουστόπολη και στον Ακροηνό) ευνοϊκή για το Βυζάντιο (υποχρεωνόταν, μεταξύ των άλλων, να επιστρέψει όλα σχεδόν τα υπό τουρκική κατοχή εδάφη της Μ. Ασίας). Το επόμενος έτος (1117), όμως, ο Μαλέκ-σαχ φονεύθηκε από τον αδελφό του Μασούδ και έτσι όχι μόνο οι όροι της συνθήκης δεν εκπληρώθηκαν, αλλ’ οι Τούρκοι επανέλαβαν και τις επιδρομές τους.
3. Αυτή ήταν κατά την υπόψη περίοδο η πολεμική δραστηριότητα του υπερπεντηκοντούτη πλέον και πολύ καταπονημένου από τους πολυετείς πολέμους Αλεξίου Α΄. Κατ’ αυτήν επιδόθηκε κυρίως με την περιχαράκωση της Ορθοδοξίας ως μόνης εγγυήτριας του Βυζαντίου δυνάμεως. Δύο κύρια εκκλησιαστικά ζητήματα ανέκυψαν την περίοδο αυτή, ένα νέο και ένα παλαιό. Το πρώτο ήταν η αίρεση των Βογομίλων που εμφανίστηκε κι εξαπλώθηκε στη Βουλγαρία. Θεωρείται ως παρακλάδι των Παυλιανιτών. Ιδρυτής της ο ιατρός Βασίλειος, που επιδόθηκε στη διάδοσή της σε όλη τη Βουλγαρία. Ο σλαβικός όρος «Βογόμιλοι» σημαίνει «οι επικαλούμενοι το έλεος του Θεού». Ο Αλέξιος φέρθηκε και σε αυτούς σκληρά. Το 1110 συγκροτήθηκε στην Κων/πολη σύνοδος υπό τον πατριάρχη Νικόλαο, η οποία καταδίκασε τον αιρεσιάρχη Βασίλεο στον δια πυράς θάνατο, απόφαση πρωτοφανής και μοναδική για την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Το δεύτερο ζήτημα ήταν η αναζωπύρωση του δογματικού θέματος περί της εκπορεύσεως του Αγ. Πνεύματος. Ο Αλέξιος Α΄, εκμεταλλευόμενος τη διαμάχη του πάπα Πασχαλίου Β΄ με το βασιλιά της Γερμανίας Ερρίκο Ε΄, έστειλε το 1112 πρέσβεις στη Ρώμη ζητώντας ν’ αναγνωριστεί ως αυτοκράτορας και της Δύσης. Η πρότασή του βρήκε αρχικά ανταπόκριση. Στείλανε στην Κων/πολη 600 αντιπροσώπους που δήλωσαν προθυμία να ικανοποιηθεί η πρόταση του βασιλιά και τον προσκάλεσαν στη Ρώμη, προφανώς για να στεφθεί από τον πάπα. Αυτό θα σήμαινε αναγνώριση της παπικής εξουσίας. Το επόμενο έτος ο πάπας έστειλε στον Αλέξιο τον αρχιεπίσκοπο Μεδιολάνων Πέτρο όχι για να του προσφέρει το στέμμα, αλλά για να συζητήσει μαζί του το ζήτημα της εκπόρευσης του Αγ. Πνεύματος και εκ του Υιού. Άρχισαν τότε νέες οξύτατες συζητήσεις επί του θέματος. Τον Αύγουστο του 1115 ο πάπας έστειλε στο βασιλιά επιστολή διατυπώνοντας τα γνωστά παράπονα και τις γνωστές αξιώσεις του. Οι συζητήσεις αυτές δεν κατέληξαν πουθενά. Στένεψαν άλλωστε και για τους δύο τα όρια της ζωής τους.
Δυστυχώς για τον Ελληνισμό ο μέγας αυτός ηγέτης δεν αφέθηκε από την κοινή μοίρα να ολοκληρώσει το μεγάλο του έργο. Στις 15 προς 16 Αυγ. του 1118 ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός πέθανε στην Κων/πολη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου