Ρωμανός Δ΄ Διογένης (1068 - 1071)
1. Γεννήθηκε στην Καππαδοκία. Ανήκε και αυτός σε μία από τις στρατιωτικές οικογένειες της Μ. Ασίας. Ήταν δραστήριος, γενναίος και φιλόδοξος. Η στρατιωτική του προέλευση προσδιόρισε και τις προτεραιότητές του ως βασιλιά. Αμέσως μετά την ανάρρησή του στο θρόνο αναγόρευσε συμβασιλέα και το δευτερότοκο γιο τού Κων/νου Ι΄ Ανδρόνικο. Με την Ευδοκία απέκτησε δύο γιους, το Νικηφόρο και το Λέοντα. Ανακήρυξε και αυτούς συμβασιλείς. Έτσι, το 1071 ο Ρωμανός είχε 5 συμβασιλείς, τους 3 γιους του Κων/νου Ι΄ και τους 2 δικούς του.
2. Το 1063 επί της βασιλείας του Κων/νου Δούκα πέθανε ο ιδρυτής του σελτζουκικού κράτους Τογρουλβέγ. Τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του Αλπ Αρσλάν, περίφημος για τα πολεμικά του κατορθώματα, έχοντας ως κυριότερο συνεργάτη το βεζίρη Νεζάμ - ελ - Μουλκ. Οι Σελτζουκίδες ήταν λάτρεις των γραμμάτων και των επιστημών. Μιλήσαμε ήδη για τις πολεμικές - επιδρομικές δραστηριότητες των Σελτζούκων Τούρκων στη Μ. Ασία επί Κων/νου Δούκα. Γιαυτό ο Ρωμανός Διογένης εστίασε την προσοχή του σε αυτούς. Το σφάλμα του ήταν που έσπευσε να τους αντιμετωπίσει χωρίς προηγουμένως να ετοιμάσει αξιόμαχο στρατό.
3. Δύο μήνες μετά την ανάρρησή του στο θρόνο ο Ρωμανός Δ΄, επειγόμενος να ανακόψει τη δραστηριότητα των Τούρκων, διέταξε το στρατό να συγκεντρωθεί στη Φρυγία. Ο ίδιος μετέβη στο θέμα των Ανατολικών για να διευθετήσει όσο γινόταν καλύτερα τα προβλήματα οργάνωσης ενός αξιοθρήνητου στρατεύματος. Αυτός ο στρατός δε στερούνταν μόνο των αναγκαίων μέσων, αλλά συγκροτούνταν και από μια πανσπερμία φυλών (Βουλγάρων, Ούζων, Φράγκων, Βαριάγων κ.ά.), πέραν των γηγενών. Από αυτούς άλλοι ήταν έτοιμοι να στασιάσουν (Ούζοι και Φράγκοι), ενώ άλλοι διοικούνταν από στρατηγούς που επηρεάζονταν από την αντιπολιτευόμενη το βασιλιά μερίδα της Κων/πολης. Αυτός ήταν ο στρατός που είχε στη διάθεσή του ο Ρωμανός.
4. Οι Τούρκοι δημιούργησαν δύο μέτωπα: ένα προς τον Εύξεινο Πόντο και ένα προς την Κιλικία και Συρία. Οι πρώτοι, μόλις πληροφορήθηκαν την εκστρατεία του βασιλιά, υποχώρησαν. Αυτό επέτρεψε στο Ρωμανό κατά το τέλος του 1068 να στραφεί στη Συρία. Εκεί, άλλοτε νικώντας και άλλοτε υποχωρώντας, διακινδυνεύοντας και τη ζωή του, παρεμπόδισε προσωρινά την τουρκική δραστηριότητα. Στις αρχές Ιαν. 1069 έστειλε τον περισσότερο στρατό του να παραχειμάσει, ενώ ο ίδιος επέστρεψε στην Κων/πολη.
5. Μετά από δίμηνη παραμονή στην Κων/πολη αναχώρησε και πάλι για νέα εκστρατεία. Αυτή τη φορά εκδηλώθηκαν στο μέτωπο όλα τα συμπτώματα της παραλυσίας: α) ένα τμήμα των Φράγκων αποστάτησε και κατέφυγε στη Μεσοποταμία για λεηλασία, β) ο στρατηγός Φιλάρετος, επικεφαλής ισχυρού στρατού, εγκατέλειψε τη θέση του και κατατροπώθηκε από τον εχθρό, και γ) οι Τούρκοι επανέλαβαν τις επιδρομές τους στη Μ. Ασία. Ο Ρωμανός τους νίκησε μεν στην Καισάρεια, αλλά διαπίστωσε ότι όπου απουσίαζε ο ίδιος, οι υποστράτηγοί του ή νικώνταν ή δεν αγωνίζονταν καν. Το φθινόπωρο επέστρεψε στην Κων/πολη αηδιασμένος.
6. Το 1070 ο βασιλιάς δεν ανέλαβε νέα εκστρατεία. Ανέθεσε την ηγεσία του στρατεύματος στον κουροπαλάτη Μανουήλ Κομνηνό, ανιψιό του Ισαακίου Κομνηνού, γιο δε του Ιωάννη. Ο Μανουήλ αποδείχθηκε καλή επιλογή. Συγκέντρωσε το στρατό, επέβαλε πειθαρχία, διευθέτησε τα της λειτουργίας του και με τις πρώτες επιτυχίες του φάνηκαν οι δυνατότητές του. Δυστυχώς ο Ρωμανός, παρά την ικανοποίησή του, φθόνησε το Μανουήλ. Του αφαίρεσε στρατό και τον έστειλε στη Συρία. Μετά την αποδυνάμωσή του ο Μανουήλ κατατροπώθηκε στη Σεβάστεια και αιχμαλωτίστηκε μαζί με τους δύο γαμπρούς του (Μιχαήλ Ταρωνίτη και Νικηφόρο Μελισσηνό). Μετά από αυτό οι Τούρκοι εισέβαλαν στη Φρυγία και λεηλάτησαν τις Κολοσσές.
7. μοιραία μάχη του Ματζικιέρτ:
Αυτές οι εξελίξεις υποχρέωσαν το Ρωμανό να ετοιμαστεί για νέα εκστρατεία στα πολεμικά μέτωπα. Πράγματι, στις 13/3/1071 αναχώρησε. Όταν έφθασε στο θέμα των Ανατολικών συγκέντρωσε εκεί τις διασκορπισμένες από τις βάρβαρες επιδρομές δυνάμεις. Μετά, αφού προχώρησε στην κάθαρσή του από τους άχρηστους στρατιώτες και τους ύποπτους αξιωματικούς, εν οις και ο Νικηφόρος Βοτανειάτης, πέρασε τον Άλυ ποταμό και κατευθύνθηκε στην Ιβηρία. Στόχος του η σύγκρουση με το σουλτάνο Αλπ - Αρσλάν. Έφθασε στη Θεοδοσιούπολη. Επειδή η επόμενη διαδρομή περνούσε μέσα από ακατοίκητες εκτάσεις και έρημο, διέταξε κάθε στρατιώτης να έχει μαζί του τροφή για δύο μήνες. Αυτή η διαδρομή τελικά δε θα πραγματοποιούνταν, επειδή πλησίασε ο σουλτάνος. Παραδόξως ο Ρωμανός απέσπασε δύο αξιόμαχες μονάδες στρατού υπό το Φράγκο στρατηγό Ρουσέλιο και το καλύτερο τμήμα του ιππικού υπό τον Έλληνα στρατηγό Ιωσήφ Ταρχανιώτη σε πλησίον περιοχή όπου έφθασαν 10.000 Τούρκοι. Αμέσως μετά ο Ρωμανός κυρίευσε την από ολιγάριθμους Τούρκους φρουρούμενη πόλη Ματζικιέρτ. Τότε πληροφορήθηκε ότι εμφανίστηκε στην περιοχή πλήθος Τούρκων, χωρίς να γνωρίζει αν βρισκόταν σε αυτές ο σουλτάνος. Έστειλε εναντίον τους το μάγιστρο Νικηφόρο Βρυέννιο με επαρκείς κατά τη γνώμη του δυνάμεις. Σε λίγο ο Βρυέννιος αναφέρει ότι ο εχθρός είναι πολυάριθμος και ζητεί βοήθεια. Αρχικά ο βασιλιάς τον ειρωνεύτηκε. Του έστειλε, όμως, ενισχύσεις υπό το μάγιστρο Νικηφόρο Βασιλάκιο. Στο μεταξύ ο εχθρός υποχώρησε, αλλά ο Βρυέννιος απέφυγε την καταδίωξή του. Αντίθετα, ο ορμητικός Βασιλάκιος συνέχισε την προέλασή του. Έφθασε ως τα χαρακώματα των Τούρκων και αιχμαλωτίστηκε. Τότε ο βασιλιάς συνειδητοποίησε ότι έχει απέναντί του το σουλτάνο. Έσπευσε τότε με όλο το στρατό του. Καθώς νύχτωσε και δεν έβλεπε εχθρικές κινήσεις, επανήλθε στο στρατόπεδό του. Τη νύχτα, όμως, τους περικύκλωσαν οι Τούρκοι κι άρχισαν να χτυπούν με τόξα. Ο Ρωμανός κυριεύτηκε από αγωνία. Το χειρότερο: μια μονάδα των Ούζων αυτομόλησε στους Τούρκους. Τελικά οι Τούρκοι αποκρούστηκαν στις παρυφές του στρατοπέδου, αλλ’ ο βασιλιάς ήθελε την τελική αναμέτρηση. Παρήγγειλε στους Ταρχανιώτη και Ρουσέλιο να σπεύσουν στο στρατόπεδο. Αυτοί, όμως, αντί να συμμορφωθούν, έφυγαν δια της Μεσοποταμίας στα μέρη τους. Ο Ρωμανός νόμισε ότι δεν προσήλθαν για άλλους λόγους. Αποφάσισε ν’ αγωνιστεί την επομένη και χωρίς αυτούς. Διέπραξε, δυστυχώς, και άλλο μοιραίο σφάλμα: Σε πρόταση του σουλτάνου για σύναψη ειρήνης, απάντησε αγέρωχα: Μόνο αν ο Αλπ - Αρσλάν εγκαταλείψει το στρατόπεδό του και στρατοπεδεύσει αρκετά μακριά και εκεί εγκατασταθεί ο ίδιος με το στρατό του θα δεχθεί να διαπραγματευθεί. Χωρίς μάλιστα να περιμείνει την απάντησή του, υπακούοντας σε ασύνετες ή κακόβουλες συμβουλές, στις 26/8/1071 διέταξε επίθεση. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν και τράπηκαν εις φυγήν. Ο βασιλιάς τούς καταδίωκε. Καθώς νύχτωνε, όμως, και αντίσταση δε συναντούσε, έκρινε καλύτερο και ασφαλέστερο να επανέλθει στο αφύλακτο στρατόπεδό του. Διέταξε να στραφεί προς τα πίσω η βασιλική σημαία. Τα προχωρημένα, όμως, τμήματα που δε γνώριζαν το λόγο αυτής της στροφής των σημαιών υπέθεσαν ότι πρόκειται για ήττα. Αυτή την πλάνη τροφοδότησε, αν δεν προκάλεσε, ο γιος του Ιωάννη Δούκα Ανδρόνικος. Έτσι, αντί η επιστροφή να γίνει ομαλά, εξελίχθηκε σε πανικόβλητη φυγή με επικεφαλής τον Ανδρόνικο. Μάταια ο βασιλιάς ζητούσε από τους φεύγοντες να επιστρέψουν. Οι Τούρκοι που παρακολουθούσαν από λόφους τα γινόμενα άρχισαν άλλοι μεν να καταδιώκουν τους φεύγοντες, άλλοι δε να επιτίθενται κατά του βασιλιά που έμεινε στο πεδίο της μάχης. Μέσα σ’ εκείνη την ταραχή εγκαταλείφθηκε και από τους πιστοτέρους του Καππαδόκες, αλλά και από τους βασιλικούς ιπποκόμους. Λίγοι τού μείνανε. Περικυκλώθηκε. Εντούτοις συνέχισε ν’ αγωνίζεται με πείσμα και γενναιότητα σκοτώνοντας πολλούς. Τραυματίστηκε στο χέρι. Έμεινε και χωρίς άλογο. Συνέχισε να μάχεται και πεζός. Συνελήφθη.
Την επομένη ο Ρωμανός προσήχθη στο σουλτάνο με ταπεινή στρατιωτική περιβολή. Ο Αρσλάν αμφέβαλλε αν αυτός είναι ο ως χθες αγέρωχος αντίπαλός του. Το επιβεβαίωσε ο αιχμάλωτος Βασιλάκιος. Ο σουλτάνος πανηγύρισε από χαρά. Μετά διέταξε να του παρασχεθούν οι αρμόζουσες τιμές και περιποιήσεις. Μετά 8 ημέρες συνάφθηκε συνθήκη ειρήνης, με την οποία α) οι Τούρκοι θα σταματούσαν τις επιδρομές, β) θα ανταλλάσσονταν αμοιβαία οι αιχμάλωτοι, και γ) θα καταβάλλονταν στο σουλτάνο αδρά λύτρα. Μετά ο βασιλιάς ελευθερώθηκε με κάθε τιμή και μετέβη στη Θεοδοσιούπολη. Έμεινε λίγες μέρες και μετά αναχώρησε και μέσω Ιβηρίας έφθασε στην Κιλικία.
8. Στο μεταξύ στην Κων/πολη συνέβαιναν δραματικές μεταβολές. Ο καίσαρας Ιωάννης Δούκας, όταν έμαθε την αιχμαλώτευση του βασιλιά, έσπευσε, σε συνεργασία με τον Ψελλό, ν’ αναγορεύσει μόνο αυτοκράτορα τον ανιψιό του Μιχαήλ, γιο του Ισαακίου Κομνηνού. Σε αυτό συνέπραττε αποφασιστικά και η Ευδοκία, προδίδοντας το σύζυγό της. Πλήρωσε, όμως, τα επίχειρα της διαγωγής της: εξορίστηκε σε μοναστήρι και εκάρη χωρίς τη θέλησή της μοναχή. Αμέσως δόθηκαν διαταγές να μην υποδεχθεί κανένας το Ρωμανό Α΄ Διογένη ως βασιλιά κατά την επιστροφή του. Προς τούτο στάλθηκε στη Μ. Ασία με ισχυρή δύναμη ο νεότερος γιος τού Ιωάννη Δούκα Κων/νος. Ο Ρωμανός προσπάθησε ν’ αντισταθεί στους αντιπάλους του, αλλά τελικά παραδόθηκε στον Ανδρόνικο Δούκα (τον πιθανό αρχιαίτιο - προδότη της συμφοράς του Ματζικιέρτ), που στο μεταξύ αντικατέστησε τον αδελφό του Κων/νο. Η παράδοση έγινε στα Άδανα. Μεταξύ αυτού και του Ανδρονίκου υπογράφηκε συμφωνία με την οποία α) αυτός παρέδιδε τη βασιλεία, β) ο Ανδρόνικος δεσμευόταν να τον αφήσει ανενόχλητο αφού θα περιβληθεί το μοναχικό σχήμα. Τη συμφωνία επικύρωσαν και τρεις μητροπολίτες. Ο Ρωμανός, πολύ εξαντλημένος, οδηγήθηκε στο Κοτυάειο. Εκεί έφθασε διαταγή για την τύφλωσή του. Παρά την αντίδραση των τριών μητροπολιτών, η διαταγή εκτελέστηκε. Αυτό επέσπευσε το θάνατό του (Οκτώβρ. 1071). Κηδεύτηκε στην Πρώτη από την Ευδοκία.
9. Το 1072 φονεύτηκε από κάποιον αποστάτη αξιωματικό του ο Τούρκος σουλτάνος Αλπ - Αρσλάν. Πριν πεθάνει όρισε διάδοχό του το γιο του Μελεκσάχ, εξίσου ικανό ηγέτη, έχοντας στη διάθεσή του και πολυάριθμο στρατό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου