ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015



Εκστρατείες του Επαμεινώνδα στην Πελοπόννησο 

  Διαλυτικές τάσεις και κινήσεις επικράτησαν στην πελοποννησιακή συμμαχία μετά τη συντριβή στα Λεύκτρα. Οι Αρκάδες, για ν’ απαλλαγούν οριστικά από το σπαρτιατικό εναγκαλισμό, ζήτησαν εξωτερική βοήθεια. Η Αθήνα αρνήθηκε. Μετά απευθύνθηκαν στον Επαμεινώνδα. Αυτός ανταποκρίθηκε αμέσως και με στρατό Θηβαίων και των συμμάχων τους εισέβαλε στην Πελοπόννησο.

    Αυτή η επιχείρηση είχε ευρύτερες επιδιώξεις κι όχι μόνο τη βοήθεια των Αρκάδων. Όχι, βέβαια, να καταλάβει κι εκδικηθεί τη Σπάρτη, αλλά να καταλύσει οριστικά την ηγεμονία της επί της Ελλάδας και να επαναφέρει την αυτονομία των Μεσσήνιων. Αρχικά δε σκόπευε να εισβάλει στη Λακωνική, δέχτηκε, όμως, πιεστικές αιτήσεις των συμμάχων του Αρκάδων, Ηλείων και Αργείων, και υποχώρησε. Ήταν χειμώνας όταν το επιχείρησε. Διαίρεσε το στρατό του σε τέσσερα τμήματα, καθένα από τα οποία μπήκε κι από διαφορετικό σημείο: οι Ηλείοι από δυτικά, οι Αργείοι από ανατολικά, οι Θηβαίοι και οι Αρκάδες στο μέσο. Μόνο οι Αρκάδες συνάντησαν κάποια αξιόλογη αντίσταση στη Σκιρίτιδα. Τελικά τα τέσσερα τμήματα ενώθηκαν στη Σελλασία. Την επομένη συνέχισαν την πορεία τους κι έφθασαν στα γιοφύρια του Ευρώτα. Τα παρέκαμψε ο Επαμεινώνδας γιατί φρουρούνταν. Έφθασε στις Αμύκλες όπου βρήκε ένα πέρασμα. Στην άλλη όχθη βρισκόταν η Σπάρτη. Πλησίασε ανεμπόδιστα στην πόλη. Πλην των Θηβαίων, οι άλλοι επιδόθηκαν σε λεηλασία της περιοχής.

    Στη Σπάρτη επικράτησε ταραχή. Επί 6 αιώνες, αφότου αναφάνηκε στην Ιστορία, όχι μόνο δεν πάτησε εχθρός τα χώματά της, αλλά ούτε καν απειλήθηκε. Κι αυτό έγινε τώρα. Δεν ήταν μόνο η ταπείνωση μεγάλη αλλά και ο κίνδυνος. Μόνο μερικοί Ορχομένιοι και Φλιάσιοι έφτασαν εγκαίρως να βοηθήσουν. Δεν αρκούσαν όμως. Πολλοί περίοικοι και είλωτες προσχώρησαν στους Θηβαίους. Και αρκετοί Σπαρτιάτες, αυτοί που είχαν μειωμένα πολιτικά δικαιώματα, κινούνταν ύποπτα.

     Ο Επαμεινώνδας δε θέλησε να κυριεύσει την πόλη. Του αρκούσε να τη φοβίσει. Στράφηκε νότια μέχρι το Έλος του Γυθείου, λεηλάτησε την περιοχή κι επέστρεψε στην Αρκαδία. Θεμελίωσε την αυτονομία των Αρκάδων, ανακήρυξε την ελευθερία όλων των ειλώτων και περιοίκων της Μεσσηνίας και προσκάλεσε όλους τους φυγάδες Μεσσήνιους να επιστρέψουν στη γη τους. Αφού ταπείνωσε και απογύμνωσε τη Σπάρτη από τους συμμάχους της, επέστρεψε στη Θήβα. Προσπάθεια των Αθηναίων να τον παρεμποδίσουν στον Ισθμό απέτυχε.

    Όλα τα παραπάνω συνέβησαν από τον Ιούνιο του 371 ως την άνοιξη του 369.

     Τον ηγεμόνα της Θεσσαλίας Ιάσονα διαδέχθηκαν διαδοχικά τα αδέλφια του Πολύφρονας, Πολύδωρος και Αλέξανδρος. Ο τελευταίος υπήρξε σκληρός προς τους αντιπάλους του. Γιαυτό πολλοί Λαρισαίοι εξόριστοι κατέφυγαν στο βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο. Αυτός κατέλαβε τη Λάρισα και την Κραννώνα. Οι θεσσαλικές πόλεις ζήτησαν ταυτόχρονα και τη βοήθεια των Θηβαίων. Το 369 ο Πελοπίδας εισέβαλε στη Θεσσαλία και υπέταξε το μεγαλύτερο μέρος της και έδιωξε εντελώς από τη Θεσσαλία το Μακεδόνα Αλέξανδρο. Αυτός το 368 δολοφονήθηκε με αποτέλεσμα νέες εμφύλιες διαμάχες στη Μακεδονία. Η χήρα του Αμύντα Ευρυδίκη, ως επίτροπος των γιων της Περδίκκα και Φιλίππου, ζήτησε βοήθεια από την Αθήνα. Στάλθηκε ο Ιφικράτης στα παράλια της Μακεδονίας και της Θράκης. Η Ευρυδίκη θύμισε στον Ιφικράτη τους δεσμούς του με τον άνδρα της. Του παρέδωσε το γιο της Περδίκκα (ο Φίλιππος τότε ήταν 13 ή 14 ετών) και τον παρακάλεσε να αναλάβει υπό την προστασία του τα παιδιά της, να νικήσει τον κύριο αντίπαλό τους Παυσανία και να παραδώσει τη βασιλεία στον οίκο του Αμύντα με επίτροπο τον Πτολεμαίο τον Αλωρίτη.

       Οι Αθηναίοι τότε θεωρούσαν ως επικίνδυνους εχθρούς τους τη Σπάρτη και τη Θήβα. Επειδή η Θήβα ενισχύθηκε πολύ προτίμησαν να συμμαχήσουν με τη Σπάρτη με υποχρέωση να πολεμήσουν από κοινού κατά της Θήβας. Μολονότι, όμως, οι δυνάμεις τους κατέλαβαν την Κόρινθο και το Όνειο όρος, καθόλου δε δυσκολεύτηκε ο Επαμεινώνδας να περάσει κατ’ επανάληψη τον Ισθμό και να εισβάλει στην Πελοπόννησο και πάλι κατά τα έτη 368 και 367. Κατ’ αυτές κατέστησε υπηκόους της Θήβας τους Αχαιούς.

   Και προς βορράν οι Θηβαίοι είχαν επιτυχίες. Το 368 ο Πελοπίδας εισέβαλε και πάλι στη Θεσσαλία και περιόρισε ακόμα περισσότερο την εξουσία του Αλέξανδρου. Μετά πήγε στη Μακεδονία και υποχρέωσε τον επίτροπο της αρχής Πτολεμαίο να εγκαταλείψει τους Αθηναίους και να προσχωρήσει στους Θηβαίους. Ως εγγύηση πήρε μαζί του 30 ομήρους· ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο γιος του Αμύντα Φίλιππος, που έμεινε για μερικά χρόνια στη Θήβα έχοντας την επιμέλεια του Παμμένη.

   Από το 368 οι Αρκάδες αξίωσαν από τους Σπαρτιάτες συγκυριαρχία στην ηγεμονία τους, όπως συνέβαινε με την Αθήνα. Γι’ αυτή τους την «αυθάδεια» στα τέλη του 368 τους τιμώρησε παραδειγματικά ο Αρχίδαμος στη Μιδέα. Οι Αρκάδες, όμως, δε συνετίστηκαν. Δεν έπαυσαν μεν να ’ναι σύμμαχοι της Θήβας, αλλ’ όχι πια τόσο πρόθυμοι. Και κατά του Επαμεινώνδα εμφανίστηκαν στη Θήβα επικρίσεις. Επικράτησε η αντίπαλη παράταξη που κατήργησε όσα αυτός είχε ρυθμίσει στην Αχαΐα. Εγκαταστάθηκαν δημοκρατικά πολιτεύματα και στάλθηκαν Θηβαίοι αρμοστές, ο δε Επαμεινώνδας αποκλείστηκε του βοιωταρχικού αξιώματος κατά το επόμενο έτος. Οι ολιγαρχικοί, όμως, σε λίγο επανήλθαν ισχυρότεροι και συμμάχησαν με τη Σπάρτη.

    Οι Σπαρτιάτες επανέλαβαν τις επαφές τους με την περσική αυλή. Οι Θηβαίοι αντέδρασαν. Το 366 έστειλαν τον Πελοπίδα στα Σούσα. Αυτός πέτυχε την έκδοση διατάγματος που: α) αναγνωριζόταν η αυτονομία κι ανεξαρτησία της Μεσσήνης, β) διατάσσονταν οι Αθηναίοι ν’ ανακαλέσουν στον Πειραιά τα πλοία τους και να τα αφοπλίσουν, και γ) ανακήρυσσε τους Θηβαίους ηγεμόνες της Ελλάδας. Όταν όμως αυτό το διάταγμα αναγνώστηκε στη Θήβα παρουσία όλων των συμμάχων της, απορρίφθηκε, ιδίως από τους Αρκάδες.

    Ο Πελοπίδας στάλθηκε στη Θεσσαλία για να επιβάλει το διάταγμα. Εκεί αιχμαλωτίστηκε από τον Αλέξανδρο. Στάλθηκε στρατός για να τον ελευθερώσει. Σ’ αυτόν ο Επαμεινώνδας μετείχε ως απλός οπλίτης. Οι ανίκανοι ηγέτες οδήγησαν το στράτευμα σε απόγνωση. Ο στρατός τους καθαίρεσε και παρέδωσε την εξουσία στον Επαμεινώνδα. Αυτός επανέφερε το στράτευμα στη Θήβα. Οργάνωσε νέα εκστρατεία και απελευθέρωσε τον Πελοπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου