ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015


Η Α΄ Σταυροφορία (1095)

     1. Ξεκίνησε με καθυστέρηση 10 σχεδόν ετών. Όπως είδαμε, την προετοίμαζε με πάθος ο πολυπράγμων πάπας Γρηγόριος Ζ΄. Πέθανε όμως το 1085 και δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του. Βρήκε συνεχιστές στο πρόσωπο των διαδόχων του.

      Η Α΄ Σταυροφορία τυπικά άρχισε με τους λόγους του πάπα Ουρβανού στις συνεχόμενες σχεδόν συνόδους της Πλακεντίας (Μάρτιος 1095) και του Κλερμόν (ευρυτάτη σύναξη κλήρου και λαού) στις 27/11/1095. Ο πάπας προέτρεψε τους ακροατές του να αναλάβουν «θεάρεστο» έργο, αγώνα δηλ. κατά των Τούρκων της Ανατολής που διώκουν τους χριστιανούς και καταστρέφουν τις εκκλησίες και χριστιανικά κτήματα. Ταυτόχρονα καλούσε τους φεουδάρχες να σταματήσουν τις μεταξύ τους διενέξεις και να ενωθούν κάτω από το μεγάλο κοινό σκοπό. Αυτή η έκκληση απευθυνόταν και (κυρίως) στο Γερμανό βασιλιά που δεν εννοούσε να υποταχθεί στον πάπα, εντεύθεν και η μηδαμινή παρουσία Γερμανών σε αυτή τη Σταυροφορία. Αντίθετα, ο πάπας είχε επιβάλει την εξουσία του στη Γαλλία και στην Ισπανία, έχοντας και πάλι (από το 1093) έδρα του τη Ρώμη. Η έκκληση του πάπα βρήκε ενθουσιώδη ανταπόκριση από το ακροατήριό του. Πολυάριθμοι ήταν εκείνοι που δήλωσαν αμέσως συμμετοχή στη σχεδιαζόμενη εκστρατεία. Από τους φεουδάρχες ο πρώτος που προθυμοποιήθηκε ήταν ο κόμης της Τουλούζης Ραϋμόνδος. Ο πάπας, για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ακροατών του, υποσχέθηκε στους σταυροφόρους απαλλαγή από τα εκκλησιαστικά επιτίμια που σταδιακά μετατράπηκε σε υπόσχεση άφεσης αμαρτιών.

       Οι αρχικές προθέσεις του πάπα φαίνεται πράγματι να ήταν α) η παροχή βοήθειας στους χριστιανούς του Βυζαντίου, και β) η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους μωαμεθανούς. Στη συνέχεια, όμως, οι στόχοι αυτοί έγιναν Ένας: η κατοχή και ο έλεγχος των Αγίων Τόπων. Δυτικοί μάλιστα ιστοριογράφοι, για να δικαιολογήσουν το εγχείρημα, ισχυρίζονται ότι η Σταυροφορία αναλήφθηκε επειδή απευθύνθηκαν δύο εκκλήσεις από την Ανατολή: α) Του πατριάρχη Ιεροσολύμων Συμεών με επιστολή που έδωσε στον προσκυνητή Πέτρο τον ερημίτη. Ο Πέτρος, όμως, (μολονότι εμφανίζεται να διεκτραγωδεί στον πάπα και στη Δύση τα όσα είδε στους Αγίους Τόπους) είναι αμφίβολο αν κατόρθωσε το 1093/1094 να φθάσει στην Παλαιστίνη. Έγινε ένθερμος κήρυκας της εκστρατείας για να το πετύχει. β) Του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ με επιστολή του προς τον πάπα και τον κόμητα της Φλάνδρας Ροβέρτο Β΄. Η Άννα Κομνηνή, όμως, βεβαιώνει ότι τέτοια επιστολή ουδέποτε εστάλη.

    Υπάρχουν, όμως, σε αυτούς τους δυτικούς ισχυρισμούς κάποιε αλήθειες:

    α) Μετά τη συμφορά του Ματζικιέρτ, που είχε ως επακόλουθο τη βαθμιαία επέκταση των Τούρκων στη Μ. Ασία, ο Μιχαήλ Ζ΄ ζήτησε τη συνδρομή της Δύσης για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Ήρθε σε επαφή με τον ηγέτη των Νορμανδών Ροβέρτο Γισκάρδο και συμφώνησαν στη σύναψη αμυντικής κι επιθετικής συμμαχίας. Οι διαπραγματεύσεις, όμως, διακόπηκαν. Ταυτόχρονα ο Μιχαήλ Ζ΄ έστειλε γράμμα και στον πάπα Γρηγόριο Ζ΄. Αυτός, απαντώντας (9/7/1073), έθεσε θέμα ενώσεως των Εκκλησιών υπό τους δικούς του όρους.

       β) Ο διάδοχος του Μιχαήλ Ζ΄ Αλέξιος Α΄ επανήλθε στο θέμα της ένωσης των Εκκλησιών με ευνοϊκή διάθεση. Αντέδρασε, όμως, ο πατριάρχης και η Εκκλησία γενικότερα.

     γ) Ο Αλέξιος Α΄, μην έχοντας στόλο ν’ αντιμετωπίσει τη νορμανδική απειλή υπό τον Ρ. Γισκάρδο, ζήτησε τη βοήθεια της ισχυρότατης ναυτικής δύναμης των Βενετών, υποσχεθείς γενναία αποζημίωση. Αδυνατώντας δε να καταβάλει τα συμφωνηθέντα, υποχρεώθηκε να τους παραχωρήσει στην επικράτειά του εκτεταμένα προνόμια, τα οποία απέβησαν μοιραία για την αυτοκρατορία. Στα πλαίσια αυτών των προνομίων: 1) Οι ιταλικές πόλεις Άμαλφις και Βενετία ίδρυσαν εμπορικές αποικίες στο βυζαντινό κράτος. Αργότερα οι αμαλφιτικές αποικίες υποτάχθηκαν στις βενετικές. 2) Οι Ενετοί αξίωσαν και πέτυχαν την ίδρυση στην Κων/πολη κοινότητας αρχικά ημιανεξάρτητης, που στη συνέχεια εξελίχθηκε σε κράτος εν κράτει. Το 1082 μάλιστα υπογράφηκε χρυσόβουλο με το οποίο α) παραχωρούνταν στο κυριότερο εμπορικό λιμάνι της Κων/πολης, το Πέραν, κατά πλήρη σχεδόν κυριότητα, ολόκληρο τμήμα του με τις αποβάθρες του, τις οικίες, τα εργαστήρια, τις αποθήκες και τις εκκλησίες· β) ο δούκας της Βενετίας έλαβε το αξίωμα του πρωτοσεβαστού με ανάλογο μισθό· γ) όλες οι εκκλησίες της Βενετίας θα επιχορηγούνταν κατ’ έτος με αρκετή ποσότητα χρυσού, και δ) παραχωρούνταν στους Ενετούς τμήματα και σε όλες σχεδόν τις πόλεις της αυτοκρατορίας. Όλες αυτές οι αποικίες κυβερνώνταν από το κέντρο τους στην Κων/πολη, αυτό δε από τη Βενετία. Έτσι οι Βενετοί πλούτησαν και μεταβλήθηκαν σε θαλασσοκράτειρα δύναμη.

    2. Τον προπομπό της Α΄ Σταυροφορίας αποτέλεσαν δύο στρατιές από πλήθη ασύντακτα. Η πρώτη υπό τον Gautier τον Ακτήμονα. Διέσχισε την Ουγγαρία και στα τέλη Μαΐου 1096 έφθασε στο Βελιγράδι. Στα τέλη Ιουν. ήρθε και η άλλη, ακολουθώντας την ίδια πορεία, υπό το γνωστό μας Πέτρο τον Ερημίτη. Η πόλη γνώρισε τη συμφορά. Μετά από πολλές περιπέτειες έφθασαν στη Σόφια. Εκεί τους περίμενε βυζαντινή συνοδεία που τους οδήγησε στην Κων/πολη. Ο Αλέξιος, όπως τους είδε ακίνδυνους, τους συμβούλεψε να παραμείνουν στην πόλη ώσπου νά ‘ρθουν και οι άλλοι σταυροφόροι. Αυτοί δεν τον άκουσαν και πέρασαν στη Μ. Ασία. Εκεί βρέθηκαν σ’ εχθρικό περιβάλλον. Αποδιοργανώθηκαν τελείως και επιδόθηκαν σε λεηλασίες και αγριότητες. Στα τέλη Οκτωβρίου 1096 έπεσαν σε τουρκική ενέδρα και εξοντώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Ο Πέτρος Ερημίτης είχε ήδη επιστρέψει στην Κων/πολη και σώθηκε.

      3. Οι επόμενες στρατιές ήταν καλύτερα οργανωμένες και πιο πειθαρχημένες, αν και κινούνταν σε αυτοτελείς και αυτοδιοικούμενες ομάδες.

       Η πρώτη στρατιά υπό τον αδελφό του βασιλιά της Γαλλίας Φιλίππου Α΄, Ούγο de Vermandois, το Γοδοφρέδο de Boyillon, δούκα της Λορραίνης, και τον αδελφό του Βαλδουίνο έφθασε στο Δυρράχιο. Από εκεί μέσω Ουγγαρίας, Βελιγραδίου και Φιλιππούπολης κατέληξε στην Κων/πολη. Τον Απρίλιο του 1097 έφθασαν στην Κων/πολη οι Νορμανδοί υπό τους Βοημούνδο και Ταγκρέδο, καθώς και η πολυπληθέστερη από όλες στρατιά υπό τον Ραϋμόνδο, κόμη της Τολώσης. Σε αυτή μετείχε και ο εκπρόσωπος του πάπα επίσκοπος Αδεμάρ de Monteil, αυτός που ονόμασε το εγχείρημα σταυροφορία. Το Μάιο κατέφθασε στην Κων/πολη η τελευταία στρατιά από τη Β. Γαλλία υπό τους Ροβέρτο Β΄, κόμητα της Φλάνδρας, το δούκα της Νορμανδίας Ροβέρτο και τον κόμη Στέφανο de Blois.

       4. Κι αν ακόμη οι αφιχθέντες στην Κων/πολη σταυροφόροι δεν έφθαναν τους -προφανώς διογκωμένους- αριθμούς των 600.000 ή και 100.000, τα προβλήματα που προκάλεσαν στην πόλη ήταν προφανή και σχεδόν αναπόφευκτα: διατροφή, εγκατάσταση και έκνομες συμπεριφορές. Η κατάσταση γινόταν δυσκολότερη από το γεγονός ότι η Σταυροφορία δεν τελούσε υπό έναν επισήμως ορισμένο και  από όλους αναγνωρισμένο αρχηγό-βασιλιά, έστω κι αν ο κόμης της Τολώσης Ραϋμόνδος θεωρούσε τον εαυτό του ηγέτη της Σταυροφορίας. Τα κρίσιμα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Αλέξιος Α΄ ήταν δύο: α) ν’ αποτρέψει την εγκατάστασή τους στην Κων/πολη, επιδιώκοντας να προωθήσει κάθε στρατιά στη Μ. Ασία, για να προλάβει μια πιθανή επίθεση κι ενδεχομένως κατάληψη της Πόλης. β) Πώς θα ρυθμίσει τις σχέσεις του με τους αρχηγούς των σταυροφόρων ώστε ν’ αποτρέψει τον κίνδυνο κατάληψης βυζαντινών εδαφών και να καταστήσει όχι απλώς συμμάχους του, αλλά υποτελείς. Για τη διευθέτηση αυτού του προβλήματος υπάρχει μια απόκλιση στις περιγραφές της Άννας Κομνηνής και των δυτικών πηγών: η περίπτωση του Ούγου de Vermandois ήταν μάλλον εύκολη, αφού σχεδόν πρόθυμα έδωσε όρκο υποταγής. Και ο Βοημούνδος, μην έχοντας προγόνους επιφανείς και πολλά χρήματα, πρόθυμα δήλωσε υποταγή, γιαυτό και ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα. Ο Γοδεφρείδος de Bouillon, όμως, όχι μόνο αρνήθηκε αρχικά να δώσει τον όρκο που ζητούσε ο αυτοκράτορας, αλλά και επιτέθηκε κατά της Κων/πολης. Μόνο μετά την ήττα του δήλωσε υποταγή και υποσχέθηκε ν’ αποδώσει στον Αλέξιο όλες τις περιοχές κτλ. που θα καταλάμβανε, εφ’ όσον προηγουμένως ανήκαν στην αυτοκρατορία. Όλοι οι άλλοι εύκολα έδωσαν τον όρκο πίστης.

      Κατά τους δυτικούς, όλοι οι ηγέτες της Σταυροφορίας, εκτός από το Ραϋμόνδο, συνήψαν με τον Αλέξιο Α΄ σχέσεις καθαρά φεουδαρχικού δικαίου. Έτσι, ο Γοδεφρείδος de Bouillon έγινε υποτελής (vassalus), περιγράφοντας λεπτομερώς τη σχετική τελετή· και ο Βοημούνδος έγινε υποτελής, υποσχόμενος ν’ αποδώσει στον αυτοκράτορα όλα τα βυζαντινά εδάφη. Το ίδιο έπραξαν και οι ηγέτες της τέταρτης στρατιάς. Ο κόμης της Τολώσης Ραϋμόνδος, αντίθετα, θεωρώντας τον εαυτό του -έστω και άτυπο- αρχηγό της Σταυροφορίας, αρνήθηκε να δώσει ανάλογο όρκο, παρά τις πιέσεις. Αρκέστηκε απλά να υποσχεθεί τη διαφύλξη της ζωής του αυτοκράτορα. Βλέπουμε ότι ανάμεσα στα δύο μέρη οικοδομήθηκαν καθαρά σχεδόν φεουδαρχικές σχέσεις, μόνο που δε μοιράστηκαν φέουδα. Ήταν αυτή για το Βυζάντιο μια νομική και πολιτική καινοτομία. Ο Αλέξιος υιοθετούσε στην περίπτωση αυτή -και κατ’ επέκταση στις σχέσεις του με τη Δύση- δυτικούς θεσμούς.

    5. Φθάσαμε έτσι στο τέλος της άνοιξης του 1097. Τα σταυροφορικά στρατεύματα, συνοδευόμενα από βυζαντινή στρατιά, διαπεραιώθηκαν στη Μ. Ασία και προχώρησαν προς την τουρκοκρατούμενη Νίκαια, πρώτο τους στόχο. Πολιόρκησαν από ξηρά την πόλη. Στις 21/5/1097 έφθασε στην πόλη ο σουλτάνος Κιλίτζ Αρσλάν. Στην πρώτη σύγκρουση ο τουρκικός στρατός νικήθηκε κι αποχώρησε. Η φρουρά της πόλης όμως αντιστεκόταν. Ο Αλέξιος ενίσχυσε τους σταυροφόρους με πολιορκητικές μηχανές, πλοιάρια και 2000 στρατιώτες υπό τον Τατίκιο. Η τουρκική φρουρά, θεωρώντας αδύνατη την αντίσταση, ήρθε σε συμφωνία με τους Βυζαντινούς και στις 18 προς 19 Ιουν. παρέδωσαν την πόλη στους Βυζαντινούς και αποχώρησαν κρυφά. Επιτράπηκε στους σταυροφόρους να μπουν στην πόλη κατά μικρές ομάδες. Ο Αλέξιος, αφού δέχθηκε τον όρκο πίστης του Τογκρέδου και των άλλων σταυροφόρων ηγετών, τους αντάμειψε με πλούσια δώρα.

    Οι σταυροφόροι, πάντα με τη συνοδεία του Τατικίου, συνέχισαν την πορεία τους προς νότο. Η επόμενη συνάντησή τους με τον Κιλίτζ Αρσλάν και τον πολυάριθμο στρατό του έγινε την 1η Ιουλ. στο Δορύλαιο. Τον νίκησαν και πάλι. Οι σταυροφόροι ανήγγειλαν τις επιτυχίες τους στη Δύση. Προκλήθηκε ενθουσιασμός. Οι προσφορές για συμμετοχή στη σταυροφορία πληθύνθηκαν. Η προς νότο πορεία τους συνεχίστηκε. Ο κύριος όγκος των σταυροφόρων μέσω Ικονίου, Ηρακλείας, Καισαρείας, Αντιταύρου και Γερμανικείας έφθασε στην Αντιόχεια στις 21/10/1097. Από την Ηράκλεια οι Ταγκρέδος και Βαλδουίνος κατευθύνθηκαν προς την Κιλικία. Λίγο αργότερα ο μεν Ταγκρέδος στράφηκε προς τον κύριο όγκο του στρατού, ενώ ο Βαλδουίνος ίδρυσε στην Έδεσσα το πρώτο λατινικό κρατίδιο της Ανατολής.

   Την Αντιόχεια κυβερνούσε ο Γιαγκί Σιγιάν με τυπική εξάρτηση από τον εμίρη του Χαλεπίου. Η πόλη κατοικούνταν κυρίως από χριστιανούς, αρκετά δυσαρεστημένους από τον κυβερνήτη τους. Κακές σχέσεις είχε ο Σιγιάν και με τους Τούρκους εμίρηδες της περιοχής. Γιαυτό μόνο ο κυβερνήτης της Μοσούλης Κέρμπογκα προσφέρθηκε να τον βοηθήσει. Έφθασε όμως πολύ αργά.

    Άρχισε αμέσως η μακρά πολιορκία της Αντιόχειας που κράτησε ως τις 3/6/1098. Το Μάρτιο του 1098 ο Τατίκιος αποχώρησε είτε διότι του το ζήτησε ο Βοημούνδος είτε, κατ’ άλλη εκδοχή, για να ζητήσει βοήθεια από τον αυτοκράτορα. Λίγο αργότερα πάντως ο αυτοκράτορας έστειλε στην Αντιόχεια με βενετικά πλοία πολιορκητικές μηχανές και λίγους σταυροφόρους. Στις 3/6 ο Βοημούνδος κυρίευσε την πόλη μετά από προδοσία ενός Αρμενίου. Η μεγαλύτερη πόλη της βόρειας Συρίας ελευθερωνόταν(;). Βάσει των συμφωνιών θα έπρεπε να παραδοθεί στον αυτοκράτορα... Μετά τρεις μέρες έφθασαν και τα στρατεύματα του Κέρμπογκα.

    Ο Αλέξιος Α΄ είχε ήδη ξεκινήσει για να συμβάλει στην εκπόρθηση της πόλης. Καθ’ οδόν, όμως, κυκλοφόρησε η φήμη ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα ούτε για την άλωση της Αντιόχειας ούτε για τη διάσωση των σταυροφόρων. Επέστρεψε στην Κων/πολη. Αυτό αργότερα θεωρήθηκε από τους δυτικούς προδοσία. Διότι πράγματι οι σταυροφόροι κινδύνεψαν, αφού πολιορκήθηκαν μέσα στην πόλη από τα στρατεύματα του Κέρμπογκα. Η απώλεια της πόλης ήταν βέβαιη. Στα τέλη Ιουνίου, όμως, ήρθε για τους σταυροφόρους μια ανέλπιστη νίκη που αποδόθηκε σε θαύμα. Ο Βοημούνδος, παραβαίνοντας τη συμφωνία, κράτησε την Αντιόχεια για τον εαυτό του, παρά τις αντιδράσεις όλων των άλλων σταυροφόρων ηγετών που ήθελαν να τηρήσουν τους όρκους τους.

   Η συνοχή του στρατού των σταυροφόρων παρουσίασε κραδασμούς από την αρχή της πολιορκίας της Αντιόχειας. Τώρα οι διενέξεις ανάμεσα στους αρχηγούς τους μεγάλωσαν. Σε λίγο ο Ραϋμόνδος τέθηκε επικεφαλής της πορείας προς τα Ιεροσόλυμα. Ο Βοημούνδος έμεινε στην Αντιόχεια. Τα Ιεροσόλυμα τα κατείχαν οι Φατιμίδες. Πολιορκήθηκαν επί 5 εβδομάδες και στις 15/7/1099 κυριεύτηκαν από τους σταυροφόρους. Ακολούθησε λεηλασία και σφαγή όλων των μουσουλμάνων και Εβραίων κατοίκων τους. Οι κατακτητές έγραψαν, καυχώμενοι, στον πάπα ότι στο δρόμο προς τον άγιο Τάφο τ’ άλογά τους βούλιαζαν στο αίμα!...

   Μετά την κατάληψη των Αγίων Τόπων ο σκοπός της Σταυροφορίας ολοκληρώθηκε. Πολλοί σταυροφόροι επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Οι άλλοι παρέμειναν στη Συρία και στην Παλαιστίνη. Πρώτος ηγεμόνας των Ιεροσολύμων με τον τίτλο «Επίτροπος του Παναγίου Τάφου» ανακηρύχθηκε ο Γοδοφρέδος de Boyillon. O διάδοχος-αδελφός του Βαλδουίνος (11/11/1100) πήρε τον τίτλο του βασιλιά.

    6. Το βασίλειο των Ιεροσολύμων απέβη το κέντρο των λατινικών κτήσεων της Ανατολής. Οι ηγεμόνες της Αντιόχειας, της Έδεσσας και της Τρίπολης ήταν υποτελείς του. Ανάμεσα στους σταυροφόρους και τον γηγενή πληθυσμό αναπτύχθηκε έντονη δυσπιστία. Αυτό αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετώπισε ευθύς εξ αρχής και μέχρι τέλους το βασίλειο των Ιεροσολύμων. Παρά ταύτα κατόρθωσε να διατηρήσει την ακεραιότητά του μέχρι το 1187. Τότε ένα μέρος του ανακαταλήφθηκε από τον Αιγύπτιο σουλτάνο Σαλαντίν. Κατά την Γ΄ Σταυροφορία ανακαταλήφθηκαν μερικές παραθαλάσσιες πόλεις. Ο Φρειδερίκος Β΄ στη συνέχεια κατάφερε με συνθήκες να ανακτήσει τα Ιεροσόλυμα, τη Ναζαρέτ και τη Βηθλεέμ. Η νέα κατάσταση διατηρήθηκε ως το 1244. Τότε τα Ιεροσόλυμα καταλήφθηκαν και πάλι από τους μουσουλμάνους. Ως το 1291 ανακαταλήφθηκαν σταδιακά από τους Αιγυπτίους και οι υπόλοιπες πόλεις.

       7. Μετά την πτώση της Νίκαιας (1097) αρχίζει μια περίοδος υποχωρήσεων των Σελτζούκων Τούρκων από τη δυτική Μ. Ασία. Βυζαντινά στρατεύματα υπό τον Ιωάννη Δούκα κατέλαβαν την Έφεσο, τις Σάρδεις και τη Φιλαδέλφεια, ενώ ο βασιλιάς έφθανε ως το Φιλομήλιο. Το 1104 βυζαντινός στόλος κυρίευε την Αντιόχεια. Πόλεις δε της Κιλικίας παραδόθηκαν από τον Ραϋμόνδο στον Αλέξιο Α΄. Η περιοχή, όμως, κατέστη χώρος συγκρούσεων ανάμεσα στους σταυροφόρους και στο Βυζάντιο για τον έλεγχό της. Έτσι, το 1100 ο Βοημούνδος επιτέθηκε στην υπό βυζαντινή κυριαρχία Γερμανίκεια, ενώ στην προσπάθειά του ν’ αποκρούσει επιθέσεις του Μαλίκ Γκαζί Μωχάμετ κατά της Σεβάστειας νικήθηκε κι αιχμαλωτίστηκε.

     8. Το 1101 έλαβε χώρα μια ιδιότυπη σταυροφορία από το Βοημούνδο της Αντιόχειας, για την οποία μιλήσαμε στο σημείο όπου εξιστορούσαμε τα της βασιλείας του Αλεξίου Α΄. Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στον Αλέξιο Α΄ και τον Βοημούνδο έληξε με τη συνθήκη της Δεάβολης του 1108 ευνοϊκά για το Βυζάντιο. Αυτή η συνθήκη αποτέλεσε σταθμό στις σχέσεις του Βυζαντίου με τα λατινικά κρατίδια της Αντιόχειας και των Ιεροσολύμων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου