ΕΛΛΑΣ

ΕΛΛΑΣ

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος (1042 - 1055). Η Ζωή

α) Βιογραφικά του άντρα

    Στις 12/6/1042 ο Κων/νος Θ΄ ο Μονομάχος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας και πήρε τα ηνία του κράτους. Καταγόταν από παλιά αριστοκρατική οικογένεια της Κων/πολης. Εκεί συζούσε με την ερωμένη του Μαρία Σκλήραινα. Όταν έγινε αυτοκράτορας εγκατέστησε τη Σκλήραινα κοντά στο παλάτι και λίγο αργότερα την έβαλε στ’ ανάκτορα με τον τίτλο «σεβαστή». Ήταν ωραίος, μεγαλόψυχος και γλεντζές. Αγαπούσε τα γράμματα κι απεχθανόταν στις πολεμικές περιπέτειες.

    Η μεν Ζωή αδιαφορούσε για την παρουσία της Σκλήραινας στη ζωή του αυτοκράτορα, αλλ’ όχι κι ο λαός. Η λαϊκή δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε σε μια επίσημη πομπή του αυτοκράτορα στις 9/3/1044. Ο Κων/νος σώθηκε χάρη στην παρέμβαση της Ζωής. Η κατάσταση δεν άλλαξε ούτε και μετά το θάνατο της Σκλήραινας (1045). Ο Κων/νος την αναπλήρωσε με μια αλανή πριγκίπισσα, που και σε αυτή απένειμε τον τίτλο της «σεβαστής». Έμεινε κοντά του ως το θάνατό του.

β) Τα κατά τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Θ΄

   1. Υπήρξε μία από τις αρνητικότερες και ατυχέστερες βασιλείες του Βυζαντίου, δημιούργημα ενός μέτριου άντρα. Αναλαμβάνοντας την εξουσία α) εξόρισε εκ νέου, στη Λέσβο αυτή τη φορά, τον ορφανοτρόφο Ιωάννη, τον αδελφό του Κων/νο το νοβελήσιμο στη Σάμο και το Μιχαήλ Ε΄ στη Χίο, β) διόρισε αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων το Ρωμανό Σκληρό, κακέκτυπο των προγόνων του. Αμέσως μετά στράφηκε κατά του Σέρβου ηγεμόνα Στεφάνου Βοϊσθλάβου, που επιχειρούσε επιδρομές στις γειτονικές του αυτοκρατορικές περιοχές. Το έργο αυτό ανέθεσε στον απειροπόλεμο στρατηγό του Δυρραχίου Μιχαήλ. Αυτός τον Οκτώβριο του 1042 εισέβαλε στη Σερβία με 60.000 άντρες. Λεηλάτησε ανεμπόδιστα τη χώρα. Επιστρέφοντας, όμως, και περνώντας από απόκρημνα και στενωπά περάσματα, δέχθηκε επίθεση και έχασε 40.000 άντρες. Μόλις διασώθηκε με τα απομεινάρια του.

    2. Στις αρχές του 1042 πέθανε ο πατριάρχης Αλέξιος. Στις 20/2/1043 ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο της Κων/πολης ο πολύς Μιχαήλ Κηρουλάριος.

    3. Η Ζωή κατά την περίοδο που διοικούσε έστειλε στην Κ. Ιταλία ως στρατηγό αυτοκράτορα τον περίφημο Γεώργιο Μανιάκη. Δυστυχώς αυτός είχε παλιές διαφορές με το νέο άρχοντα του στρατού Ρωμανό Σκληρό. Αυτός, με τη σύμπραξη και της αδελφής του, της γνωστής μας Σκλήραινας, έπεισαν τον Κων/νο Θ΄ ν’ ανακαλέσει το Μανιάκη και να διορίσει στη θέση του τον τιποτένιο πρωτοσπαθάριο Πάρδο. Ο Μανιάκης αντέδρασε βίαια. Φόνευσε τον Πάρδο, περιβλήθηκε το διάδημα και τα άλλα βασιλικά παράσημα και διαπεραιώθηκε στο Δυρράχιο με σκοπό να βαδίσει κατά της Κων/πολης. Επειδή αγνόησε παράκληση και προσφορές του βασιλιά να παραιτηθεί του εγχειρήματός του, στάλθηκε εναντίον του στρατιωτική δύναμη υπό τον ευνούχο Στέφανο. Αποδείχθηκε πολύ εύκολος αντίπαλος για το Μανιάκη. Ενώ όμως ο στρατός του μετά τη μάχη του Οστροβού τον επευφημούσε ως βασιλιά, αυτός ξαφνικά έπεσε από το άλογό του και πέθανε, αφού δέχθηκε καίριο χτύπημα στο στήθος από άγνωστο. Ο ηττημένος Στέφανος επέστρεψε στην Κων/πολη τροπαιούχος!....

   4. Ταυτόχρονα (1043) στην Κύπρο λάμβανε χώρα άλλη απόπειρα αποστασίας. Στρατηγός στο νησί διορίστηκε προ 2ετίας ο Θεόφιλος Ερωτικός που τον είχε διώξει από τη Σερβία ο Στέφανος Βοϊσθλάβος. Αυτός στασίασε. Γρήγορα, όμως, συνελήφθη από το ναύαρχο Κων/νο Χαγέ, γνωστό μας από τους αγώνες του κατά των Αράβων, και στάλθηκε στο βασιλιά.

      5. Νέα δοκιμασία επιφύλασσε το 1043 για την αυτοκρατορία. Σε φιλονεικία που συνέβη στην Κων/πολη φονεύθηκε κάποιος επιφανής Ρώσος. Θέλοντας ο Ρώσος ηγεμόνας Γιαροσλάβος να πάρει εκδίκηση, έστειλε εναντίον της Κων/πολης πολυάριθμη στρατιά υπό το γιο του Βλαδίμηρο. Ο ρωσικός στρατός έφτασε με πλοία στο λιμάνι του Φάρου στο στόμιο του Πόντου. Ο Κων/νος Θ΄ έστειλε πρέσβεις προτείνοντας την καταβολή αποζημίωσης. Οι πρέσβεις διώχθηκαν κακήν κακώς. Αντιδρώντας ο βασιλιάς, διασκόρπισε τους εν Κων/πόλει Ρώσους εμπόρους σε διάφορες περιοχές του κράτους. Ταυτόχρονα κινήθηκε στρατιωτικώς κατά των επιδρομέων, απέφυγε όμως να επιτεθεί εναντίον τους. Έκαμε νέες ειρηνευτικές προτάσεις. Απορρίφθηκαν και αυτές. Τότε διατάχθηκε ο μάγιστρος Θεοδωροκάνος να κινηθεί με τρεις δρόμωνες και να προκαλέσει τους Ρώσους να βγούνε προς ναυμαχία. Αυτός, αντ’ αυτού, εισέδυσε παράτολμα στον εχθρικό στόλο και κατέκαυσε 7 πλοία, 3 τα βύθισε αύταντρα και 1 το κυρίευσε. Ταυτόχρονα επιτέθηκε κι ο βασιλιάς με όλο το στόλο του. Οι Ρώσοι, υποχωρώντας, έπεσαν πάνω σε βράχους, σκοπέλους και υφάλους, ενώ από την ξηρά δέχθηκαν την επίθεση του ιππικού, υφιστάμενοι μεγάλες απώλειες. Οι Ρώσοι έφυγαν δια θαλάσσης (ο Βλαδίμηρος κατάφερε να φθάσει στο Κίεβο) και ξηράς. Αυτοί χτυπήθηκαν στη Βάρνα από τον Κατακαλών Κεκαυμένο και διαλύθηκαν με πολλούς νεκρούς και 800 αιχμαλώτους. Μετά 3 χρόνια συνομολογήθηκε ειρήνη και οι αιχμάλωτοι επέστρεψαν στο Κίεβο. Ήταν η τελευταία επιδρομή των Ρώσων κατά του Βυζαντίου.

γ) Η εμφάνιση των Σελντζούκων Τούρκων. Στάση στη Θράκη

    Επί των ημερών του Κων/νου Θ΄ έμελλε να προκύψει στη ζωή της ελληνικής αυτοκρατορίας ένας νέος, ο φοβερότερος, εχθρός που δε θα της επισώρευε απλώς πολλά δεινά, αλλά θα γινόταν και ο μελλοντικός της δήμιος και εκτελεστής. Ήταν οι Τούρκοι. Η αναξιότητα και η περί άλλα περίσπαση του αυτοκράτορα ευνοούσαν τη ραγδαία επικράτησή τους στην Ανατολή. Η σχέση του Μονομάχου με τη Σκλήραινα ήταν τόσο σκανδαλώδης, ώστε οι φήμες έλεγαν ότι μελετά ν’ απομακρύνει και τη Ζωή και τη Θεοδώρα για χάρη της. Ο λαός τον αποδοκίμαζε σε κάθε δημόσια εμφάνισή του, όπως συνέβη στις 9/3/1044 που πήγαινε στην εκκλησία. Για να εξευμενίσει δε το λαό έδωσε ειδική χορηγία για να τελείται καθημερινά θεία λειτουργία στην Αγ. Σοφία.

      Επί Βασιλείου Β΄ είχε διευθετηθεί ώστε μετά το θάνατο του ηγεμόνα της Μεγάλης Αρμενίας και του Ανίου, Ιωβανεσίκου, η χώρα του να τεθεί υπό τον αυτοκράτορα. Η ανικανότητα, όμως, των μετά το Βασίλειο Β΄ βασιλέων επέτρεψε στο γιο του Ιωβανεσίκου Κακίκιο να μην τηρήσει τη συμφωνία, χωρίς εντούτοις να διαρρήξει τις σχέσεις του με το κράτος. Ο Μονομάχος όμως, μην αρκούμενος σε αυτό, διέταξε το στρατηγό της Ιβηρίας Μιχαήλ Ιασίτη να υποτάξει τον Κακίκιο. Όταν αυτός απέτυχε, έστειλε άλλο στρατό και ζήτησε και τη σύμπραξη του μωαμεθανού ηγεμόνα του Τιβίου και της Περσαρμενίας Αβουλσεβάρ, υποσχόμενος να του δώσει όσα φρούρια και χωριά του Κακικίου θα κυρίευε ο ίδιος. Ο Κακίκιος, αδυνατώντας ν’ αντιμετωπίσει δυο στρατούς, παρέδωσε στο βασιλιά το Άνιο (περιοχή της Αρμενίας) και ήρθε στην Κων/πολη και τέθηκε στην υπηρεσία του βασιλιά. Ο Αβουλσεβάρ, όμως, απαίτησε να κρατήσει όσες περιοχές του Κακικίου πρόλαβε να καταλάβει. Αντ’ αυτού ο Μονομάχος αποφάσισε να τον διώξει. Εναντίον του έστειλε πάλι το Μιχαήλ Ιασίτη. Αυτός ηττήθηκε κατά κράτος. Μετά στάλθηκαν ο ένδοξος Κεκαυμένος και ο μέγας εταιρειάρχης Κων/νος. Αυτοί νίκησαν κατ’ επανάληψη τον Αβουλσεβάρ και μέσα στο 1047 θα τον υπέτασσαν πιθανόν ολοσχερώς. Στη Θράκη, όμως, εκδηλώθηκε κάποια στάση και διατάχθηκαν από το βασιλιά να σπεύσουν εκεί, αφού έρθουν σε κάποια συμφωνία με τον Αβουλσεβάρ.

   Της θρακικής επανάστασης ηγείτο ο πατρίκιος Λέων Τορνίκιος, άλλοτε στρατηγός της Ιβηρίας. Πρόθυμους συνεργούς βρήκε και πολλούς άλλους σημαίνοντες, αλλά παραγκωνισμένους, στρατηγούς: Ιωάννη Βατάτζη, Θεόδωρο Στραβομύτη, Μαριανό Βρανά κ.ά. Συγκρότησε έτσι έναν αξιόμαχο στρατό και προχώρησε στην πολιορκία της Κων/πολης. Επειδή η επιχείρηση, μολονότι καλά προπαρασκευασμένη, δε διεξήχθη μεθοδικά, με αποτέλεσμα να προλάβουν να έρθουν στρατεύματα από την Ανατολή. Η νωθρότητα του Τουρνικίου ανάγκασε τους περισσότερους των συντρόφων του να τον εγκαταλείψουν. Έτσι, ο Ιασίτης δε χρειάστηκε καν να πολεμήσει. Ο Τορνίκιος και οι λίγοι οπαδοί του συνελήφθησαν περί το Δεκέμβριο.

     Πολλές από τις τουρκικές φυλές (οι Άβαροι, οι Βούλγαροι και οι Πετσενέγκοι) τις συναντήσαμε ήδη πολλάκις στη ζωή του Βυζαντίου. Φυλές, όμως, με το όνομα Τούρκοι εμφανίζονται τώρα για πρώτη φορά στα πράγματα του Βυζαντίου. Κοιτίδα και ορμητήριο των τουρκικών φυλών ήταν η σημερινή Κιργιζία όπου ζούσαν περιφερόμενοι ως νομάδες. Περί το 970 αυτές οι φυλές, έχουσες ηγεμόνα τον Σελτζούκ (εξού και Σελτζούκοι Τούρκοι) απαλλάχτηκαν από την υποτέλειά τους στον Χαν Βιγού και μετακινήθηκαν στη Βουχαρία, ασπάστηκαν τον ισλαμισμό και ενώθηκαν με πολλούς άλλους ομοφύλους τους. Οι διάδοχοι του Σελτζούκ, εκμεταλλευόμενοι τις εμφύλιες διενέξεις των ανατολικότερων μωαμεθανών, ίδρυσαν το μεγάλο εκείνο κράτος των Σελτζουκιδών, που αργότερα επεκτάθηκε μέχρι τη Μεσόγειο. Περί το 1045 ο ηγεμόνας των Σελτζούκων Τογρουλβέγ αναγορεύτηκε σουλτάνος της Περσίας με έδρα τη Χαμαδά κοντά στ’ αρχαία Εκβάτανα. Την ίδια εποχή έστειλε στρατό κατά αραβικών φυλών. Νικήθηκε και στην επιστροφή ζήτησε την άδεια να περάσει μέσα από τη Μηδία. Ο στρατηγός της Στέφανος επιχείρησε να του εμποδίσει τη διέλευση. Ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε. Τότε ο σουλτάνος διαπίστωσε αφενός τη σημασία αυτής της χώρας και αφετέρου την αδυναμία του βυζαντινού στρατού να την υπερασπιστεί. Αποφάσισε να την κυριεύσει στέλνοντας στρατό (1048). Στρατηγός της Μηδίας ήταν πλέον ο Ααρών, γιος του άλλοτε Βουλγάρου βασιλιά Ιωάννη. Αυτός ζήτησε τη βοήθεια του στρατηγού του Ανίου και της Αρμενίας Κατακαλών Κεκαυμένου. Αυτός κατατρόπωσε τους Τούρκους του Τογρουλβέγ. Ο σουλτάνος οργίστηκε κι έστειλε κατά του Κεκαυμένου νέες, περισσότερες, δυνάμεις. Ο Ααρών, αντί ν’ αναμετρηθεί με τους επιδρομείς, όπως τον διέταξε ο Κεκαυμένος, παρήγγειλε στους κατοίκους της Μηδίας να κλειστούν στα φρούρια και στα τείχη, ο ίδιος δε αναχώρησε στην Ιβηρία. Ο βασιλιάς συμφώνησε με την ενέργεια του Ααρών και του έστειλε ενισχύσεις από την Ιβηρία υπό το Λιπαρίτη, που δε διατηρούσε αγαθές σχέσεις με τον ηγεμόνα της Ιβηρίας Παγκράτιο. Άλλωστε η Ιβηρία δε διατηρούσε πλέον αξιόμαχο στρατό. Οι ενισχύσεις άργησαν να φθάσουν. Οι Τούρκοι στο μεταξύ πολιόρκησαν μία από τις πλουσιότερες και ατείχιστες πόλεις. Παρά τις προτροπές του Κεκαυμένου προς τον Ααρών να επιτεθεί, αυτός αρνιόταν επικαλούμενος την αντίθετη βούληση του βασιλιά. Οι Τούρκοι σε λίγο κυρίευσαν την πόλη και τη λεηλάτησαν, κατασφάζοντας το σύνολο σχεδόν των κατοίκων της και των προσφύγων. Κατέφθασε σε λίγο και ο Λιπαρίτης. Ο Κεκαυμένος τον συμβούλεψε να επιτεθεί αμέσως. Δεν τον άκουσε. Επιτέθηκαν όμως οι Τούρκοι. Η μάχη συνάφθηκε γύρω από το φρούριο Καπετρού. Τα άκρα όπου ηγούνταν ο Κεκαυμένος (δεξιό) και ο Ααρών (αριστερό) νίκησαν, το κέντρο όμως υπό το Λιπαρίτη ηττήθηκε κι ο ίδιος αιχαμλωτίστηκε. Ευτυχώς που οι Τούρκοι αποχώρησαν με τους αιχμαλώτους τους κι επέστρεψαν στη Χαμαδά. Ο Τογρουλβέγ απαίτησε φόρο, αλλ’ ο βασιλιάς αρνήθηκε. Προσπάθεια απελευθέρωσης του Λιπαρίτη απέτυχε. Οι μικρής κλίμακας συγκρούσεις στην περιοχή συνεχίστηκαν.

δ) Οι Πετσενέγκοι

    Ένας από τους ηγεμόνες των Πετσενέγκων, ο Κεγένης, διαφώνησε με τον αρχηγό τους Τυράχ και ζήτησε με τους οπαδούς του (20.000 περίπου) άσυλο εντός της αυτοκρατορίας. Έγινε πατρίκιος κι εγκαταστάθηκε σε εκτάσεις κοντά στο Δούναβη, υποσχεθείς πίστη στο βασιλιά. Από εκεί, όμως, κατά καιρούς επιχειρούσε επιδρομές πέρα από το Δούναβη κατά του Τυράχ. Ο τελευταίος ζήτησε από το βασιλιά ικανοποίηση χωρίς να βρει ανταπόκριση, γιαυτό περί τα τέλη του 1048 πέρασε τον παγωμένο Δούναβη με όλους τους ομοφύλους του. Οι στρατηγοί της Μακεδονίας και της Θράκης, με τη βοήθεια και του Τεγένη, ανάγκασαν τους εισβολείς να παραδοθούν. Ο Τυράχ με όλους τους ηγέτες του ήρθαν στην Κων/πολη, βαπτίστηκαν, έλαβαν διάφορα αξιώματα και εγκαταστάθηκαν σε έρημες πεδιάδες γύρω από τη Σαρδική, σε άλλα μέρη της Βουλγαρίας και της Μακεδονίας.

   Ο Κων/νος Θ΄, επηρεασμένος από συκοφαντίες που κυκλοφορούσαν, φυλάκισε τον αρχηγό της φιλοβυζαντινής μερίδας των Πετσενέγκων Κεγλένη. Αυτό ώθησε τους οπαδούς του να ενωθούν με τους αποστάτες Πετσενέγκους του Τυράχ. Στα μέσα του 1049 ο διοικητής του στρατού των δυτικών θεμάτων Κων/νος Αριανίτης επιτέθηκε κατά των Πετσενέγκων στην περιοχή της Διάμπολης και νικήθηκε με πολλές απώλειες, ανάμεσά τους και οι στρατηγοί Θεόδωρος Στραβομύτης και Πολύς. Η κατάσταση ήταν δύσκολη. Ο βασιλιάς α) μετέφερε δυνάμεις από την Ανατολή στη Θράκη, β) ζήτησε την ειρηνευτική παρέμβαση των αιχμαλώτων του ηγετών των Πετσενέγκων, Τυράχ κτλ., και τους έστειλε στο μέτωπο, γ) διόρισε, δυστυχώς, αρχηγό των δυνάμεων κάποιον άσχετο/ανίκανο ευνούχο Νικηφόρο, πρώην ιερέα, και τους στρατηγούς Κατακαλών Κεκαυμένο και Ερβέτιο Φραγκόπουλο, με την εντολή, όμως, να υπακούουν στο Νικηφόρο. Ο Νικηφόρος με τις δυνάμεις του πέρασε τον Αίμο και το μόνο που τον απασχολούσε ήταν πώς θα διασφαλίσει τους αιχμαλώτους του!... Ο Τυράχ με τους συντρόφους του κατέφυγαν στους ομοφύλους τους. Οι Πετσενέγκοι, ασύντακτοι, προκάλεσαν σε αναμέτρηση. Ο Κεκαυμένος έκρινε ότι αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για τον πόλεμο. Ο Νικηφόρος, όμως, απέρριψε την πρόταση μήπως δεν πιάσει πολλούς..... αιχμαλώτους! Η μάχη έγινε την επομένη. Με την πρώτη συμπλοκή ο Νικηφόρος με τους δικούς του τράπηκαν σε φυγή. Όλη η παράταξη κατέρρευσε. Ο Κεκαυμένος τραυματίστηκε βαριά. Τον έσωσε ένας Πετσενέγκος. Επί 5 χρόνια οι Πετσενέγκοι λεηλατούσαν τη Βουλγαρία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Στα μέσα του 1054 ο Μονομάχος τους δελέασε με δώρα και υπέγραψε μαζί τους 30ετή συνθήκη, διότι οι Τούρκοι στην Ανατολή δεν ησύχασαν. Διόρισε στρατηγό των Σχολών της Ανατολής τον Ισαάκιο Κομνηνό, η άριστη των επιλογών του. Αυτός μετέφερε τις μακεδονικές δυνάμεις στην Ανατολή υπό το Νικηφόρο Βρυέννιο.

ε) Θάνατος του Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου

   Ο Μονομάχος από πολλού έπασχε από ποδάγρα. Μόλις οργάνωσε την εκστρατεία κατά των Τούρκων, πέθανε (11/1/1055).

στ) Άλλες πολιτικές του Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου

    1. Στα μέσα του ΙΑ΄ αι. την εσωτερική πολιτική του Βυζαντίου χαρακτηρίζει η μεγαλοπρέπεια και οι παροχές. Είναι η εποχή της ευμάρειας και της σταδιακής μεταμόρφωσης της οικονομίας σε «νομισματική»: οι φόροι όλο και περισσότερο εισπράττονται σε χρήμα και όχι σε είδος. Ο Μονομάχος, μάλιστα, υποχρέωσε τους στρατιώτες του ανατολικού συνόρου, της Ιβηρίας, να εξαγοράζουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, τα «στρατεία», αντί να υπηρετούν. Όλα αυτά έφεραν την αύξηση των κρατικών εσόδων.

     2. Την ίδια εποχή επήλθε και μια άλλη, πρωτοφανής για το Βυζάντιο, μεταβολή: αλλαγή στον τίτλο του χρυσού νομίσματος (που αποτελούσε τη βάση του νομισματικού του συστήματος), που παρέμεινε αμετάβλητο από την εποχή του Μ. Κων/νου. Έτσι, το χρυσό νόμισμα από καθαρότητα 21-23 καρατίων έγινε των 18. Το αργυρό έμεινε αμετάβλητο (90% ασήμι). Αυτές οι αλλαγές α) αύξησαν την κυκλοφορία του χρυσού νομίσματος, και β) οδήγησαν σε μια συγκρατημένη και ηθελημένη υποτίμησή του. Όλα αυτά επέφεραν την οικονομική άνθηση.

    3. Η οικονομική ζωτικότητα διευκόλυνε τον Κων/νο Θ΄ ν’ ασκήσει κοινωνική πολιτική: ενισχύθηκε η Εκκλησία στην κοινωνική της αποστολή, αναβαθμίστηκε το μορφωτικό επίπεδο της αυτοκρατορίας, ιδρύθηκαν νοσοκομεία, πτωχοτροφεία, γηροκομεία (περιφημότερο εκείνο της μονής του Αγ. Γεωργίου των Μαγγάνων) κτλ. Με νόμο του 1047 ιδρύθηκε αυτοτελής νομική σχολή με πρώτο καθηγητή το νομοφύλακα Ιωάννη Ξιφιλίνο, αναβαθμίστηκαν οι φιλοσοφικές σπουδές κτλ.

     4. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μονομάχου τη θέση του «παραδυναστεύοντος» (αυτού δηλ. που διοικούσε την αυτοκρατορία) κατείχαν διαδοχικά ο διάσημος λόγιος Κων/νος Λειχούδης (ο μετέπειτα πατριάρχης Κων/πόλεως) και ο λογοθέτης Ιωάννης. Έτσι, σιγά-σιγά η κεντρική διοίκηση πέρασε στα χέρια των διανοούμενων και των γραφειοκρατών της Κων/πολης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου